ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ

ΦΑΛΗΡΙΩΤΙΣΣΑ

Στίχοι: Γιάννης Παπαϊωάννου
Μουσική: Γιάννης Παπαϊωάννου
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Παπαϊωάννου
Φωνητικά: Δημήτρης Σωφρονίου

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΊΑ
1. Shellac, 10″, 78 RPM ” Σέρβικο Σμυρνέικο / Φαληριώτισσα ” 1937
Ερμηνεία: Γιάννης Παπαϊωάννου, Δημήτρης Σωφρονίου
2. 78″ Columbia DG-6312 Α CG-1600 ” Εγώ μάγκας φαινόμουνα / Φαληριωτισσα ” 1937
Ερμηνεία: Στράτος Παγιουμτζής, Πάνος Χρυσίνης
3. Vinyl, 7″, 45 RPM, EP ” Μεγάλες επιτυχίες του Παπαϊωάννου “

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
1 Ντόμπρα και σταράτα Α΄έκδοση 1982
Επιμέλεια: Κώστας Χατζηδουλής
Ντόμπρα και σταράτα Β’ έκδοση 1996
2 Μύθος Ρεμπέτικος 1997
3 Ο Άχραντος Μάγκας 2020

ΠΡΩΤΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
ΦΩΝΗΤΙΚΑ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

Φαληριώτισσα
Γιάννης Παπαϊωάννου, Δημήτρης Σωφρονίου

ERMHNEIA: ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ (ζωντανά)

Σκηνή από την ταινία Η Μοδιστρούλα 1964 με τους Μάρθα Βούρτση, Χρήστο Νέγκα.

ΦΑΛΗΡΙΩΤΙΣΣΑ
Σουρωμένος θα `ρθω πάλι
στην παλιά μας γειτονιά
να σου παίξω μπουζουκάκι
μ’ όμορφη διπλοπενιά

Θα `ρθω για να σε ξυπνήσω
Φαληριώτισσα γλυκιά
με μπουζούκι, με κιθάρα
και με φίνο μπαγλαμά

Κι αν τυχόν και δεν ξυπνήσεις
και μ’ αρχίσεις τα παλιά
θα μου την ραγίσεις πάλι
την καημένη μου καρδιά

Κι όταν παίζει το μπουζούκι
δώσε βάση στην πενιά
για να θυμηθείς τα πρώτα
Φαληριώτισσα γλυκιά

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
1..Shellac, 10″, 78 RPM ” Σέρβικο Σμυρνέικο / Φαληριώτισσα ” 1937

Ηχογραφήθηκε σε δύο εκτελέσεις (την ίδια χρονιά) +και το σόλο -οργανικό με μπουζουκι- με τίτλο “Σέρβικο Σμυρνέικο” Δίσκος Parlophone Ελλάδος / B-21916 / GO-2718 -έγινε και ανατύπωση σε δίσκο Parlophone Ελλάδος / B-74108, το 1946.

2. 78″ Columbia DG-6312 Α CG-1600 ” Εγώ μάγκας φαινόμουνα / Φαληριωτισσα ” 1937

Ο Γιάννης Παπαϊωάννου μυήθηκε στο μπουζούκι, φέρνοντας, όμως, στο ρεμπέτικο και την αύρα της θάλασσας, μαζί με την γλυκιά αίσθηση από τις παλιές καντάδες του με τα μαντολίνα και τις κιθάρες. Ο πρώτος δίσκος του στα 1937 είχε άμεσα την επιρροή από τον οργανικό δίσκο του Χαλικιά και από τις κιθαριστικές και μαντολινίστικες καντάδες.

Ήταν ο δίσκος με το οργανικό «Σέρβικο Σμυρναίικο» από τη μια και τη «Φαληριώτισσα» από την άλλη, που από το’35, χωρίς να έχει γίνει δίσκος, τραγουδιόταν στις γειτονιές του Πειραιά. Η «Φαληριώτισσα» θεωρείται ορόσημο για τη ρεμπέτικη μουσική και την καριέρα του Παπαϊωάννου.

ΦΑΛΗΡΙΩΤΙΣΣΑ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ
Από την αυτοβιογραφία του Γιάννη Παπαϊωάννου.

” Είχα γράψει τη Φαληριώτισσα, το πρώτο μου τραγούδι και για πολλά χρόνια την τραγουδάγαμε με τους φίλους στους δρόμους. Χιλιάδες κόσμος είχε ακούσει που κάναμε καντάδα τη Φαληριώτισσα στα σοκάκια. Ήταν η πιο μεγάλη καντάδα εκείνης της εποχής στις Τζιτζιφιές και στο Φάληρο. Όπου άκουγες τσούρμο από νέους, τραγουδάγανε τη Φαληριώτισσα.

Ένας μ’ άκουσε λοιπόν και με πήγε στην ΟΝΤΕΟΝ, στο γέρο Μάτσα, και μαέστρος, γενικό κουμάντο, ήταν ο Περιστέρης ο Σπύρος. Άκουσαν που τους έπαιξα τη Φαληριώτισσα και μου είπαν θα με φωνάξουν. Όταν με ειδοποίησαν να πάω για γραμμοφώνηση, ήμουν με τα ρούχα της δουλειάς.

Γράψαμε τη Φαληριώτισσα, όπου παίζω εγώ, ο Περιστέρης και ο Κωνσταντινίδης, ο λεγόμενος Μακαρονάς. Με τη Φαληριώτισσα έγινε λαϊκό προσκύνημα, χάλασε ο κόσμος. Δεν προλαβαίνανε να βγάζουν δίσκους. Ήταν κάτι το καινούργιο, μια επανάσταση, δηλαδή κάτι που δεν υπήρχε και που άγγιζε τόσο πολύ τον κόσμο. Όταν πήγα να πάρω τα ποσοστά από το πρώτο μου τραγούδι, τρελάθηκα, γιατί ήταν πάρα πολλά, ρεκόρ για την εποχή εκείνη.

Τα πήρα και πήγα στη μάνα μου όλο χαρά και της φώναξα: Ρε μάνα, σου ‘ φερα λεφτά, έξω φτώχεια.
Εκείνη δεν τα έπαιρνε, έκλαιγε δεν ήθελε τα λεφτά. Γιατί μια γειτόνισσα, η κυρά Αντωνία, τρέλανε τη μάνα μου. Της είπε ότι το μηχάνημα που τραγουδάει ο γιός σου, του παίρνει τη φωνή και σε λίγο καιρό θα γίνει μουγκός!Παλιά μικρασιάτικα μυαλά. Γι’ αυτό και η μάνα μου έκλαιγε και δεν έπαιρνε τα λεφτά.

Τα ποσοστά ήταν τότε 44 χιλιάδες, πολλά για την εποχή εκείνη, που όμως δεν κράτησαν ούτε 44 μέρες. Ναι, ούτε 44 μέρες. Γιατί τα σάβανα δεν έχουν τσέπες. Τόσο πολλά λεφτά, φανταστείτε τι δίσκους πουλήσανε σε 2 μήνες. Τότε που στα δέκα άτομα το ένα είχε γραμμόφωνο.”

Ο Γιάννης Παπαϊωάννου με τον σπουδαίο ερευνητή του λαϊκού και ρεμπέτικου τραγουδιού, τον «Ρακοσυλλέκτη» Κώστα Χατζηδουλή που επιμελήθηκε την έκδοση της Αυτοβιογραφίας του.

Στον Κώστα Χατζηδουλή ανήκουν και τα παρακάτω σχόλια:

* Τον Γιάννη Παπαϊωάννου τον είχε πάει στην ΟΝΤΕΟΝ ο κ. Γρυπάρης που έγραφε στίχους ελαφρών τραγουδιών. Το αποτέλεσμα ήταν να του πάρει ο Γρυπάρης τα μισά ποσοστά από από τη Φαληριώτισσα. Κάτι σαν… προμήθεια.

* Πραγματικά, η επιτυχία της Φαληριώτισσας υπήρξε τεράστια. Και οι πωλήσεις εκπληκτικές. Οι 44 χιλιάδες δραχμές ποσοστά που αναφέρει ο μπάρμπα Γιάννης και που αντιπροσωπεύουν τον πρώτο μήνα κυκλοφορίας της, μεταφράζονται σε 12.500 χιλιάδες αντίτυπα περίπου! Φανταστικός αριθμός για την πρωτόγονη εκείνη εποχή.

