ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΜΕΝΤΙΟΥ
Ποίηση: Κώστας Βάρναλης
1 Αφήγηση: Κώστας Καζάκος
CD, Album ” Κώστας Βάρναλης Διαβάζει Ο Κώστας Καζάκος ” 2006
2 Αφήγηση: Κώστας Βάρναλης

Vinyl, LP, Album ” Ο Βάρναλης Διαβάζει Βάρναλη ” 1974
3 Ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης
Vinyl, LP, Album ” Σάλπισμα ” 1978 (1980)

ΑΦΗΓΗΣΗ: ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΖΑΚΟΣ

ΑΦΗΓΗΣΗ: ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

 Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΜΕΝΤΙΟΥ

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ

1912 Στο Κράσι της Κρήτης

Από αριστ., Γαλάτεια Καζαντζάκη, Έλλη Αλεξίου, Μάρκος Αυγέρης, Κώστας Βάρναλης, Νίκος Καζαντζάκης και Χαρίλαος Στεφανίδης.

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΜΕΝΤΙΟΥ

Δὲ λυγᾶνε τὰ ξεράδια
καὶ πονᾶνε τὰ ρημάδια!
Κούτσα μία καὶ κούτσα δυὸ
τῆς ζωῆς τὸ ρημαδιό!

Μεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν οὗλοι: ἀφέντες, δοῦλοι,
οὗλοι: δοῦλοι, ἀφεντικὸ
καὶ μ᾿ ἀφήναν νηστικό.

Τὰ παιδιά, τὰ καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στὴν παίδεια
μὲ κοτρόνια στὰ ψαχνά,
φοῦχτες μῦγα στ᾿ ἀχαμνά!

Ἀνωχώρι, Κατωχώρι,
ἀνηφόρι, κατηφόρι,
καὶ μὲ κάμα καὶ βροχή,
ὥσπου μοῦ ῾βγαινε ἡ ψυχή.

Εἴκοσι χρονῶ γομάρι
σήκωσα ὅλο τὸ νταμάρι
κι᾿ ἔχτισα, στὴν ἐμπασιὰ
τοῦ χωριοῦ, τὴν ἐκκλησιά.

Καὶ ζευγάρι μὲ τὸ βόδι
(ἄλλο μπόι κι᾿ ἄλλο πόδι)
ὄργωνα στὰ ρέματα
τ᾿ ἀφεντὸς τὰ στρέμματα.

Καὶ στὸν πόλεμ᾿ «ὅλα γιὰ ὅλα»
κουβαλοῦσα πολυβόλα
νὰ σκοτώνωνται οἱ λαοὶ
γιὰ τ᾿ ἀφέντη τὸ φαΐ.

Καὶ γι᾿ αὐτόνε τὸν ἐρίφη
ἐκουβάλησα τὴ νύφη
καὶ τὴν προῖκα της βουνό,
τὴν τιμή της οὐρανό!

Ἀλλὰ ἐμένα σὲ μία σφήνα
μ᾿ ἔδεναν τὸ Μάη τὸ μήνα
στὸ χωράφι τὸ γυμνὸ
νὰ γκαρίζω, νὰ θρηνῶ.

Κι᾿ ὁ παπὰς μὲ τὴν κοιλιά του
μ᾿ ἔπαιρνε γιὰ τὴ δουλειά του
καὶ μοῦ μίλαε κουνιστός:
«Σὲ καβάλησε ὁ Χριστός!

Δούλευε γιὰ νὰ στουμπώσει
ὅλ᾿ ἡ Χώρα κι᾿ οἱ καμπόσοι.
Μὴ ρωτᾷς τὸ πῶς καὶ τί,
νὰ ζητᾷς τὴν ἀρετή!

-Δὲ βαστάω! Θὰ πέσω κάπου!
-Ντράπου! Τὶς προγόνοι ντράπου!
-Ἀντραλίζομαι!… Πεινῶ!…
-Σούτ! θὰ φᾶς στὸν οὐρανό!»

Κι᾿ ἔλεα: ὅταν μίαν ἡμέρα
παρασφίξουνε τὰ γέρα,
θὰ ξεκουραστῶ κι᾿ ἐγώ,
τοῦ θεοῦ τ᾿ ἀβασταγό!

