ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ, ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

1. ΚΑΤΑ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝ
Αφήγηση: Μιχάλης Κατσαρός
2. ΚΑΤΑ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝ
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης

ΚΑΤΑ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝ
Ποίηση: Μιχάλης Κατσαρός
Βιβλίο: ΚΑΤΑ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝ 1953
Δισκογραφία
1. Vinyl, LP, Album “Σαδδουκαίοι ” 1977
2. 2 x Vinyl, LP, Album ” Κατά Σαδδουκαίων Πάθη ” 1983
Ποίηση: Μιχάλης Κατσαρός
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης

Κατά Σαδδουκαίων
Μιχάλης Κατσαρός

1. ΚΑΤΑ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝ: Αφήγηση Μιχάλης Κατσαρός

2. ΚΑΤΑ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝ (διάρκεια: 14΄07΄΄)
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης

Κατά Σαδδουκαίων
απο το εργο του Μίκη Θεοδωράκη

ΚΑΤΑ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝ
Πλήθος Σαδδουκαίων
Ρωμαίων υπαλλήλων
μάντεις και αστρονόμοι
(κάποιος Βαλβίλος εξ Εφέσου)
περιστοιχίζουν τον Αυτοκράτορα.
Κραυγές απ’ τον προνάρθηκα του Ναού.
Απ’ τη φατρία των Εβιονιτών κραυγές:
Ο ψευδο-Μάρκελος να παριστάνει το Χριστό.
Διδάσκετε την επανάστασιν κατά του πρίγκηπος
Οι Χριστιανοί να `χουνε δούλους Χριστιανούς.
Η αριστοκρατία του Ναού να εκλείψει.
Εγώ απέναντι σας ένας μάρτυρας
η θέληση μου που καταπατήθηκε
τόσους αιώνες.

Τους ύπατους εγώ ανέδειξα στις συνελεύσεις
κι αυτοί κληρονομήσανε τα δικαιώματα
φορέσαν πορφυρούν ατίθασον ένδυμα
σανδάλια μεταξωτά ή πανοπλία
εξακοντίζουν τα βέλη τους εναντίον μου –
η θέληση μου που καταπατήθηκε
τόσους αιώνες.

Τους άλλους απ’ την πέτρα και το τείχος μου
καθώς νερό πηγής τους είχα φέρει
η θρησκεία τους μυστηριώδης δεισιδαιμονία
τ’ άλογα τους απ’ τον κάμπο μου΄
δε μου επέτρεψαν να δω τον Αυτοκράτορα
τους υπάτους δεν άφηναν να πλησιάσω
σε μυστικά συμπόσια και ένδοξα
τη θέληση μου που την καταπατήσανε
τόσους αιώνες.

Τώρα κι εγώ υποψιάζομαι
όλο το πλήθος των αυλοκολάκων
όλους τους ταπεινούς γραμματικούς
τους βραβευμένους με χρυσά παράσημα
λεγεωνάριους και στρατηλάτες
υποψιάζομαι τις αυλητρίδες τη γιορτή
όλους τους λόγους και προπόσεις
αυτούς που παριστάνουνε τους εθνικούς
τον πορφυρούν χιτώνα του πρίγκηπος
τους συμβουλάτορες και τους αιρετικούς
υποψιάζομαι συνωμοσία
νύκτα θα ρεύσει πολύ αίμα
νύχτα θα εγκαταστήσουν τη βασιλεία τους
νέοι πρίγκιπες με νέους στέφανους
οι πονηροί ρωμαίοι υπάλληλοι
του Αυτοκράτορος
‘τοιμάζουνε κρυφά να παραδώσουν
να παραδώσουν τα κλειδιά και την
υπόκλιση τους.
Εγώ πάλι μέσα στο πλήθος διακλαδίζομαι
η θέληση μου διακλαδίζεται μέσα στο πλήθος
μαζεύω τους σκόρπιους σπόρους μου
για την καινούργια μακρινή μου ανάσταση
μαζεύω.