* Η προσφώνηση που ακούγεται στο τραγούδι “γειά σου Παπαϊωάννου με τα τραγούδια σου”, είναι του Σπύρου Περιστέρη. Λίγους μήνες μετά ( στα 1973 ), κυκλοφόρησε και από άλλη εταιρεία (ΚΟΛΟΥΜΠΙΑ), με ερμηνευτή τον Στράτο Παγιουμτζή, μπουζούκι τον Μιχάλη Γενίτσαρη υπό τη διεύθυνση του Παναγιώτη Τούντα.

Για την «Φαληριώτισσα» ο Ηλίας Ποτοσίδης παλιός μπουζουξής και για πολλά χρόνια συνεργάτης του Γιάννη Παπαϊωάννου έχει αναφέρει:

«Θυμάμαι την ταβέρνα του Μπάρμπα-Γιώργη που δίπλα ήταν χασάπικο που το είχε ο Βασίλης Βάζος, αδελφός του ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού Γιάννη Βάζου. Στο χασάπικο του Βάζου δούλευε ο κουνιάδος του Γιάννη Βάζου, ο Χρήστος. Αυτός έγραψε τα πρώτα λόγια της «Φαληριώτισσας», δηλαδή το «Σουρωμένος θά ρθω πάλι στην παλιά μας γειτονιά». Θυμάμαι, ότι τα λόγια αυτά τα έγραψε πάνω σ’ ένα χασαπόχαρτο και μετά ο Γιάννης Παπαϊωάννου το συμπλήρωσε».

Περιοδικό “Το νέο λαϊκό τραγούδι” – Ιούνιος 1939. Με τους Άσσους των λαϊκών τραγουδιών: Τσιτσάνης – Μάρκος – Παπαϊωάννου – Χατζηχρήστος.

Η πρώτη δημοσίευση της “Φαληριώτισσας” του μπαρμπα-Γιαννη στο ιστορικό περιοδικό “ΝΕΑ ΛΑΪΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ” που κατέγραφε τις κυκλοφορίες της περιόδου. Από πάνω, “Με τις μυρωδιές σου” του Μάρκου! Οι στίχοι και η μουσική του τραγουδιού αποδίδονται στον Γιάννη Παπαϊωάννου. Στο τεύχος του περιοδικού που χρονολογείται τον Απρίλιο του 1938, λίγο μετά την κατάταξη του Βασίλη Τσιτσάνη.

Γύρω στο 1935 στο λιμάνι του Πειραιά – Μπάτης και Κηρομύτης μπαγλαμάδες, άγνωστος με κιθάρα, Παγιουμτζής και Παπαϊωάννου μπουζούκια.

1η ΕΚΔΟΣΗ 1982

ΤΟ ΒΙΒΛΊΟ: ΝΤΟΜΠΡΑ ΚΑΙ ΣΤΑΡΑΤΑ

“Η αυτοβιογραφία του Γιάννη Παπαϊωάννου, ενός από τα “ιερά τέρατα” του λαϊκού τραγουδιού, συνοδευόμενη από ένα κινηματογραφικό σενάριο που είχε γράψει ο ίδιος, από στίχους τραγουδιών του, πολλές φωτογραφίες, με επεξηγήσεις και με επιμέλεια του σπουδαίου ερευνητή του λαϊκού και ρεμπέτικου τραγουδιού Κώστα Χατζηδουλή από τις εκδόσεις ΚΆΚΤΟΣ το 1982.

Η προοπτική της προσπάθειας αυτής ήταν και είναι μία και μόνο: ολοκληρώνοντας την επαφή του ο αναγνώστης με το έργο να έχει όσο το δυνατόν περισσότερη πληροφόρηση γύρω από τα ιδιόμορφα συμβάντα, που σφύζουν στις γνωστές και άγνωστες σελίδες της ρεμπέτικης ιστορίας, από τη μια, και βέβαια εξαιρετικά γύρω από το ρόλο που έπαιξε σ’ αυτή μια απ’ τις μοιραίες μορφές, ο Γιάννης Παπαϊωάννου.”(σημείωμα του εκδότη)

2η ΕΚΔΟΣΗ 1996

Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι το βιβλίο αρχίζει με πρόλογο του Γιάννη Παπαϊωάννου που δηλώνει ότι ο τίτλος του βιβλίου θα μπεί “όπως τον γράφω εγώ” ” Η ΖΩΗ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΒΕΤΕΡΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ” ενώ ο τωρινός τίτλος είναι διαφορετικός….κατά τα άλλα ο συγγραφέας τα λέει πραγματικά ” ΝΤΟΜΠΡΑ ΚΑΙ ΣΤΑΡΑΤΑ”: για τη Μικρασιατική καταστροφή και τον εθνικό ξεριζωμό, την προσφυγιά, τους συναδέλφους του, τη διαφθορά των πολιτικών, τις εταιρείες δίσκων κτλ.

Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΝΗΣΙΟΥ ΛΑΪΚΟΎ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ …

ΠΡΟΛΟΓΟΣ:
Mούγινε χαβαλές τούτος εδώ να γράψω τη ζωή μου. Tην αυτοβιογραφία μου, όπως τη λέει. Άμα γράψω, θα τα γράψω στη γλώσσα μου. Όπως τα είδα και τα έζησα, χωρίς σάλτσες και παραμύθια. Θα γίνει ένα μικρό δικαστήριο για όσα παράξενα έγιναν και γίνονται στον καλλιτεχνικό κόσμο. Αυτά που κάνουν πολλές φορές να φουντώνει το μυαλό μου.

Τριάντα πέντε χρόνια στο πάλκο, μέσα στη νύχτα, στη βρωμιά, που ’χεις να κάνεις με κάθε καρυδιάς καρύδι, από ανθρώπους του σχοινιού και του παλουκιού, μέχρι μορφωμένους, λεφτάδες και βάλε, είδα τόσα και έζησα τόσα, που δεν φτάνει όλο το χαρτί του κόσμου· να γραφτούν.

Eίδα άνθρωπο, τον γνώρισα από κοντά, νεαρό φοιτητή, που ερχόταν προπολεμικά στο «Δάσος», στο Βοτανικό, που δουλεύαμε. Είχε παρέες κακές, έκανε δουλειές βρώμικες, που δεν λέγονται. Αργότερα, στην Κατοχή, έκανε όργια μαύρες αγορές, γερές κλεψιές, πλιάτσικα, ρουφιανιές, και μετά στον ανταρτοπόλεμο άλλαξε περιβόλι κι έκανε τα ίδια. Όλα τα ’κανε ζούλα. Αυτός μετά έγινε βουλευτής και μέχρι πριν λίγα χρόνια ήταν βουλευτής.


Γνώρισα κι έζησα από κοντά τόσα χρόνια τη σαπίλα των εταιριών.


Τώρα τελευταία πέθανε ο Μανώλης ο Χιώτης. Καλός μάστορας, καλό παιδί και πολύ καλός φίλος. O θάνατος με τράνταξε, δεν τον περίμενα. Μου λένε ότι ο Μανώλης πέθανε από την καρδιά του. Τους ρωτάω πολλές φορές να μου το λένε συνέχεια, γιατί τ’ ακούω να σφυρίζει, στριφογυρνάει στ’ αυτιά μου και δεν μπορεί να μπει μέσα. Τους απαντώ μ’ ένα τραγούδι του ίδιου του Χιώτη, το «Aυτά που λες τ’ ακούω βερεσέ». Άστα.


Tο σκέφτηκα, λοιπόν, το ξανασκέφτηκα και αποφάσισα να γράψω τη ζωή μου. Την Αυτοβιογραφία μου, που είναι και η Ιστορία της Λαϊκής Μουσικής. O τίτλος θα μπει όπως τον γράφω εγώ. Αυτός εδώ:
“H ZΩH KAI H IΣTOPIA TOY BETEPANOY ΓIANNH ΠAΠAΪΩANNOY”

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ο Κώστας Παπασπήλιος αναζητά τον μπαρμαγιάννη, ανάμεσα στη φτώχεια και την αθωότητα του Πειραιά.

