RODERICK BEATON: ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

Στο εξώφυλλο τμήμα ψηφιδωτού από την αρχαία ελληνική πόλη Ζεύγμα, 2ος π.Χ. αι., στα σύνορα Τουρκίας-Συρίας. μεταφραστής Μενέλαος Αστερίου

Η κυκλοφορία στα ελληνικά του τελευταίου βιβλίου του Roderick Beaton, καθηγητή της Εδρας Κοραή Νεοελληνικής και Βυζαντινής Ιστορίας, Γλώσσας και Φιλολογίας στο King’s College London, γνωστού Σκωτσέζου ακαδημαϊκού και ελληνιστή: «Έλληνες – Μια παγκόσμια ιστορία» (εκδ. Πατάκης 2023) σε μετάφραση Μενέλαου Αστερίου, είναι ένα θαυμαστό ταξίδι που ξεκινά από την Εποχή του Χαλκού, οπότε έχουμε τα πρώτα γραπτά μνημεία μιας πρώιμης μορφής της ελληνικής γλώσσας, με ιστορικές, γλωσσολογικές, πολιτιστικές όσο και πολιτικές προεκτάσεις και καταλήγει στις μέρες μας, συνοδευόμενο από πλούσια βιβλιογραφία και εικονογράφηση.
«Δεν μπορείς να καταλάβεις τη σύγχρονη Ελλάδα αν δεν γνωρίζεις την ιστορία της, και δεν εννοώ μόνο την κλασική», επισημαίνει. Οι Μινωίτες, οι Μυκηναίοι, ο Όμηρος, η επινόηση της πολιτικής (και της δημοκρατίας), η κλασική Αθήνα, οι ελληνιστικοί χρόνοι, η «ελληνική αυτοκρατορία» της Ρώμης, ο εκχριστιανισμός, το Βυζάντιο, η Τουρκοκρατία, το διαρκές «μετέωρο βήμα» ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, παράδοση και νεωτερικότητα, η Παλιγγενεσία, το νεοελληνικό έθνος από τον καιρό του Καποδίστρια μέχρι το σύγχρονο προσφυγικό κύμα και την πανδημία του Covid, είναι όλα εδώ.

Το βιβλίο αυτό αφηγείται την ιστορία του πολιτισμού που συνέβαλε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στον τρόπο με τον οποίο ζούμε σήμερα στη Δύση. Μας ταξιδεύει σε όλη την υδρόγειο και σε τέσσερις χιλιετίες, από τους αρχαιολογικούς θησαυρούς του Αιγαίου της Εποχής του Χαλκού και από τους μύθους για θεούς και ήρωες έως τις σημερινές πολιτικές εξελίξεις στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή η πορεία είναι μια ιστορία επινοήσεων, όπως του αλφαβήτου, της φιλοσοφίας και της επιστήμης, αλλά και επανεπινοήσεων, καθώς οι Έλληνες πάντα προσαρμόζονταν σε καταστροφικές αλλαγές και έβρισκαν νέους τρόπους να επιβιώνουν και να βάζουν τη σφραγίδα τους στον κόσμο γύρω τους, ακόμη και σήμερα μέσω της ελληνικής διασποράς στις πέντε ηπείρους.
Το πόνημα κλείνει με ένα γραμμένο στα ελληνικά ποίημα της Ιρανής συγγραφέως και πολιτικής πρόσφυγα Χίβα Παναχί που ζει στην Αθήνα από το 2000, ένα ακόμα δείγμα ότι ως «κληρονόμοι» αυτού που λέμε ελληνισμός δεν νοούνται κάποιοι απευθείας απόγονοι του Περικλή και του Λεωνίδα, αλλά, όπως έγραφε και ο Ισοκράτης είκοσι τέσσερις αιώνες πριν, «οι μετέχοντες της ημετέρας παιδείας», ανεξάρτητα από καταγωγή, καθώς υπογραμμίζει ο συγγραφέας, που τοποθετεί κιόλας στην εισαγωγή της έκδοσης αυτό το παράθεμα. «Γι’ αυτό άλλωστε δεν επιχείρησα να συγγράψω μια “εθνική ιστορία” αλλά μια ιστορία της ελληνικής γλώσσας και των ομιλητών της καταρχήν», διευκρινίζει.