Κι᾿ ὅταν ἕνα καλὸ βράδυ
θὰ τελειώσει μου τὸ λάδι
κι᾿ ἀμολήσω τὴν πνοὴ
(ἕνα ποὺφ εἶν᾿ ἡ ζωή),

Ἡ ψυχή μου θὲ νὰ δράμῃ
στὴ ζεστὴ ἀγκαλιὰ τ᾿ Ἀβράμη,
τ᾿ ἄσπρα, τ᾿ ἀχερένια του
νὰ φιλάει τὰ γένια του!

Γέρασα κι᾿ ὡς δὲ φελοῦσα
κι᾿ ἀχαΐρευτος κυλοῦσα,
μὲ πετάξανε μακριὰ
νὰ μὲ φᾶνε τὰ θεριά.

Κωλοσούρθηκα καὶ βρίσκω
στὴ σπηλιὰ τὸν Ἅη-Φραγκίσκο:
«Χαῖρε φῶς ἀληθινὸν
καὶ προστάτη τῶν κτηνῶν!

Σῶσε τὸ γέρο κυρ Μέντη
ἀπ᾿ τὴν ἀδικιὰ τ᾿ ἀφέντη,
σὺ ποὺ δίδαξες ἀρνὶ
τὸν κυρ λύκο νὰ γενῇ!

Τὸ σκληρὸν ἀφέντη κᾶνε
ἀπὸ λύκο ἄνθρωπο κᾶνε!…»
Μὰ μὲ τὴν κουβέντα αὐτὴ
πόρτα μοῦ ῾κλεισε κι᾿ αὐτί.

Τότενες τὸ μαῦρο φίδι
τὸ διπλό του τὸ γλωσσίδι
πίσω ἀπὸ τὴν ἀστοιβιὰ
βγάζει καὶ κουνάει μὲ βιά:

«Φῶς ζητᾶνε τὰ χαϊβάνια
κι᾿ οἱ ραγιάδες ἀπ᾿ τὰ οὐράνια,
μὰ θεοὶ κι᾿ ὀξαποδῶ
κεῖ δὲν εἶναι παρὰ δῶ.

Ἂν τὸ δίκιο θές, καλέ μου,
μὲ τὸ δίκιο τοῦ πολέμου
θὰ τὸ βρῇς. Ὅπου ποθεῖ
λευτεριά, παίρνει σπαθί.

Μὴ χτυπᾷς τὸν ἀδερφό σου-
τὸν ἀφέντη τὸν κουφό σου!
Καὶ στὸν ἵδρο τὸ δικὸ
γίνε σὺ τ᾿ ἀφεντικό.

Χάιντε θῦμα, χάιντε ψώνιο
χάιντε Σύμβολον αἰώνιο!
Ἂν ξυπνήσεις, μονομιᾶς
θά ῾ρτη ἀνάποδα ὁ ντουνιᾶς.

Κοίτα! Οἱ ἄλλοι ἔχουν κινήσει
κι᾿ ἔχ᾿ ἡ πλάση κοκκινήσει
κι᾿ ἄλλος ἥλιος ἔχει βγῇ
σ᾿ ἄλλη θάλασσ᾿, ἄλλη γῆς».

CD, Album ” Κώστας Βάρναλης Διαβάζει Ο Κώστας Καζάκος ” 2006

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΜΕΝΤΙΟΥ
Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου είναι ποίημα του Κώστα Βάρναλη, το οποίο συμπεριλήφθηκε στην ποιητική συλλογή Τα Ποιητικά, το 1956, από τον εκδοτικό οίκο Κέδρος. Το ποίημα αποτελείται από 26 στροφές και 104 στίχους. Πρόκειται για ένα από τα πιο δημοφιλή ποιήματα του ποιητή. Είναι μια σατιρική αφήγηση, λαϊκού και επαναστατικού χαρακτήρα. Το ποίημα αυτό είναι αλληγορική και γεμάτο παραλληλισμούς, που καλό είναι να κατανοήσει κάποιος, για να μπορεί να αντιληφθεί το ευρύτερο νόημα του. Ο ήρωας, ο ‘Κύρ Μέντιος’ είναι ένα γαϊδούρι, το οποίο αντιπροσωπεύει τον απλό άνθρωπο, τον αδιαμαρτύρητο και υπομονετικό. Εδώ γίνεται μια προσπάθεια από τον ποιητή για να αφυπνίσει τον λαό κάνοντας να δει τον εαυτό του μέσα στους στίχους του, από την οπτική του Κυρ Μέντιου. Εξετάζοντας την πραγματική εικόνα του ποιήματος, δημιουργούνται συναισθήματα συγκίνησης για τον γάιδαρο και τα παράπονά του. Στο ποίημα υπάρχει και το συναίσθημα της συμπόνιας καθώς παρατηρείται ο γάιδαρος να εργάζεται σκληρά σε όλη του ζωή χωρίς οίκτο από τους ανθρώπους, οι οποίοι τον κακομεταχειρίζονται κιόλας, έως και τα βαθιά του γεράματα. Εκείνο που γεμίζει απελπισία του αναγνώστες είναι η μεταφορική σημασία του ποιήματος.