Συγγραφέας: Κώστας Παπασπήλιος
Εκδόσεις: 24 γράμματα
Ημερομηνία έκδοσης 23/11/2020

Τραγούδια γραμμένα με χρυσές κλωστούλες, κλωστούλες που έδεσαν την αλμύρα της θάλασσας με τα όνειρα και τις ζωές των ανθρώπων.
Ένα μοναδικό ταξίδι γεμάτο ήχους, στιχάκια, απίστευτες ιστορίες αγνών ανθρώπων απαλλαγμένων από υπαρξιακές σκοτούρες και βαθυστόχαστες αναλύσεις…
Ένα μαγικό ταξίδι για να γνωρίσετε ολόκληρη τη λαϊκή μας μουσική μέσα από τις περιπέτειες του μπαρμπαγιάννη, ένα τρυφερό χάδι από ένα διαφορετικό μάγκα, έναν ΑΧΡΑΝΤΟ μάγκα.

Ο Γιάννης Παπαϊωάννου υπήρξε ένας από τους βασικότερους πυλώνες του ρεμπέτικου πολιτισμού. Χαρισματικός συνθέτης, μπουζουξής με ταξίμι για σπουδή και εκφραστικός τραγουδιστής, άφησε εποχή. Σαν άνθρωπος απλός, καλοσυνάτος, θαρραλέος και με ντομπροσύνη, αποτέλεσε πρότυπο ήθους. Η ζωή του δοκιμασμένη από πλήθος περιπέτειες, είναι πραγματικό σενάριο για κινηματογραφική ταινία. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλου του βιβλίου)

Φωτογραφικό λεύκωμα: Ασπρόμαυρες φωτογραφίες και κείμενα που αποτυπώνουν τη ζωή και την εποχή του.

Συγγραφέας: Γιώργος Ζαρκαδάκης
Εκδότης: Τεγόπουλος, Μανιατέας
Αθήνα 1997

Από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκε η ιδέα για το “Μύθο Ρεμπέτικο” μέχρι το οριστικό “Τυπωθείτω!”, δεν σταμάτησε η αναζήτηση, η έρευνα, η συμπλήρωση. Μία μία συγκεντρώθηκαν οι φωτογραφίες από τις οικογένειες των μεγάλων συνθετών. Κάποιες τις είχαν φυλάξει οι ίδιοι ή μακρινοί συγγενείς, κάποιες διέσωσαν συλλέκτες που αγαπούν το ρεμπέτικο.

Το φωτογραφικό υλικό και οι μαρτυρίες ανθρώπων, που έζησαν από κοντά τους καλλιτέχνες και την εποχή τους, αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τους συγγραφείς των κειμένων. Το δημιουργικό δέος του Γιώργου Ζαρκαδάκη συνάντησε τη διεισδυτική, έμπειρη ματιά της Νίτσας Λουλέ-Θεοδωράκη κι αυτή με τη σειρά της το ιερό βίωμα και τον προσωπικό λόγο του Γιώργη Χριστοφιλάκη.

Πρώτη φορά βρίσκεται συγκεντρωμένο σε έκδοση όλο αυτό το φωτογραφικό υλικό για καθέναν από τους τρεις μεγάλους του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού μας. Και στα CD που συνοδεύουν την έκδοση, ακούγονται για πρώτη φορά κάποιες αυθεντικές, σπανιότατες ηχογραφήσεις – προσωπικές στιγμές των δημιουργών.

Για όλους αυτούς τους λόγους, είμαστε σήμερα ιδιαίτερα ικανοποιημένοι και υπερήφανοι που ολοκληρώσαμε το έργο αυτό. Πιστεύουμε ότι ο “Μύθος Ρεμπέτικος” αξίζει να βρίσκεται σε κάθε ελληνικό σπίτι. Για να γνωρίζουμε το παρελθόν, να κατανοούμε το παρόν, να διαμορφώνουμε το μέλλον. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλου του βιβλίου)

Στο κέντρο «Πανόραμα», στις Τζιτζιφιές, Γιάννης Παπαϊωάννου με τον γιο του Αντώνη Παπαϊωάννου στο μικροφωνο. Δίπλα από τον μπαρμπα-Γιάννη ο σπουδαίος Κύπριος σολίστ, Χρήστος Κωνσταντίνου σε νεαρή ηλικία και σπουδαίος συνθέτης στη συνέχεια με σημαντική καριέρα στο χώρο της λαϊκής μουσικής!. Ως «μαθητής» του Γιάννη Παπαϊωάννου, υπήρξε ένας από τους κορυφαίους στους αυτοσχεδιασμούς (ταξίμια).

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ / ΚΑΙ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Ο Παπαϊωάννου με κιθάρα. Δεξιά παίζει χαβάγια!

Ο Γιάννης Παπαϊωάννου (γνωστός και ως «Ψηλός» ή «Πατσάς») γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 1913 (ή 1914, ανάλογα με την πηγή) στην Κίο της Προποντίδας (τουρκικά Gemlik) – ως πρόσφυγας ήρθε στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.

ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: Μικρασιατική καταστροφή, ξεσπίτωμα και προσφυγιά. Η εγκατάσταση στον Πειραιά. Πρώτη παράγκα – Στα καΐκια με το Ζέπο. Από τη μπάλα στο μπουζούκι, το μεγάλο του έρωτα που καθόρισε την πορεία του στη μουσική και το τραγούδι. (απο την αυτοβιογραφία του)

” H μητέρα μου λεγόταν με το πατρικό της όνομα Xρυσή, το γένος Bονομπάρτη και ο πατέρας μου Παναγιώτης. O πατέρας της μητέρας μου είχε μεγάλη περιουσία, επί το πλείστον ελαιώνες. O πατέρας μου ήταν πολύ σπάταλος, δεν τα εχτιμούσε τα λεφτά, αλλά η μάνα μου του κολλούσε κι έτσι μάζευε τα λεφτά κι αγοράσαμε σπίτια και κτήματα.

Το Καινούργιο Τραγούδι, περιοδικό τεύχος 66, 15 Δεκεμβρίου 1954

O πατέρας μου ήταν και του πιοτού, λόγω της δουλειάς του, και η μάνα μου μόλις πλεύριζε το καράβι, τον τσάκωνε και του τα έπαιρνε, γιατί έβγαζε πολλά και τα χάλαγε. Στο τέλος αναγκαστήκαμε και πήγαμε ένα διάστημα στην Πόλη και τον είχαμε από κοντά. Έτσι μεγάλωνε η περιουσία μας και πήραμε και άλλα σπίτια και κτήματα……

Aυτά όλα μου τα είπε η μάνα μου, γιατί της έλεγα εγώ: «Γιατί δεν κάνατε κι άλλο παιδί, αφού είχατε οικονομική άνεση;» Mου είπε τότε ότι επειδή ο πατέρας μου ήταν σπάταλος, τον είχε από κοντά και δεν αποφάσιζε κάτι τέτοιο. Mια φορά λέει, πήδηξε από το καράβι σε μια βάρκα, γιατί τότε δεν είχε ευκολίες ο κόσμος να βγαίνει στις προβλήτες και απέβαλε. Θα είχα ακόμα ένα αδερφάκι……

O Γιάννης Παπαϊωάννου, με τους καπετάνιους – ήρωες δυο τραγουδιών του!. Τον Παγίδα (δίπλα του) και τον Ζέππο. Μαζί τους η τραγουδίστρια Ελένη Ροδά (από το αρχείο του Πάνου Σαββόπουλου).

Η Μικρασιατική καταστροφή και ο ξεριζωμός
Τότες με την καταστροφή της Μικράς Ασίας το 1922 με τη μάνα μου και τη γιαγιά μου ―τη μάνα της μάνας μου― φύγαμε για την Ελλάδα. Kι αυτή τη φρίκη τη θυμάμαι σαν όνειρο. Eίναι εικόνες που ποτέ δεν μου έφυγαν από το μυαλό! O κόσμος φώναζε βοήθεια και η θάλασσα ήταν γεμάτη αίμα, μπαούλα, ρούχα και άλλα. Είμαστε οικονομικά ανεξάρτητοι, είχαμε μεγάλη περιουσία στην Kίο, αλλά όταν φύγαμε, πήραμε μια μαξιλαροθήκη, τις εικόνες, τις φωτογραφίες και κάτι συμβόλαια στα Τούρκικα.