Ρόντρικ Μπίτον: Πώς «βλέπει» ένας Άγγλος 5.000 χρόνια ελληνικής ιστορίας
Ένα τεράστιο επίτευγμα. Μόνο έτσι μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς την προσπάθεια του νεοελληνιστή και καθηγητή, επί σειρά ετών μέχρι τη συνταξιοδότησή του, στο King’s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου Ρόντρικ Μπίτον. Το βιβλίο του «Οι Ελληνες», που μόλις μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Μενέλαο Αστερίου και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη, συνιστά την πιο σημαντική, μέχρι στιγμής, απόπειρα να περιγραφούν ο Ελληνισμός, οι Ελληνες και η ελληνικότητα από την Εποχή του Χαλκού μέχρι σήμερα μέσα από τα πολιτιστικά, ιστορικά αλλά και επαναστατικά επιτεύγματα, εστιάζοντας στα μεγάλα ιστορικά γεγονότα και τις σπουδαίες μορφές που ενέπνευσαν και καθόρισαν τον Ελληνισμό.
Απαντώντας ουσιαστικά σε όλες τις θεωρίες που διαχωρίζουν την αρχαία από τη σύγχρονη Ελλάδα, ο Μπίτον προασπίζεται μια χρονική ενότητα εστιάζοντας κατά κύριο λόγο στην ελληνική γλώσσα και καθιστώντας τη τον βασικό οδηγό της πολύτροπης, ενδελεχούς αναγνωσης του.
Με όμορφες περιγραφές αλλά και με ουσιαστική επιστημονική επάρκεια, προσπαθεί να αποδείξει γιατί μέσα από την ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό, που ήταν το κυριότερο όπλο στα χέρια των Ελλήνων, «η μακρά Ιστορία των Ελλήνων είναι σίγουρα μια από τις πλουσιότερες, αν όχι η πλουσιότερη, στην παγκόσμια Ιστορία. Γιατί, όπως έλεγε με περιεκτικό και ωραίο τρόπο ο καταξιωμένος συγγραφέας και ηθοποιός Στίβεν Φράι για τη διακοσιοστή επέτειο της Ελληνικής Επανάστασης στις 25 Μαρτίου 2021 “Η Ελλάδα δεν θα οφείλει ποτέ στον κόσμο τόσα όσα οφείλει ο υπόλοιπος κόσμος στην Ελλάδα”». Όμως ελαχιστότατοι άνθρωποι σε όλον τον κόσμο εκτιμούν σωστά αυτό το γεγονός. Ακόμη και αν το εκτιμούν, μπορεί να μην κατανοούν πλήρως το πώς και το γιατί. Για να το κατανοήσουμε αυτό, δεν αρκεί να επαναλαμβάνουμε την παλιά ρήση για τους “αρχαίους προγόνους”.

Μετάφραση Μενέλαος Αστερίου. Εκδόσεις Πατάκη, 2020

RODERICK BEATON: Ενας μεγαλος ΕΛΛΗΝΑΣ
Από τους δια πρεπέστερους ξένους ακαδημαϊκούς που έχουν καταπιαστεί με την ιστορία της Ελλάδας, ο συνταξιούχος πλέον Ρόντρικ Μπίτον έχει μεν σκωτσέζικη καταγωγή –κρατά από το Εδιμβούργο, την επιλεγόμενη «Αθήνα του Βορρά»–, αλλά έχει πια κατ’ ουσίαν «εξελληνιστεί», καθώς λέει και ο ίδιος αστειευόμενος.
Σταθερός φίλος και επισκέπτης της χώρας μας εδώ και πάνω από μισόν αιώνα, έχει εντρυφήσει στην ποίηση, στη λογοτεχνία, στη δημοτική παράδοση, στην αρχαία, στη μεσαιωνική αλλά και στη σύγχρονη ελληνική κουλτούρα, συνέγραψε δε ο ίδιος, επιμελήθηκε, και μετέφρασε –η συμμετείχε με κείμενά του– πάνω από τριάντα βιβλία ιστορικού και φιλολογικού χαρακτήρα αναφορικά με την Ελλάδα.