Η μοίρα του γαϊδάρου είναι συγγενής με τη μοίρα των ανθρώπων, οι οποίοι πολλές φορές έχουν τα ίδια συναισθήματα με αυτά του γαϊδάρου. Το ποίημα ξεκάθαρα συμβολίζει ότι κανείς πρέπει να αγωνιστεί για τα δικαιώματά του και ότι τίποτα δεν χαρίζεται άνευ αγώνων. Στο τέλος του ποιήματος, ο ίδιος ο ποιητής δείχνει να ελπίζει ότι μπορεί να υπάρξει μια κοινωνία με δικαιοσύνη και ανθρωπιά. Συνεπώς, πρόκειται για ένα ποίημα, στο οποίο ο Βάρναλης με αρκετή σάτιρα αλλά και με περιγραφικότητα, καθώς επίσης και με τον παραλληλισμό γαϊδάρου και υποδουλωμένου ανθρώπου αναδεικνύει τις κοινωνικές ανισότητες, τις προσβολές και την αδικία που επιβάλλουν τα αφεντικά εις βάρος ανθρώπων που θέλουν να είναι υποχείριο τους, και αυτοί οι άνθρωποι πολλές φορές κάνουν τιτάνια, «γαϊδουρινή» υπομονή για να βγάλουν τα προς το ζην. Ένα πάντα επίκαιρο ποίημα διότι οι αδικίες και κοινωνικές ανισότητες είναι πολύ έντονες και ποτέ δεν εξέλειπαν από τον κόσμο.

Vinyl, LP, Album ” Ο Βάρναλης Διαβάζει Βάρναλη ” 1974

Vinyl, LP, Album ” Σάλπισμα ” 1978 (1980)

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΜΕΝΤΙΟΥ: ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ, ΛΟΥΚΑΣ ΘΑΝΟΣ
Το ποίημα μελοποιήθηκε το 1974 (δισκογραφήθηκε το 1978 και κυκλοφόρησε το 1980) από τον Λουκά Θάνο και ακούστηκε πρώτη φορά από τη φωνή του Νίκου Ξυλούρη, στον δίσκο του ” “Σάλπισμα”. Κατόπιν τραγουδήθηκε και από άλλους καλλιτέχνες, αλλά η ερμηνεία του Νίκου Ξυλούρη θεωρείται η καλύτερη και αυτή που άφησε ιστορία. Η μελοποίηση του ποιήματος δεν περιέχει όλες τις στροφές, στη μελοποίηση ακούγονται 8 στροφές: Ενώ το ρεφρέν του τραγουδιού είναι η 25η στροφή: Χάιντε θῦμα, χάιντε ψώνιο […] θα ῾ρτη ἀνάποδα ὁ ντουνιᾶς. Ακόμα και μέσα από τις συγκεκριμένες στροφές όμως, ο ποιητής καταφέρνει να περάσει τα μηνύματά του.
Η επιλογή του Νίκου Ξυλούρη δεν είναι επίσης τυχαία. Το τραγούδι αυτό ο Νίκος Ξυλούρης το ερμήνευσε φορώντας μαύρο πουκάμισο, ως ένδειξη συμπαράστασης στον καταπιεσμένο λαό. Ο Ξυλούρης ήταν μοναδικός και αναντικατάστατος, ήταν η λεβέντικη και επαναστατική φωνή της εποχής του, αλλά και η φωνή του αγώνα μέχρι τις μέρες μας.