Χαλασμός κόσμου, αίμα, δυστυχία, τι να σκεφθείς; Άλλωστε είχαν αρχίσει να μπαίνουν Τούρκοι στο χωριό μας και φύγαμε με τρόμο και μόλις προλάβαμε κι ανεβήκαμε στο καράβι μαζί με κάτι θείους μου, από το σόι της μάνας μου. Όλοι λέγανε ότι θα τα κανόνιζε το κράτος και θα ξαναγυρίζαμε. Όλοι το πιστεύανε!

Ο Γιάννης Παπαϊωάννου παίζει και τραγουδά, την δεκαετία του ’60, με την Ρίτα Σακελαρίου. Στο άλλο μπουζούκι ο Κώστας Αντωνιάδης.

Η μεταφορά στην Ελλάδα.  Άρχισαν τα μαρτύρια. Όσοι έζησαν αυτά τα πράματα τα ξέρουνε. Μόνο οι Μικρασιάτες. Στους άλλους φαίνονται παραμύθια. Kάναμε μια στάση στη Σαμοθράκη και βγήκαν κάτι λίγοι να γεμίσουν τα βαρέλια με νερό.Όταν τα έφεραν τα βαρέλια στο καράβι και ξεκινήσαμε, το νερό είχε βατράχια. Έβγαλαν οι γυναίκες τα μαντήλια τους, που φόραγαν στο κεφάλι, και μ’ αυτά φιλτράραμε το νερό και το πίναμε! Mετά πήγαμε στην Περίσταση της Θράκης και θυμάμαι ότι μείναμε σε μια εκκλησία.

Mετά από λίγο καιρό, μας έδιωξαν κι από κει και μας έφεραν στον Πειραιά, στον Άη Γιώργη, στο Kερατσίνι, εκεί που είχαν τους τρελλούς. Mας έβαλαν σε κάτι αποθήκες που ήτανε γεμάτες σκουλήκια. Άλλα μαρτύρια. Ποτέ δεν ξεχνιούνται. Mας έκαναν καραντίνα και μας έβαλαν τα ρούχα στον κλίβανο. Oι ντόπιοι μάς έκλεβαν τα ρούχα, ό,τι είχαμε, ακόμα και τα παπούτσια! Ποιος μπορεί να ξεχάσει; Πείνα, δυστυχία, περιφρόνια… Πώς να σου φύγουνε αυτά από το μυαλό;

Πρώτη παράγκα – Στα καΐκια με το Zέπο
Μετά πήγαμε στον Άγιο Διονύση, εκεί είχε πεύκα και ήταν πρώτα νεκροταφείο. Κάναμε τσαντίρια και μείναμε. Άλλα μαρτύρια….
Πρώτο μας σπίτι στην Ελλάδα μια παράγκα και αμέσως στρώθηκα στη δουλειά. Είχα να θρέψω τον εαυτό μου, τη μάνα μου και τη γιαγιά μου. Φτώχεια, δυστυχία, κατατρεγμός, άσχημα χρόνια για τους Μικρασιάτες, που ποτέ δεν ξεχνιούνται.

Οι Τζιτζιφιές εκείνα τα χρόνια είχαν μόνο 4 σπίτια και η παραλία ήταν όλο βούρλα και χαντάκια. Tέλος, είχα φτάσει τα 14 χρόνια μου. Οι θείοι μου ήταν ψαράδες και κανονίσανε με κάποιο καΐκι, έφτιαξαν δίχτυα και βγήκαν στη δουλειά. Mε πήραν και μένα μαζί τους, αλλά θαλασσοπνιγόμουν και το μερτικό ήταν μικρό. Έφυγα και πήγα σε έναν άλλο θείο μου, που ήταν μαραγκός.

Έκατσα λίγο καιρό, αλλά περισσότερο ήταν το ξύλο παρά το ψωμί που έτρωγα! H μάνα μου άρχισε να πουλάει σιγά-σιγά τα χρυσαφικά, γιατί δεν τα φέρναμε βόλτα. Με πήρε η μάνα μου μετά και με έβαλε σε ένα συνεργείο φορτηγών αυτοκινήτων εδώ στον Άγιο Διονύση, στο γκαράζ του Άννινου. Εκεί μέσα ήταν το συνεργείο του Γιάννη Kότσια.

Ήμουνα και ναυτοπρόσκοπος σαλπιγκτής. Γιατί από μικρό παιδί στην Kίο έπαιζα φυσαρμόνικα. Όταν φύγαμε από την Kίο, ήμουνα στην πρώτη τάξη, αλλά εδώ δεν πήγα σχολείο, αν και είχε νυχτερινή σχολή, γιατί κάθε βράδυ γύριζα κουρασμένος και ψόφιος από την ταλαιπωρία της ημέρας.

Με το γιό του Αντώνη

Πήγα για λίγο καιρό και δούλεψα με το Ζέπο στα καΐκια του, αυτόν που τον έκανα τραγούδι. Μεγάλος αυτός ο άνθρωπος, μεγάλη ιστορία. Φίλος μου. Συνέχισα τη δουλειά μου στις οικοδομές. Κουβάλαγα άμμο, κάθε μέρα στο γιαπί, κάθε μέρα κούραση. Mετά σιγά-σιγά πήρα και το μυστρί, άρχισα να γίνομαι μάστορας. Έτσι πέρασε λίγος καιρός κι αρχίσαμε να ανασαίνουμε με τη γριά.

Εκεί στη γειτονιά μου ήταν δύο αδέρφια που είχαν φορτηγό αυτοκίνητο, ο Μήτσος και ο Νίκος. Είχα κι εγώ από τότε νοσταλγία με τη ρόδα. Πήγα μαζί τους. Tσούλαγε το αυτοκίνητο, τσουλάγανε και οι μέρες. Kουβαλάγαμε τσιμέντα και σίδερα στο Μαραθώνα. Στο γυρισμό κουβαλάγαμε κόσμο από το δρόμο. Άλλος δίφραγκο, άλλος τάληρο, βγάζαμε μεροκάματο 150-200 δραχμές την ημέρα.

Ήμουνα καλά. H δουλειά αυτή κράτησε κανένα χρόνο. Είχα μάθει κι εγώ οδηγός και οδηγούσα καμμιά φορά, γιατί το αφεντικό μού είχε εμπιστοσύνη. Ύστερα μου είπαν να μου βγάλουν δίπλωμα, αλλά τότε για να βγάλεις δίπλωμα έπρεπε να έχεις πάει φαντάρος. Φτάσαμε έτσι στο 1928.

Ο Παπαϊωάννου με δύο φιλαράκια του, όταν ήταν τερματοφύλακας του Φαληρικού 1925 (απο το βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου)

Από τη μπάλα στο μπουζούκι
Είχα από μικρός το πάθος του αθλητισμού και της μουσικής. Τότε άρχισα να παίζω μπάλα. Ήμουνα καλός τερματοφύλακας, έπιανα τη μπάλα με ένα χέρι κι έβγαζε «βυζί»! Τέλος η πρώτη ομάδα που έπαιξα ήταν η Πέρα-Κλουπ, στις Τζιτζιφιές. Μετά ο Αντωνάκος, που ήταν φίλος μου, έπαιζε μπακ στον «Φαληρικό». Αυτός με πήρε στην ομάδα.

Έπαιξα κι εκεί λίγο, γιατί έπαθα ζημιά. Παίζαμε μια φορά με κάτι ξένους από κάτι πολεμικά καράβια. Στο παιχνίδι αυτό ήρθε σε κάποια στιγμή η μπάλα μέσα στην περιοχή μου και εξόρμησα να την πιάσω. Ένα θηρίο έπεσε επάνω μου και κοψομεσιάστηκα.Ήμουνα αναίσθητος….