Το 2019 παρασημοφορήθηκε από την Πρόεδρο της Δημοκρατίας «για την εμβληματική του συμβολή στην έρευνα της Νεοελληνικής και Βυζαντινής Ιστορίας, Γλώσσας και Λογοτεχνίας».

Σε πρόσφατη συνέντευξή του, μιλάει για το βιβλίο του 29.1.2023 (www.lifo.gr) (αποσπάσματα)
— Δεν αποδέχεστε τον όρο «φιλέλληνας» ως αναχρονιστικό, η στενή σας σχέση ωστόσο με την Ελλάδα κρατά από πολύ παλιά.
« Στη χώρα σας πρωτοήρθα ως έφηβος και την ερωτεύτηκα ακαριαία, το κλίμα, τα τοπία, τα βουνά, τις θάλασσες, τους ανθρώπους της, όλα! Έπεσα κανονικά θύμα της μαγείας της πρώτης εντύπωσης μιας νοητής Ελλάδας και έχοντας μεγαλώσει σε μια χώρα κατά βάση βροχερή, ομιχλώδη, με γκρίζο ουρανό, γκρίζα κτίρια και βλοσυρούς ανθρώπους, η αντίθεση ήταν έντονη.
Σπούδασα Αγγλική Φιλολογία και ακολούθως αρχαία καθώς και νέα ελληνικά στο Κέιμπριτζ και τη Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή της Αθήνας, μελέτησα το δημοτικό τραγούδι, εντρύφησα στη νεοελληνική λογοτεχνία και ποίηση και, επιστρέφοντας στο Εδιμβούργο, μεταλαμπάδευσα τις γνώσεις μου σε φοιτητές στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ αρχικά, στο King’s College του Λονδίνου στη συνέχεια, όπου μάλιστα ξεκίνησα να διδάσκω ανήμερα της ένταξης της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ!
Το 1988 ανέλαβα την έδρα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών «Αδαμάντιος Κοραής», θέση που διατήρησα μέχρι τη συνταξιοδότησή μου το 2018. Ο όρος «φιλέλληνας», τώρα, συνδέεται με μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, δεν νομίζω ότι νοείται πέραν αυτής.»

Στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς 2019

— Τι σας ώθησε όμως να γράψετε τους «Έλληνες»; Δεν είναι βέβαια το πρώτο σας βιβλίο πάνω στην ελληνική ιστορία.
« Καταρχάς το γεγονός ότι μέχρι πρόσφατα δεν υπήρχε στα αγγλικά κανένα βιβλίο που να περιλαμβάνει συνολικά την ελληνική ιστορία από τη μακρινή αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Το μόνο ανάλογο εγχείρημα ήταν το «The Shortest History of Greece» του Τζέιμς Χέιτζ, που εκδόθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με το δικό μου βιβλίο. Πολύ αξιόλογο είναι και το «Athens, City of Wisdom» του Μπρους Κλαρκ, αλλά εστιάζει προφανώς στην ιστορία της Αθήνας. Οι «Έλληνες» δεν είναι ένα αυστηρά επιστημονικό πόνημα, καθώς δεν είμαι ειδικός για κάθε ιστορική περίοδο στην οποία αναφέρομαι, γεγονός είναι ωστόσο –και σε αυτή την ανάγκη προσπάθησα να ανταποκριθώ όσο πιο συνοπτικά μπορούσα– ότι δεν μπορείς να καταλάβεις τη σύγχρονη Ελλάδα αν δεν γνωρίζεις την ιστορία της, και δεν εννοώ μόνο την κλασική. Αυτό φυσικά ισχύει για κάθε χώρα, όμως η ελληνική ιστορία είναι τόσο πλούσια, «βαριά» και διαρκώς παρούσα, ώστε σφραγίζει κάθε πτυχή όχι μόνο του παρελθόντος αλλά και του παρόντος της, έχει επιπλέον μια παγκόσμια διάσταση. Έπειτα, όπως λέω και στην εισαγωγή, δεν γράφω κάποια εθνική ιστορία, άλλωστε η έννοια του έθνους είναι νεωτερική και αρκετά σχετική, επικεντρώνομαι στην ελληνική γλώσσα και τους ομιλητές της γιατί εκεί εδράζεται η ιστορική συνέχεια. Προσπάθησα να πιάσω τον μίτο από την Εποχή του Χαλκού, από τα πρώτα αποδεδειγμένα δείγματα μιας πρώιμης μορφής της ελληνικής γλώσσας τον 12ο αι. π.Χ., που είναι αυτά της Γραμμικής Β’ σε πήλινες μυκηναϊκές πινακίδες. »