Σαδδουκαίοι ιερείς

ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΟΙ

Αρχικά, αξίζει να σταθούμε στον τίτλο της ποιητικής συλλογής. Γιατί ο Κατσαρός επέλεξε να χρησιμοποιήσει τους Σαδδουκαίους; Οι Σαδδουκαίοι ήταν ένα από τα τρία κύρια ιουδαϊκά πολιτικά και θρησκευτικά κινήματα από τον 2ο π.Χ. αιώνα και έπειτα –η παρακμή τους και η σταδιακή τους εξαφάνιση υπολογίζεται γύρω στα 70 μ.Χ.–, μαζί με τους Εσσαίους και τους Φαρισαίους.

Δεν έχουν διασωθεί γραπτά κείμενα των Σαδδουκαίων, αλλά σύμφωνα με γραπτά Φαρισαίων και ραβίνων, που έθιγαν τις ιδεολογικές διαφορές ανάμεσα σε αυτούς και τους Φαρισαίους, γίνονται ξεκάθαρα κάποια γενικά ιδεολογικά χαρακτηριστικά τους. Οι Σαδδουκαίοι πρέσβευαν τον πλούτο, την αριστοκρατία και την εξουσία και υπερασπίζονταν την αυστηρή εφαρμογή και υιοθέτηση των κανόνων του γραπτού Νόμου, απορρίπτοντας τον εκσυγχρονισμό των κειμένων μέσω προφορικών νόμων.

Τους ενδιέφερε η ενσωμάτωση ελληνιστικών στοιχείων στη ζωή τους, ενώ επιθυμούσαν παράλληλα την πλήρη διατήρηση των ιερατικών τους αξιωμάτων και προνομίων. Η δράση τους είχε ως πυρήνα τους ναούς τους, γι’ αυτό και όταν αυτοί καταστράφηκαν, οδηγήθηκαν σταδιακά στην εξαφάνιση. Στα χριστιανικά κείμενα προβάλλονται ως πολέμιοι του Ιησού, ενώ παράλληλα απέρριπταν την ανάσταση των νεκρών, καθώς πίστευαν πως η ψυχή πεθαίνει μαζί με το θνητό της σώμα.

Τέλος, οι Σαδδουκαίοι ήταν ένα από τα πιο εθνικιστικά κινήματα της Ιουδαίας. Στον τίτλο της συλλογής, η πρόθεση «κατά» ακολουθείται από γενική πτώση, άρα δηλώνει εναντίωση. Συνεπώς, γνωρίζουμε πως η ποιητική συλλογή και το ομώνυμο ποίημα αποτελούν ένα είδος αγόρευσης, επιχειρηματολογίας κατά των Σαδδουκαίων.

ΚΑΤΑ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝ: ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ
Ο Μιχάλης Κατσαρός, στην ποιητική του συλλογή που φέρει τον τίτλο ‘Κατά Σαδδουκαίων’ ανάγει την ποίηση σε ‘εργαλείο’ καταδίκης της κάθε εξουσίας και των εξουσιαστικών σχέσεων, σε γραπτή ‘μορφή’ που προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά μίας εν δυνάμει εξέγερσης των λέξεων και των σωμάτων, γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης στο Νόστιμον Ήμαρ και συνεχίζει: “Η ποιητική του πράξη διακρίνεται για την ευθύτητα και την αμεσότητα της, για την εν συνόλω συγκρότηση του γίγνεσθαι ως πεδίου μάχης, για την ίδια την εννοιολόγηση του ως ‘πεδίου’ που διαπερνάται από στάσεις, πράξεις, αφηγήσεις, μύθους και συμβάντα.