“Grecian Cave” in Astoria, New York. Δεκαετία του ’60. Φωτογραφία από το περίφημο κέντρο διασκέδασης “Σπηλιά”, στη Νέα Υόρκη (ΗΠΑ). Ο Μπαρμπα Γιάννης παίζει με το μπουζουκι πίσω από το κεφάλι. Δίπλα του η τραγουδίστρια Γεωργία-Τζόυ Κουλουκάκη!, αδερφή του,επίσης πολύ κάλου τραγουδιστή, Γιάννη Κουλουκάκη!.

Έμεινα στο κρεβάτι πολύ καιρό, η γριά χάλαγε τον κόσμο. Όταν έγινα καλά, ήρθαν κάτι φίλοι μου από την ομάδα να με πάρουν πάλι. H γριά τους έδιωξε. Εγώ ήθελα να παίζω, η γριά όχι. Κάθε μέρα γινόταν καυγάς τρικούβερτος. Τέλος της είπα για να σταματήσω τη μπάλα, θα μου πάρεις ένα μαντολίνο! Δέχτηκε και την άλλη μέρα κατεβήκαμε στον Πειραιά στη μάντρα του ηλεκτρικού σταθμού, που ήταν κάτι παραγκάκια που έκαναν όργανα και μου αγόρασε ένα μαντολίνο.

Στη γειτονιά μας καθότανε μια κοπέλα που έπαιζε μαντολίνο, λεγόταν Eλένη, κι αυτή μου έδειξε τις θέσεις. Tο ντο-ρε-μι. Τις ελεύθερες ώρες μου, μετά την οικοδομή, έπαιζα μαντολίνο. Τα άρπαζα όλα γρήγορα. Έριξα όλο το πάθος μου στη μουσική. Αφού έμαθα καλά, πήρα μετά μια κιθάρα. Εκεί πια ήταν η ιστορία, έπαιζα χαβάγια. Είχαμε κάνει ένα γκρουπ ωραίο, πέντε-έξι και κάναμε καντάδες στη γειτονιά..

Δεκέμβριος του ’68 στο κέντρο “ο Ξενύχτης” με τους Γιώργο Λαύκα, Στράτο (Παγιουμτζή), Μάρκο Βαμβακάρη και τη Ρίτα Σακελαρίου

Το μπουζούκι: Ο μεγάλος έρωτας που καθόρισε την ζωή του και το έργο του.
Τα μεσημέρια πήγαινα σε μια ταβέρνα, στου Γκινόπουλου, στις Τζιτζιφιές κι έτρωγα. Ακούστε λοιπόν, πώς πήρα το μπουζούκι και πώς έγινα Παπαϊωάννου: Ένα μεσημέρι καθόμουνα στην ταβέρνα αυτή κι έτρωγα. Ήμουνα με τα ρούχα της δουλειάς. Άκουσα ένα δίσκο που είχε βγάλει στην Αμερική ο Γιάννης Χαλικιάς.

Ήταν ένας μεγάλος δίσκος αμερικάνικος και από τη μια είχε ένα σόλο Μινόρε και από την άλλη ένα σόλο ζεϊμπέκικο. Μόλις το άκουσα τρελάθηκα. Σηκώθηκα να διαβάσω το δίσκο και είδα το όνομα του Χαλκιά. Έγραφε Γιάννης Χαλικιάς. Ήταν το «Mινόρε του Tεκέ». Τρέλλα!!

Τέτοιο πράγμα, τέτοιο σόλο δεν πρόκειται να ξανα γεννησει η φύση. Κανείς δεν ξαναγραψε τέτοιο. Αυτό το σύμβολο, πράγμα απλησίαστο από όλο τον κόσμο. Αμέσως άλλαξα γνώμη κι είπα θα πάρω μπουζούκι. Φούντωσε το μυαλό μου, δεν το χόρταινα να το ακούω…. και μια μέρα κατέβηκα στον Πειραιά κι αγόρασα ένα δικό μου. Λεφτά είχα, είπαμε είχα εργολαβίες και είχα ψιλά στη καβάντζα.

Τα μπουζούκια του Γιάννη Παπαϊωάννου. Στο αριστερό μπουζούκι διακρίνονται τα αρχικά του Ι. Π. στο κάτω μέρος της φιγούρας κοντά στον Καβαλάρη και στο δεξί η πινακίδα κατασκευής του Ζοζέφ Τερζιβασιάν «O Στραντιβάριους των μπουζουκιών» τον ονόμαζε o Τσιτσάνης που ήταν φίλος και συνεργάτης του.

Tο πήρα και το πήγα σπίτι. Ποιος είδε Θεό και δεν φοβήθηκε! Mε έπιασε η μάνα μου στο μονότερμα. Πάρτο, φύγε, αλήτη, εγκληματία, παλιάνθρωπε, και τα λοιπά. Μπουζούκι, μούλεγε, έφερες εδώ πέρα, να σηκωθείς να φύγεις, και δωστου τα ίδια και τα ίδια. Με έδιωξε. Έδιωξε η μάνα το παιδί για το μπουζούκι! Λες και ήταν φονικό όργανο.

Κακόμοιρο όργανο, πόσα δεν τράβηξες κι εσύ μαζί με εμάς; Άσχετα αν σήμερα αυτό το όργανο το έκαναν μπαλαρίνα, όπως και τα λαϊκά τραγούδια. Tι να κάνω, λοιπόν, το πήγα σε μιανού φίλου το σπίτι και το έκρυψα. Πήγαινα κάθε μέρα και μάθαινα, αλλά στα πεταχτά και κρυφά. Πούλησα παραμύθι στη γριά ότι το έδωσα πίσω. Στο σπίτι του φίλου μου γινόταν η μελέτη μου. Αυτό το όργανο με τράβαγε. Είναι άσχημος νταλκάς αυτό το παλιόξυλο! “

Ο Βασίλης Τσιτσάνης στο τραγούδι με τον Γιάννη Παπαϊωάννου να παίζει μπαγλαμά

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ:
Η πρώτη ηχογραάφηση. Στο πάλκο, στα ιστορικά μαγαζιά της εποχής. Στη δισκογραφία, στην κορυφή του πενταγράμμου. Στο στρατό. Οι συνεργασίες του με τους στιχουργούς, τους συνθέτες, τους τραγουδιστές.

Ο Παπαϊωάννου ήταν μια πολυδιάστατη μουσική προσωπικότητα που υπηρέτησε το ελληνικό πεντάγραμμο τόσο ως συνθέτης και στιχουργός όσο και ως τραγουδιστής και οργανοπαίκτης. Πρωτοεμφανίστηκε στη δισκογραφία το 1937 για να γράψει μια ιδιαίτερη πορεία στο ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι.

Το “Τρίο Παπαϊωάννου”.. Το Αλεκάκι (Αλέκος Παναγόπουλος), ο Παπαϊωάννου και το Στεφανάκι (Στεφανάκης Σπιτάμπελος), στο “Φωτογραφείον Ιω.Θεοδωρής”, το 1937. Τον δίσκο κρατάει κάποιος κρυμμένος (φαίνεται τα δάχτυλα!). Συνήθως, τέτοιες φωτογραφίες έβγαζαν οι λαϊκοί συνθέτες όταν κυκλοφορούσαν τον πρώτο τους δίσκο.(Από το βιβλίο του Η. Πετρόπουλου).

Επαγγελματικά με το τραγούδι ασχολήθηκε από το 1933 και μέσα σε δύο χρόνια το πρώτο δικό του τραγούδι ήταν στα στόματα όλων, αν και επισήμως σε δίσκο θα κυκλοφορούσε το 1937: ήταν η σπουδαία «Φαληριώτισσα», που έγινε αμέσως επιτυχία και του έδωσε έτσι τη δυνατότητα να συνεχίσει στα μουσικά πάλκα. Πρωτοεμφανίστηκε επαγγελματικά δίπλα στους Μάρκο Βαμβακάρη και Στέλιο Κερομύτη το 1937.