– Η σημασία της ελληνικής γλώσσας

« Μετά την κατάρρευση του μινωικού και του μυκηναϊκού πολιτισμού ακολουθούν οι λεγόμενοι «Σκοτεινοί Αιώνες», για τους οποίους ελάχιστα γνωρίζουμε, όμως κατά τον 8ο αιώνα π.Χ. εμφανίζεται ένα νέο σύστημα ελληνικής γραφής, το οποίο προκύπτει από τη συστηματική τροποποίηση της γραφής των Φοινίκων και του αλφαβήτου τους.
Η διαφορά είναι ότι τώρα πια γράφονται και τα φωνήεντα και το εφεύρημα αυτό περνά και σε άλλες γλώσσες, όπως αυτές των Ετρούσκων και των Ρωμαίων.

Ακριβώς, και από την εποχή εκείνη και ύστερα η ελληνική γλώσσα αρχίζει πλέον να μοιάζει με αυτήν που εξακολουθεί να γράφεται και να μιλιέται μέχρι σήμερα – η παιδεία και η γλώσσα είναι άλλωστε οι κατεξοχήν παράγοντες που καταδεικνύουν την ιστορική συνέχεια, καθώς η βιολογική συγγένεια των αρχαίων Ελλήνων με τους σύγχρονους παραμένει ατεκμηρίωτη, κάτι που ισχύει για όλους σχεδόν τους λαούς, αν υπολογίσουμε τις κατακτήσεις, τις μεταναστεύσεις, τις προσμείξεις κ.λπ.»

Με άλλα λόγια, αυτό είναι που τους έκανε να αντέξουν, το σημαντικότερο όπλο τους, η βασική και κύρια ένδειξη του πολιτισμού τους: η γλώσσα. Ο Μπίτον επανέρχεται διαρκώς στη γλώσσα την οποία θεωρεί σημαντικότερη και από τις ίδιες τις νίκες στο πεδίο των μαχών, ως κεντρική ένδειξη υπεροχής μέσω του πολιτισμού, θεωρώντας πως τελικά είναι κάτι άλλο που καθιστά τους Ελληνες σημαντικούς – και σημαντικά τα επιτεύγματά τους, πέρα από τους πολέμους: «Η απάντηση δεν βρίσκεται σε οτιδήποτε συνέβη στα πεδία των μαχών αλλά στον τρόπο με τον οποίο κατέληξε να λέγεται η Ιστορία στη συνέχεια.
Ελληνες είπαν την ιστορία. Πώς διαφορετικά θα λέγονταν, ακόμη και σήμερα, μετά από καιρό αυτοί οι πόλεμοι, Περσικοί; Και πάλι η επινόηση του αλφαβήτου επέτρεψε στους Ελληνες να πουν την Ιστορία με τον τρόπο που την είπαν και να διατηρηθεί αυτή μέχρι σήμερα. Για αιώνες πριν από τους Περσικούς Πολέμους, οι νικητές ηγεμόνες διακήρυσσαν τα επιτεύγματά τους γραπτά: στην αρχαία Μεσοποταμία, στην Αίγυπτο, στην Ασσυρία, και στην Περσία μάλιστα. Ομως ο ελληνικός κόσμος ήταν διαφορετικός. Αυτό οφειλόταν εν μέρει στο ίδιο το νέο σύστημα γραφής και εν μέρει στην ιδιαίτερη οργάνωση των πόλεων-κρατών.
Δεν υπήρχε κανένας ανώτερος ηγεμόνας για να ορίσει πώς θα έπρεπε να τιμάται η νίκη, και ούτε κανένα ιεραρχικό σύστημα για να ελέγξει τη διαδικασία. Κανένας δεν είχε το μονοπώλιο του γραπτού λόγου. Από όλους εκείνους τους Ελληνες οι οποίοι κατέγραψαν αυτά που ήξεραν και σκέπτονταν για τους Περσικούς Πολέμους, ενώ τα γεγονότα ήταν ακόμα ζωντανή μνήμη, δύο είχαν την τύχη και να αντέξουν τα γραπτά τους να διαδοθούν – σε βαθμό που και σήμερα μπορούμε να διαβάζουμε τι είχαν γράψει». Πρώτος, κατά τον Μπίτον, ήταν ο Αισχύλος, ο οποίος στους «Πέρσες» μιλούσε για τους Ελληνες που μάχονταν κατά των Περσών και ο άλλος ήταν ο Ηρόδοτος που έγραψε πρώτος την Ιστορία τους και μάλιστα στην ιωνική διάλεκτο. Είναι, άλλωστε, εκείνος που αναφερόμενος στους ανθρώπους που ζουν στις ελληνικές πόλεις-κράτη, κάνει πρώτος λόγο για το «ελληνικόν».
«Εδώ πρέπει να σημαίνει πολύ συγκεκριμένα όλους εκείνους τους ανθρώπους οι οποίοι μοιράζονται όλα όσα κατονομάζουν οι Αθηναίοι σε αυτή τη φανταστική ομιλία: γενετική κληρονομιά και γλώσσα προπαντός, και κατόπιν εκείνα που συνδέονται χαλαρότερα από τη σύνταξη της διατύπωσης του Ηροδότου και τα οποία θα αποκαλούσαμε σήμερα “κουλτούρα”».
« Αλλά ήδη από την αρχαιότητα μικρή σημασία είχε η καταγωγή, σε αυτό που λέμε ελληνισμό μπορούσε να μπει όποιος ήθελε εφόσον μετείχε «της ημετέρας παιδείας», όπως έλεγε και ο Ισοκράτης. Είτε εθελοντικά, όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ, όπου Αμερικανός μπορεί, τυπικά τουλάχιστον, να πολιτογραφηθεί όποιος επιθυμεί, ανεξαρτήτως καταγωγής, είτε βίαια, όπως τον καιρό του Αλέξανδρου ».