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ (1884-1974).
Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε το 1884 στον Πύργο της Βουλγαρίας (τότε Ανατολικής Ρωμυλίας), όπου βίωσε το κλίμα του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Το 1898 τέλειωσε το Ελληνικό Σχολείο και γράφτηκε στα Ζαρίφεια Διδασκαλεία. Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του το 1902 και διορίστηκε δάσκαλος στο σχολείο του Πύργου σε ηλικία δεκαοκτώ ετών. Τον ίδιο χρόνο έφυγε για σπουδές στην Αθήνα με υποτροφία του κληροδοτήματος του Νικολάου Παρασκευά από τη Βάρνα. Φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή και πήρε μέρος στη διαμάχη για το Γλωσσικό Ζήτημα ως υποστηρικτής των δημοτικιστών. Το 1907 συμμετείχε στην ίδρυση του ποιητικού περιοδικού Ηγησώ το οποίο κυκλοφόρησε δέκα τεύχη. Το 1908 αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή και διορίστηκε ελληνοδιδάσκαλος στην Αμαλιάδα. Από εκεί έστειλε στο περιοδικό Νέα Ζωή της Αλεξάνδρειας το ποίημα Θυσία. Μετά από άρνηση του περιοδικού να το δημοσιεύσει, μέλη της Νέας Ζωής αποχώρησαν και δημιούργησαν το περιοδικό Γράμματα, όπου και δημοσιεύτηκε η Θυσία. Τρία χρόνια αργότερα έγινε σχολάρχης στην Αργαλαστή του Πηλίου και μετά από κατηγορίες εναντίον του για εμπλοκή στην υπόθεση των Αθεϊκών του Βόλου μετατέθηκε στα Μέγαρα. Μετά το δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, στον οποίο πήρε μέρος με τους «απαλλαγέντας και αγυμναστους του 1900-1902», φοίτησε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης του Γληνού και το 1915 διορίστηκε σχολάρχης στην Κερατέα Αττικής. Από το 1910 άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση και ως το 1916 ολοκλήρωσε τους “Ηρακλείδες” του Ευριπίδη, τον “Αίαντα” του Σοφοκλή, τα “Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα” και τον “Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου” του Φλωμπέρ. Το 1916 επιστρατεύτηκε ξανά, αυτή τη φορά στη Λήμνο (είχε προηγηθεί η λήξη της Βουλγαρικής ουδετερότητας). Το 1917 διορίστηκε καθηγητής στο Γυμνάσιο Πειραιά, και το 1919 έφυγε με υποτροφία για μετεκπαίδευση στην αισθητική και τη νεοελληνική φιλολογία στο Παρίσι. Η εκεί παραμονή του σηματοδότησε την ιδεολογική προσχώρησή του στο μαρξιστικό διαλεκτικό υλισμό, καρπός της οποίας στάθηκε το ποίημα “Προσκυνητής. Μετά την πτώση της κυβέρνησης Βενιζέλου η υποτροφία του διακόπηκε και ο Βάρναλης επέστρεψε στην Αθήνα, όπου στις αρχές του 1821 διορίστηκε καθηγητής στο Γ΄ Γυμνάσιο του Πειραιά.

Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου έγραψε στην Αίγινα “Το Φως που καίει”, που εξέδωσε ένα χρόνο αργότερα στην Αλεξάνδρεια με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας (δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση πραγματοποίησε το 1933). Το 1922 δημοσίευσε επίσης τους “Μοιραίους” στο περιοδικό Νεολαία και τη “Λευτεριά” στο περιοδικό Μούσα. Το φθινόπωρο του 1923 μετά από ανάκληση της διακοπής της υποτροφίας του ξαναπήγε στο Παρίσι, όπου έμεινε στο σπίτι του φίλου του χαράκτη Γιάννης Κεφαλληνού. Το 1924 γύρισε στην Αθήνα και δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στην Παιδαγωγική Ακαδημία υπό τη διεύθυνση του Γληνού. Ένα χρόνο αργότερα σημειώθηκε η κριτική διαμάχη του Βάρναλη με τον Γιάννη Αποστολάκη. Ο Βάρναλης δημοσίευσε το δοκίμιο “Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική”, αντιτιθέμενος στην ιδεαλιστική ποιητική θεωρία που είχε εκφράσει ο Αποστολάκης στο έργο του Η ποίηση στη ζωή μας. Το 1926 παύτηκε από τη θέση του ως καθηγητή της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, αρχικά προσωρινά και στη συνέχεια οριστικά, με αφορμή ένα δημοσίευμα της Εστίας που δημοσίευσε ως παράδειγμα της αντεθνικής δράσης των μεταρρυθμιστών Παιδαγωγών ένα απόσπασμα από Το φως που καίει. Ο Βάρναλης στράφηκε στη δημοσιογραφία και έφυγε για τη Γαλλία ως ανταποκριτής της Προόδου. Το 1927 επέστρεψε στην Αθήνα και τύπωσε τους “Σκλάβους Πολιορκημένους”.