Ένας άνθρωπος σεμνός, τίμιος και γνήσιος καλλιτέχνης, ο Παπαϊωάννου μας χάρισε αξέχαστα και αγέραστα τραγούδια όπως τα «Φαληριώτισσα», «Καπετάν Αντρέας Ζέπος», «Μοδιστρούλα», «Βαδίζω και παραμιλώ», «Πριν το χάραμα», «Σβήσε το φως να κοιμηθούμε» και τόσα ακόμα, γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία με τα κομμάτια του που συνδύαζαν στοιχεία από καντάδες, μπάλους και μικρασιατικά ηχοχρώματα.

Ο Γιάννης Παπαϊωάννου φαντάρος, με το μπουζούκι του, όταν υπηρετούσε στο 1ο Σύνταγμα Αθηνών (1935).

Το 1935 υπηρέτησε τη θητεία του στον στρατό, αν και έμελλε σύντομα να ξανακληθεί στις τάξεις του, πολεμώντας ως φαντάρος στην Αλβανία το 1940. Την ίδια περίοδο γίνεται μέλος της φημισμένης «Πειραιώτικης Κομπανίας» (Μάρκος Βαμβακάρης, Στράτος Παγιουμτζής, Στέλιος Κερομύτης και Ανέστης Δελιάς) και παίζει σε όλη την Ελλάδα, αν και σύντομα θα ξεσπάσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και θα έρχονταν τα τραγικά χρόνια της Κατοχής. Συνεχίζει βέβαια να παίζει στα νυχτερινά κέντρα, όπου και γνωρίζει την Ευδοξία Καμπούρη, με την οποία θα παντρευτεί τελικά το 1944 και θα αποκτήσει προοδευτικά τρία παιδιά.

Μετά από τον πόλεμο, ξανά ηχογραφεί και ακολούθησαν πλήθος από σπουδαία τραγούδια που έμειναν κλασικά, μεταξύ των οποίων και είναι τα: “Μοδιστρούλα”, “Βαγγελίτσα μου”, “Καπετάν Ανδρέα Ζέπο”, ” Σου ‘χα χαρίσει μια καρδιά”, “Έχουν καρδιά και οι φτωχοί” και “Πέντε Έλληνες στον Άδη” σε στίχους Κώστα Μάνεση, “Βαδίζω και παραμιλώ”, “Δεν σε θέλω πια {Μη μου λες γιατί ξεχνάω}”, “Σβήσε το φως”, “Είμαστε φίλοι”, “Σου ‘χει λάχει”, “Ο Μαστραπάς” κ.ά.

Η συνεργασία του με τον στιχουργό Χαρ. Βασιλειάδη ή Τσάντα είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία μοναδικών και ανεπανάληπτων τραγουδιών: “Πριν το χάραμα”, “Πήρα το δρόμο το στενό”, “Είσαι γυναίκα του μπελά”, “Απ’ της Ζέας το λιμάνι (Χτες το βράδυ σε μια βάρκα)”, “Στα πεύκα και στα έλατα (Τα νιάτα δεν τα χόρτασα)” κ.ά

Στο “Φαληρικόν” πάλκο με δυνατά μπουζούκια. Βασίλης Τσιτσάνης, Πόλυ Πάνου, Γιάννης Καραμπεσίνης, Ρένα Ντάλμα, Γιάννης Παπαϊωάννου, πίσω στο πιάνο η Ευαγγελία Μαργαρώνη (Δεκέμβριος του ’60)

Στην κορυφή του ελληνικού πενταγράμμου
Ο Παπαϊωάννου άνοιξε κάποια στιγμή το δικό του μαγαζί, αν και θα το ’κλεινε σύντομα, καθώς επιχειρηματίας δεν ήταν ποτέ. Ήταν τόσο μεγάλη η καρδιά του που δεν μπορούσε να επιβιώσει στον δύσκολο μεταπολεμικά κόσμο. Τώρα όμως είναι ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του ρεμπετο-λαϊκού πάλκου, δίνοντας τραγούδια του σε πολλούς, τα οποία σκαρφαλώνουν στις πρώτες θέσεις της δισκογραφίας.

Ο Γιάννης Παπαϊωάννου αραχτός στο πάλκο!. Ξεχωρίζουν, ο Βασίλης Τσιτσάνης και η Άννα Χρυσάφη πίσω από τον Γιάννη Παπαϊωάννου..

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΪΩΆΝΝΟΥ ΥΠΟΓΡΑΦΕΙ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΤΟΥ ΣΤΕΛΙΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗ: Το 1953 ο Παπαϊωάννου συνεργάζεται με τον νεαρο Στέλιο Καζαντζίδη που ξεκινούσε τότε την πορεία του στον χώρο του λαϊκού τραγουδιού. Του δίνει να ερμηνεύσει τις θρυλικές “Βαλίτσες” (Δεν θέλω το κακό σου) σε στίχους Κ. Μάνεση. Είναι μόλις το δεύτερο τραγούδι που γραμμοφωνεί ο Καζαντζίδης – το πρώτο “Για μπάνιο πάω” του Απόστολου Καλδάρα είχε περάσει απαρατήρητο – και γνωρίζει μεγάλη επιτυχία.

Η Καίτη Γκρέυ ανάμεσα στον Βασίλη Τσιτσάνη και τον Γιάννη Παπαϊωάννου στον «Περιβόλα» στις αρχές της δεκαετία του 1960. Πίσω διακρίνονται ο Θανάσης Κανακάρης και ο Μάνεσης.

Ο Παπαϊωάννου, μαζί με τον Τσιτσάνη και τον Χατζηχρήστο θέτουν τις βάσεις για την δημιουργία του (νέου) λαϊκού τραγουδιού.

Τα ιστορικά μαγαζιά που τραγούδησε:
Έπαιξε και τραγούδησε σε πάλκα ιστορικά, όπως στο “Δάσος” του Βλάχου στο Βοτανικό μαζί με τους Βαμβακάρη, Παγιουμτζή, Χατζηχρήστο, Κερομύτη, Μπάτη, Δελιά, στου “Καλαματιανού” στις Τζιτζιφιές μαζί με Μάρκο και Αργύρη Βαμβακάρη, Ποτοσίδη, Μητσάκη, Μανισαλή, Κερομύτη, Χατζηχρήστο, Περιστέρη, Ρούκουνα, Μαρσέλο, Κασιμάτη.

1950-’53 – Στήν Τριάνα τού Χειλά. Ο Βασίλης Χειλάς κάθεται στα δεξιά του πάλκου, μπροστά από τον Ηλια Ποτοσιδη!. Μαζί με Παπαϊωάννου, Ρενα Νταλια, Νικος Καλλεργης, Ανεστος Αθανασιου, πισω με βιολι ή ο Καρμανιόλας ή ο Λαζάρου. Η Τριάνα ήταν το σημαντικότερο μεταπολεμικό λαϊκό μαγαζί της Αθήνας. Ο Παπαϊωάννου έπαιζε εδώ χρόνια με καταπληκτική επιτυχία, γεμίζοντας το μαγαζί δύο και τρεις φορές την βραδιά!

Στην “Τριάνα του Χειλά” στην Λεωφόρο Συγγρού με Μοσχονά, Ντάλια, Μητσάκη, Ευσταθίου, Σεβάς Χανούμ, Χιώτη, Μπέλλου, στο “Φαληρικόν” με Τσιτσάνη, Περπινιάδη, Πόλυ Πάνου, στου “Περιβόλα” και “Κεφάλα” στην Κοκκινιά με Τσιτσάνη, Γκρέυ, Περπινιάδη, στο “Χάραμα” στην Καισαριανή με Τσιτσάνη, Μπέλλου κ.α. Ενώ δημιούργησε και δικό του μαγαζί στις Τζιτζιφιές, την “Φαληριώτισσα”.

Δυνατό πάλκο με τους, απο αριστερα: Ηλιας Ποτοσίδης, Νίκος Τουρκάκης, Τσιτσάνης, Αννα Χρυσάφη, Παπαιωάννου, Στελιος Μακρυδάκης, Σαλασίδης κιθάρα και Λαζάρου βιολί!