Πραγματικά, η ποίηση ή αλλιώς η ‘κατά σαδδουκαίων’ αλλαγή συμπυκνώνει και συμβολίζει όχι τις νόρμες του καθημερινού αλλά τις νόρμες του κατά ποιητή αναγκαίου: αυτού που υποκρύπτεται «υπόγεια» και «χαμηλόφωνα», αυτού του συλλογικού υποκειμένου που ως «σώμα» δύναται να προκαλέσει τεκτονικές αλλαγές…

Ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός, ο ποιητής που διαμορφώνει την ονειρική του ύλη σε μπαρούτι, δεν απομακρύνεται από την πόλη και τα τείχη της, από τις τάξεις των πολλών στρατιωτών δια τις εις άτοπον απαγωγής. Αντιθέτως, η απομάκρυνση του είναι το αποτέλεσμα της ‘κτήσης’ του συστατικού και ουσιαστικού λόγου, της διαρκούς επιστροφής στην ιστορία όχι ως μύθο αλλά ως βιωμένη, βίαιη και αιματηρή πραγματικότητα: «για τούτο παρέμεινα με τα κουρέλια μου όπως με γέννησε η Γαλλική επανάσταση όπως με γέννησε η απελευθέρωση των νέγρων όπως με γέννησες μάνα μου Ισπανία ένας σκοτεινός συνωμότης»

…ο Μιχάλης Κατσαρός «ανοίγει το δρόμο», και ως ποιητής αλλά και ως »δηλωμένος σκεπτόμενος» που απευθύνεται στην ποίηση, στην ποίηση που τη βιώνει ως αίσθηση «αποκάλυψης», αφύπνισης στο ίδιο του το σώμα. Και μόνο μία λέξη που περικλείει πολλές έννοιες θα αρκούσε για να προσδιορίσει το ποιητικό του πράττειν. Η λέξη Αντισταθείτε. Αντισταθείτε στα μικρά και στα μεγάλα, αυτή είναι η διαρκής προτροπή του.

«Αντισταθείτε πάλι σ’ όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες σ’ όλα τα ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι σ’ όλους που γράφουν λόγους για την εποχή δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα στις κολακείες τις ευχές τις τόσες υποκλίσεις από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό αρχηγό τους». Αυτό είναι το νόημα που προκύπτει από την ποίηση του Μιχάλη Κατσαρού, από την ‘κατά σαδδουκαίων’ συλλογή.»

1. Vinyl, LP, Album “Σαδδουκαίοι ” 1977

2. 2 x Vinyl, LP, Album ” Κατά Σαδδουκαίων Πάθη ” 1983

Σύνθεση: 1981-1982, Παρίσι
Ηχογράφηση: 1985 (απο την πρώτη εκτέλεση στις 23/2/1983 στο Metropol-Theater Berlin, μετάφραση στα Γερμανικά: Dirk Mandel) Joachim Vogt (τενόρος), Herman Christian Polster (μπάσσος), Jurgen Freier (βαρύτονος), Friedrich Wilhelm Junge (αφηγητής) , Rundfunkchor Berlin (διδασκαλία χορωδίας Dietrich Knothe) Berliner Sinfonie Orchester, υπο τη διεύθυνση του Hans Peter Frank, Minos (Greece), Eterna (DDR).

Ελληνική εκτέλεση: 18/9/1998, Ωδείο Ηρώδου Αττικού, Κώστας Πασχάλης, Θάνος Πετράκης, Φραγκίσκος Βουτσίνος, Νίκος Τζόγιας (αφηγητής), Συμφωνική Ορχήστρα και χορωδία της ΕΡΤ (διδασκαλία χορωδίας: Έλλη Νικολαΐδη) υπο τη διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού.

Από το σημείωμα του συνθέτη στο δίσκο. Σεπτέμβρης 1983

ΠΩΣ ΓΝΩΡΙΣΑ ΤΟ ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΤΣΑΡΟ
ΚΑΙ ΤΟ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΕΣΠΟΤΙΔΗ

Με τον Μιχάλη Κατσαρό συναντηθήκαμε για πρώτη φορά στιγμιαία στη ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΗ στα 1944. Τότε ανήκα στον 1ο Λόχο του 1ου Τάγματος του Εφεδρικού ΕΛΑΣ, που είχε τη βάση του στην Άνω Νέα Σμύρνη. Στις 3 του Δεκέμβρη πήρα μέρος στο Συλλαλητήριο στο Σύνταγμα. Με χτύπησαν άγρια οι Εγγλέζοι κι έτσι καθώς ήμουνα μέσα στα αίματα, κατηφόριζα τη λεωφόρο Συγγρού.