Το 1929 παντρεύτηκε την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου. Το 1932 εξέδωσε την “Αληθινή απολογία του Σωκράτη”. Το 1935 πήρε μέρος ως αντιπρόσωπος των ελλήνων συγγραφέων στο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων στη Μόσχα μαζί με το Γληνό και μετά από εντολή του Κονδύλη εξορίστηκε στη Μυτιλήνη και τον Άγιο Ευστράτιο. Παρέμεινε πιστός στην ιδεολογία του κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου, το 1856 τιμήθηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και το 1959 τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν.

Είχαν προηγηθεί μεταξύ άλλων εκδόσεις των έργων του “Ζωντανοί άνθρωποι”, “Το Ημερολόγιο της Πηνελόπης”, “Ποιητικά”, “Δικτάτορες”, “Αισθητικά- Κριτικά” (δύο τόμοι). Το 1965 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του με τίτλο “Ελεύθερος κόσμος” και το 1972 το θεατρικό έργο “Άτταλος ο Γ΄”. Πέθανε το Δεκέμβριο του 1974. Μετά το θάνατό του κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή του “Οργή Λαού”, γραμμένη κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Παπαδόπουλου και τα “Φιλολογικά Απομνημονεύματα”, συγκεντρωτικός τόμος δημοσιευμάτων του στην εφημερίδα Ανεξάρτητος από το Φεβρουάριο ως τον Αύγουστο του 1935. Η πορεία του Βάρναλη στο χώρο της ποίησης ξεκίνησε το 1904, όταν εξέδωσε τις “Κηρήθρες”, την πρώτη του ποιητική συλλογή με πρόλογο του Στέφανου Μαρτζώκη. Στα πρώτα του βήματα συμπορεύτηκε πνευματικά με τον Άγγελο Σικελιανό και το Νίκο Καζαντζάκη με έντονες επιρροές από το ρεύμα του παρνασσισμού και τις διονυσιακές και ανθρωπιστικές ιδέες. Με τον “Προσκυνητή”πέρασε σε μια νέα ιδεολογική κατεύθυνση και υιοθέτησε ένα μεσσιανικό πρότυπο της ποιητικής ιδιότητας, ενώ με το “Φως που καίει” σηματοδοτήθηκε η τελευταία ιδεολογική του μεταστροφή, αυτή τη φορά προς την κοινωνικά και πολιτικά στρατευμένη λογοτεχνία με τη παράλληλη όμως παρουσία σατιρικών, λυρικών, δραματικών και συμβολιστικών στοιχείων.

Ο τελευταίος αυτός προσανατολισμός του τον συνόδεψε σ’ όλη τη ζωή του και κυριαρχεί αι στα κριτικά του κείμενα. Γενικά το έργο του Βάρναλη αντικατοπτρίζει τη δεκτικότητά του απέναντι σε νέες ιδέες και η συνύπαρξη αντιθετικών στοιχείων στο έργο του αποτελεί έναν από τους λόγους της ιδιαίτερης γοητείας του. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.)
ΠΗΓΕΣ: http://users.uoa.gr, https://www.mynews.gr, www.discogs.com, https://biblionet.gr, www.sansimera.gr, https://el.wikipedia.org,

Άιντε θύμα, άιντε ψώνιο, άιντε σύμβολο αιώνιο
αν ξυπνήσεις μονομιάς θα `ρθει ανάποδα ο ντουνιάς.
(από τη «Μπαλάντα του κυρ Μέντιου» 1956)