Από το 1955, ο Παπαϊωάννου θα ξεκινήσει τη σχεδόν αποκλειστική συνεργασία του με τον Βασίλη Τσιτσάνη, κατέχοντας πια το μεγαλύτερο δισκογραφικό χαρτοφυλάκιο! Τώρα ο κόσμος τον ξέρει ως «Μπαρμπα-Γιάννη» και οι συνοδοιπόροι του στη μουσική τον αναγνωρίζουν ως «ψυχή του ρεμπέτικου». Εκτός από σπουδαίος λαϊκός συνθέτης και δεξιοτέχνης του μπουζουκιού (ποιος άλλος έπαιζε ταξίμια σαν τον «Μπαρμπα-Γιάννη»;), υπήρξε και ένας από τους εκφραστικότερους τραγουδιστές, σφραγίζοντας το ρεμπέτικο και το λαϊκό με τη μοναδική και από κάθε άποψη ιδιαίτερη φωνή του…

Ο Παπαϊωάννου ήταν από τους λίγους παλιούς συνθέτες και ερμηνευτές που διασώθηκαν μετά τη δεκαετία του 1960, γράφοντας πια τραγούδια για τη νέα γενιά (Μπιθικώτσης, Διονυσίου, Πόλυ Πάνου, Καίτη Γκρέυ, Ρεπάνης, Γαβαλάς, Καζαντζίδης, Μαρινέλλα κ.ά.).

Την ίδια εποχή εμφανίζεται και σε μια σειρά από ελληνικές ταινίες, όπως οι «Αμαρτίες γονέων», «Ο μπαμπάς μου κι εγώ», «Μοδιστρούλα» κ.λπ., και συντάσσει την αυτοβιογραφία του, η οποία θα κυκλοφορήσει τελικά το 1982.

Στη σαραντάχρονη πορεία του, ο «Μπαρμπα-Γιάννης» έγραψε εκατοντάδες τραγούδια, όργωσε Ελλάδα και Αμερική και ανέδειξε μια ολόκληρη γενιά μουσικών και τραγουδιστών. Ο Γιάννης Παπαϊωάννου ήταν πρωτομάστορας. Ανέδειξε μια ολόκληρη γενιά καλλιτεχνών, μουσικών και τραγουδιστών! 35 χρόνια σε σκηνές λαϊκών μαγαζιών, 800 τόσα τραγούδια, με εμφανίσεις – περιοδείες σε Ελλάδα και Αμερική και μια πλούσια δισκογραφία μαρτυρούν την κολοσσιαία συνεισφορά του!!

ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ:
Οι περιοδείες του στον απόδημο ελληνισμό. Στην Κωνσταντινούπολη. Στην Αμερική την οποία επισκέφθηκε επανειλημμένα που άφησε τη σφραγίδα του στη διασκέδαση και στην δισκογραφία.

Ηταν μάλιστα ο πρώτος λαϊκός συνθέτης που ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη και στην Αμερική για να τραγουδήσει για τον απόδημο ελληνισμό, ανοίγοντας έτσι διάπλατα το δρόμο για όλους τους έλληνες δημιουργούς. Λίγοι έχουν τραγουδήσει με τέτοια αναπαραστατική δύναμη τις χαρές, τις λύπες, τους καημούς και τους πόνους της ελληνικής ψυχής, καθώς ο Παπαϊωάννου ενσάρκωσε με τη δύσκολη ζωή του όλες τις εθνικές μας περιπέτειες, από τους Παγκόσμιους Πολέμους και τον εμφύλιο μέχρι τη δικτατορία, την ξενιτιά, τη φτώχεια και την πείνα…

Το 1953, στο πρώτο ταξίδι του ” Ψηλού ” στο Αμέρικα. Στην 1η σειρά ο Θανάσης Αθανασίου – (μπουζούκι), η Ρένα Ντάλλια και ο Γιάννης Παπαϊωάννου!

Το 1952 ο Παπαϊωάννου φεύγει για περιοδεία στην Κωνσταντινούπολη και το 1953 σαλπάρει για τον Νέο Κόσμο, εμφανιζόμενος σε αμέτρητα κέντρα διασκέδασης και ηχογραφώντας εκεί τραγούδια για τον απόδημο ελληνισμό. Όπως είπαμε, ήταν ο πρώτος έλληνας μπουζουξής που ταξίδεψε στην Αμερική εγκαινιάζοντας έτσι τον δρόμο της περιοδείας στην ομογένεια για τους συναδέλφους του, καθώς η Αμερική αποδείχθηκε ελκυστικότατη για τους έλληνες μουσικούς.

1956. Ο Γιάννης Παπαϊωάννου στην Αμερική, με τον φίλο και συνάδελφο Νίκο Καλλέργη.

Συνολικά επισκέφθηκε τις ΗΠΑ 4 φορές, με πρώτη το 1953. Σχεδίαζε να καθίσει ένα μήνα αλλά τελικά παρέμεινε ένα χρόνο. Δεύτερη το 1956, ακόμη γύρω στο 1960 και τέλος, στα 1967. Στις δύο πρώτες επισκέψεις του είχε παρτενέρ τη Ρένα Ντάλλια (από τα δημοφιλέστερα ντουέτα της δεκαετίας του ’50), με την οποία έκαναν και πολλές ηχογραφήσεις, ενώ γνωρίστηκε με τον θρυλικό μπουζουξή Τζακ Γρηγορίου ή Χαλκιά και τους τραγουδιστές της ομογένειας Τζιμ Αποστόλου, Αξιώτη Κεχαγιά κ.α ..

Στο Αμέρικα τα χρόνια του ’60.. Στο κέντρο “Κηφισιά”, στην Νέα Υόρκη… με Παπαϊωάννου “Με το φημισμένο μπουζουκι του” , Μακρυδάκη “Τον ασύγκριτον στο Μπουζούκι”, *Τάσο Χαλκιά “Το Α’ Κλαρίνο της Ελλάδος” !!!!… Στο μαγαζί “ΚΗΦΙΣΙΑ” της Νέας Υόρκης!. New York – Restaurant “KEPHISIA” 250 WEST 27th Street N.Y.C. 60s,

ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ:
Τα συμπεράσματα. Ο τραγικός Επίλογος.

Πέρα από τα θρυλικά τραγούδια του, το αρχοντικό του παίξιμο στα ανεπανάληπτα ταξίμια του, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ξεχώριζε για την απλότητα, την καλοσύνη και το ήθος του, σε έναν χώρο, όπου βασιλεύει η ματαιοδοξία και περισσεύει η έπαρση, ο ανταγωνισμός και οι βεντέτες. Κάτι, το οποίο οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, βέβαια, στην οικογένειά του, στη μάνα και τη γιαγιά του που τον μεγάλωσαν στη Μικρά Ασία και τον Πειραιά.

Αλλά, και στη δική του περηφάνια που δεν χαμήλωσε ποτέ, μπροστά στην κοινωνική αδικία που βίωσε, όταν πάλευε για να χτίσει τη δική του ζωή και να δημιουργήσει τη δική του οικογένεια. Στις πλάτες του, ακούμπησαν τα πάθη και η μοίρα των προσφύγων.

Στο κέντρο «Πανόραμα», στις Τζιτζιφιές (1970-’72) ο Μπαρμπα-Γιάννης στην πίστα -πάνω στα πιάτα- με το μπουζουκι του, ρίχνει πενιές μαγκιόρες! Και φώναζαν από πάνω(ου) γειά σου Παπαϊωάννου !!!

Η αυθεντική δημιουργία στην ιστορία της Λαϊκής μουσικής
…« Εμείς είμαστε η ιστορία της λαϊκής μουσικής. Γι’ αυτό λέω ότι, όταν πεθαίνουμε κι εμείς οι τελευταίοι, ο Μάρκος κι εγώ, ο Τσιτσάνης και κάτι λίγοι ακόμη, δεν πρόκειται να ξαναγραφτεί αληθινό ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι. Γιατί αυτό δεν μπορεί να το γράψει όποιος – όποιος ή όποτε του καπνίσει. Πρέπει να το ζήσει, να το νιώθει, να το χει στο αίμα του»…

Ο ΤΡΑΓΙΚΟΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο Πάνος Γεραμάνης: δημοσιογράφος, παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών, βιογράφος, συγγραφέας και ερευνητής της ιστορίας του σύγχρονου ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.