Μέναμε τότε στη Νέα Σμύρνη, οδός Σμύρνης 39. Η μητέρα μου, πες από ανησυχία, πες από προαίσθηση, ανηφόριζε την ίδια λεωφόρο. Συναντηθήκαμε μπροστά στου ΦΙΞ. Μόλις με είδε, τρόμαξε. Όμως την καθησύχασα. Την πήρα στην αγκαλιά μου – σαν λάβαρο, έλεγα τότε.

Στον κήπο μας είχα θαμμένο το όπλο που είχα πάρει από τους Γερμανούς. Λίγο αργότερα ήμουν μπροστά στο Αστυνομικό Τμήμα της Νέας Σμύρνης. Την άλλη μέρα πήγαμε –ορισμένοι από μας- στην κηδεία των θυμάτων. Γυρίζοντας αρχίσαμε τη μάχη. Σε δύο μέρες όλοι οι αστυνομικοί παραδόθηκαν. Δεν υπήρχε ούτε ένα θύμα. Πολλούς αξιωματικούς τους οδηγήσαμε οι ίδιοι στα σπίτια τους να μην πάθουν κακό.

Ένας απ΄αυτούς στα 1948 ήρθε χαράματα στο σπίτι μας για να με πιάσει και να με κλείσει στην απομόνωση. Πολλοί οδηγήθηκαν στην Ικαρία. Το Τάγμα μας πήρε μέρος στις μάχες του Χαροκόπου, στα Παλαιά Σφαγεία. Στο Ιωσηφόγλειο και μετά στου Μακρυγιάννη.

Εκεί μείναμε ως τις 20 περίπου του Δεκέμβρη. Γυρίσαμε στην Άνω Νέα Σμύρνη που χτυπούσαν Εγγλέζοι, Ινδοί και Κούρκας. Σε μία από τις τελευταίες μάχες, είναι τότε που συνάντησα τον Κατσαρό που ήταν αξιωματικός του ΕΛΑΣ. Εγώ ήμουν πάντα απλός μαχητής, όμως στο τέλος των επιχειρήσεων έκανε χρέη υπεύθυνου λόχου. Οι Άγγλοι τώρα μας χτυπούσαν με αεροπορία, με όλμους και βομβάρδιζαν τις θέσεις μας, δηλαδή τις συνοικίες, με κανόνια του στόλου τους από το Φάληρο. Θυμάμαι ήταν δειλινό και υποχωρούσαμε προς τα υψώματα του Νέου Κόσμου.

Εγώ ύστερα από είκοσι πέντε μέρες μάχες νύχτα-μέρα, τις πιο πολλές φορές νηστικός, άπλυτος, με ένα παπούτσι –στο δεξί πόδι που είχα κρυοπαγήματα είχα βάλει κουρέλια- φορούσα γερμανικό κράνος και ήμουν τυλιγμένος με κουβέρτα. Εκείνος με πεντακάθαρη στολή αξιωματικού είχε το δεξί πόδι πάνω σ΄ένα βράχο και με κοίταζε θα ΄λεγα με αποτροπιασμό… Μου λέει:

-Πού πας στρατιώτη;
Τον κοίταξα καλά καλά σα να΄ταν φάντασμα. Δεν του αποκρίθηκα. Εκείνος ξανά επιτακτικά:
-Εκεί είναι η μάχη! και μου δείχνει με το χέρι σαν τον Κολοκοτρώνη κατά τη μεριά του νεκροταφείου όπου όλοι χτυπούσαν τα τανκς.
Τότε δεν βάσταξα και του είπα προσπερνώντας τον:
-Να πάς εσύ!
Σκεφτόμουν , ειλικρινά, πως είναι κανένας παλαβός…