— Η εθνική ιστορία, σε όποιο έθνος κι αν ανήκουμε, δεν είναι παρά η ιστορία που λέμε στους εαυτούς μας, γράφετε στον πρόλογο.

« Ναι, διότι λέει ελάχιστα πράγματα για το πώς μας βλέπουν οι άλλοι, κάτι που μας δυσκολεύει πολύ να κατανοήσουμε τη θέση μας στον σύγχρονο κόσμο. Κάθε έθνος, βεβαίως, αφηγείται την ιστορία του με τον δικό του τρόπο, όμως σήμερα κάθε σοβαρός ιστορικός πρέπει να βλέπει πέρα από εθνικά σύνορα.
Η θεωρία περί τριμερούς συνέχειας του ελληνισμού, για παράδειγμα, αντιμετωπίζεται συνήθως από τους ξένους σχολιαστές είτε επιφυλακτικά είτε για να πικάρουν τους σύγχρονους Έλληνες ως ανάξιους των ένδοξων προγόνων τους. Λίγοι άνθρωποι γνωρίζουν είτε τα ιστορικά γεγονότα είτε τις ιδεολογικές παραδοχές στις οποίες βασίζεται αυτή η αφήγηση περί συνέχειας. Γι’ αυτό και η ελληνική ιστορία, μια ιστορία πραγματικά παγκόσμια, οφείλει να γίνει πολύ περισσότερο γνωστή και κατανοητή ».

ΠΗΓΕΣ: www.culturenow.gr, https://diastixo.gr, www.protothema.grwww.tovima.gr, www.lifo.gr

«We are all Greeks. Our laws, our literature, our religion, our arts have their root in Greece» (Preface to Hellas, published 1822)

«Είμαστε όλοι Έλληνες. Οι νόμοι μας, η λογοτεχνία μας, η θρησκεία μας, οι τέχνες μας έχουν τη ρίζα τους στην Ελλάδα» Percy Bysshe Shelley, Άγγλος ποιητής (Πρόλογος στην Ελλάς, έκδοση 1822)