Ο Πάνος Γεραμάνης, στην εκπομπή του, είπε τότε:
«Ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο κατ’ εξοχήν πηγαίος λαϊκός δημιουργός και δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, συνδύαζε τις ανθρώπινες αρετές με τα μεγάλα καλλιτεχνικά προσόντα. Οι καημοί που έβγαιναν μέσα από τα βάθη της ψυχής του περνούσαν στα δάχτυλα και από εκεί στις χορδές του μπουζουκιού του.

Το ρεπερτόριό του ένας μουσικός θησαυρός. Τα περισσότερα τραγούδια του λειτουργούν και σήμερα σαν δείγματα έμπνευσης και ποιότητας σε μια εποχή ισχνή και συχνά χυδαία.
Στην ωριμότερη ίσως στιγμή της καριέρας του, ήρθε ο Χάρος τον οποίο είχε περιγράψει στα τραγούδια του – και τον πήρε σε ηλικία πενήντα εννέα ετών.


Δύο άνθρωποι που τον έζησαν όσο λίγοι περιγράφουν την τελευταία νύχτα και τις τελευταίες στιγμές που πέρασαν κοντά στον αξέχαστο μπαρμπα-Γιάννη, ο γιος του, τραγουδιστής και σολίστ Αντώνης Παπαϊωάννου και ένας πολύ καλός του φίλος, ο ζωγράφος Αντώνης Ιωάννου.

Ο Αντώνης Παπαϊωάννου γιός του θρυλικού μπάρμπα-Γιάννη

Ο Αντώνης Παπαϊωάννου διηγείται:
Είχε ακουμπήσει με τα δυο του χέρια στη μισάνοιχτη πόρτα του ‘Πεζό 504’. Εγώ στεκόμουν απέναντί του. ‘Θέλω να ανέβω λίγο επάνω να παίξω με την μικρή’, μου είπε. Και ενώ ετοιμαζόταν να μπει στο σπίτι μας, έπιασε ξαφνικά το κεφάλι του με το ένα χέρι, έκανε μια γκριμάτσα και μου είπε: “Ωχ, βρε παιδί μου, ξέχασα το ραντεβού με την μάνα σου. Πρέπει να φύγω γιατί την έχω στήσει.

Της είπα να περάσω με τα πρώτα φέρι από την Σαλαμίνα, για να πάει τα χαρτιά στην εφορία’. Μπήκε στο αυτοκίνητο και κάθισε στο βολάν. Τοποθέτησε το μπουζούκι στο πίσω κάθισμα, με αποχαιρέτησε, πάτησε γκάζι και έφυγε. Η ώρα ήταν 5.25 π.μ. Μόλις είχε χαράξει. Ξημέρωμα Τετάρτης, 3 Αυγούστου του 1972.

Ο Αντώνης Ιωάννου διηγείται:
Την τελευταία βραδιά βρεθήκαμε με την γυναίκα μου και δύο φίλους στο “Πανόραμα”, στις Τζιτζιφιές και σε διπλανή παρέα ο φίλος μου Γιάννης Παπαϊωάννου, με 40 βαθμούς. Κουρασμένος, ζαλισμένος από τη ζέστη και την δουλειά, την ώρα που φεύγουμε μας σταματάει με ένα σφύριγμα για να ακούσουμε το τελευταίο τραγούδι: ‘Ψάχνω να βρω έναν άνθρωπο να πω τα μυστικά μου, να μην πεθάνω άξαφνα και μείνουν στην καρδιά μου’. Φεύγουμε και το πρωί ξύπνησα με το τηλεφώνημα της καταστροφής.

Ο ‘μπαρμπα-Γιάννης ο Ψηλός’ (όπως τον αποκαλούσαν φίλοι, γνωστοί και θαυμαστές), ξεκίνησε από τις Τζιτζιφιές για να πάει στο εξοχικό τους σπίτι στα Βασιλικά της Σαλαμίνας. Στο Πέραμα, όμως, στη λεωφόρο, προσπάθησε να αποφύγει ένα πουλί, έκανε μια στραβοτιμονιά και το ‘Πεζό 504’ κόλλησε σε μια κολώνα της ΔΕΗ. Το τιμόνι καρφώθηκε στο στομάχι του. Έπαθε εσωτερική αιμορραγία και μεταφέρθηκε αμέσως στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο της Νίκαιας, όπου μέσα σε 15 λεπτά ξεψύχησε Η ταφή του έγινε στο κοιμητήριο της Καλλιθέας.


Ετσι, μέσα σε μια στιγμή, έσβησε μια ζωή πενήντα εννέα χρόνων και μαζί της μια ιστορία ολόκληρη για το λαϊκό μας τραγούδι, για την ρωμαίικη διασκέδαση, για τον λαϊκό μας πολιτισμό. Ο Γιάννης Παπαϊωάννου άφησε κληρονομιά του ένα πλούσιο έργο, με 800 και πλέον τραγούδια. Τραγούδια γεμάτα έμπνευση, πλημμυρισμένα αισθήματα και ανθρωπιά.

Τραγούδια αληθινά, με αυθορμητισμό, απλότητα και μια αυτοτελή μελωδική γραμμή που έβγαινε από τις χορδές του μαγικού μπουζουκιού του. Μοναδικός ήχος που ερχόταν από τα βάθη του εσωτερικού του κόσμου και συναντούσε το κέφι και το μεράκι του αυθεντικού αυτού λαϊκού δημιουργού, τον οποίο διέκρινε -όπως κατά καιρούς εξομολογήθηκαν συνάδελφοί του, φίλοι ή αντίπαλοι-, η μεγαλοπρέπεια της καλοσύνης του».

Πριν η φήμη του Γιάννη Παπαϊωάννου εξαπλωθεί, εντός και εκτός των συνόρων, όπου υπάρχει Ελληνισμός, ο Ψηλός, πάλεψε δουλεύοντας σκληρά στη θάλασσα και στο γιαπί, πέρασε μέσα από συμπληγάδες και ξεπέρασε πολλούς σκοπέλους μέχρι να καταφέρει να εδραιώσει την παρουσία του και να καταλάμψει σαν άστρο, με το ταλέντο και την καθαρότητά του, σ’ έναν σκληρό κόσμο, αυτόν του λαϊκού τραγουδιού και των νυχτερινών κέντρων. Έναν κόσμο γεμάτο γυαλιστερούς γκρεμούς, τον οποίο ο Γιάννης Παπαϊωάννου επέλεξε να τον βαδίσει σταθερά με τα βήματα της αξιοπρέπειας και της τιμής.

Γι’ αυτό, η απώλειά του, πάνω στην ωραιότερη στιγμή της διαδρομής του, άφησε ακόμη μεγαλύτερο το, ούτως ή άλλως, δυσαναπλήρωτο κενό. Γι’ αυτό, η παρουσία του παραμένει ζεστή και ζώσα, ανάμεσα στους ανώνυμους απλούς ανθρώπους, που τον συνάντησαν, μέσα απ’ τα τραγούδια του, και τον αγάπησαν βαθιά, για την αυθεντικότητα του έργου και του βίου του, για την καθαρότητα της ψυχής του.

Γιάννης Παπαϊωάννου, ένας δίκαιος και ασυμβίβαστος μάγκας του λαϊκού και του ρεμπέτικου τραγουδίού. (με ταυτότητα)

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ.png

ΠΗΓΕΣ: www.newsbeast.gr, www.ogdoo.gr, www.discogs.com, https://stixoi.info, https://stagona4u.gr, www.taxydromos.gr,https://mpouzoukimpouzouksides.blogspot.com, www.sansimera.gr, Aristogeiton V. Kotsas.

Γιάννης Παπαϊωάννου: «Τα τραγούδια μου είναι τα παθήματά μου, οι αγώνες μου, το μεροκάματο για τη φασολάδα, τα όνειρά μου, οι καντάδες μου, η ζωή μου ολόκληρη και η ζωή του φτωχού κοσμάκη…»

ΚΑΛΗ ΑΚΡΟΑΣΗ «τα τραγούδια ανήκουν σε όποιον τα έχει ανάγκη»