Τρείς μήνες αργότερα, δούλευα σ΄ένα γραφείο στην οδό Φιλελλήνων, τον βλέπω με στολή αξιωματικού της Αεροπορίας να μπαίνει στο γραφείο μου. Στην αρχή τρόμαξα, όμως εκείνος έσκυψε στο αυτί μου και μου ψιθύρισε.
-Έρχομαι από τον Πέτρο [Σημ.: Πέτρος ήταν το συνομωτικό όνομα του Μίμη Δεσποτίδη]. Μου είπε να σου πω ότι το βράδυ έχουμε συνεδρίαση στο σπίτι του Τούγια (του ζωγράφου) στην Πλάκα. Έτσι αρχίζει ένας νέος κύκλος φιλίας. Ένα τρίγωνο θα ΄λεγα, Δεσποτίδης (Πέτρος) – Κατσαρός – κι εγώ. Ο Πέτρος είναι ο Διαφωτιστής στην ΕΠΟΝ Αθήνας. Εγώ Β΄Γραμματέας και υπεύθυνος εκπολιτισμού.


Μια μέρα ο Πέτρος μου λέει:
-Έχουμε ένα νέο συνθέτη από το Παγκράτι. Ζητάει να παιχτούν τα έργα του από τη Χορωδία της ΕΠΟΝ (που τη διηύθυνα εγώ), θέλεις να τον συναντήσεις;
Την άλλη μέρα, μεσημεράκι, η Λέσχη της ΕΠΟΝ (Ακαδημίας και Κριεζώτου) είναι σχεδόν άδεια. Στο βάθος, στον πάγκο κάθεται ένα χλωμό, αδύνατο παιδί. Κρατάει κάτι χαρτιά στα χέρια του. Τον πλησιάζουμε και ο Πέτρος μας συστήνει:
– Ο συναγωνιστής Μίκης, ο συναγωνιστής Μάνος. (σημείωση: Χατζιδάκις)

Λίγο αργότερα διηύθυνα τη Χορωδία της ΕΠΟΝ στα τραγούδια του Χατζιδάκι στο θέατρο «Βρετάνια» στο έργο του Δαμιανού ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΘΑ ΘΕΡΙΣΟΥΜΕ, με σκηνοθεσία του Γιώργου Σεβαστίκογλου. Όμως το πιο σπουδαίο «επίτευγμα» της συνεργασίας μου με τον Πέτρο ήταν η δημιουργία της ΟΜΑΔΑΣ ΝΕΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ, όπου συμμετείχαν πολλοί νέοι ποιητές και λογοτέχνες της εποχής εκείνης.

Η βασική μας ιδέα ήταν να τους φέρουμε σε επαφή με τους κορυφαίους μας λογοτέχνες, Βάρναλη, Γαλάτεια Καζαντζάκη, Νικηφόρο Βρεττάκο, Ρίτσο, Ρώτα κ.α. Μερικοί από αυτούς έγιναν σπουδαίοι, όπως ο Κατσαρός, Λειβαδίτης, Κοτζιάς, Αργυρίου, Περγιάλης και άλλοι που μου διαφεύγουν αυτή τη στιγμή τα ονόματά τους.

Ακολούθησε ο Εμφύλιος. Στα 1947 βρεθήκαμε με τον Πέτρο στις Ράχες της Ικαρίας. Στα 1948 σμίξαμε στην παρανομία στην Αθήνα. Μαζί μας και ο Παύλος Παπαμερκουρίου˙ θυμάμαι πως κάμποσες φορές ο πατέρας μου μας έκανε το τραπέζι στα υπόγεια μαγειρεία της οδού Αθηνάς.

Η τελευταία φορά που συναντήθηκα με τον Πέτρο, πριν πιαστούμε (άνοιξη του 1948) ήταν στο Μοναστηράκι. Εκεί βλέπαμε μια ομάδα τσαγκαράδες. Τα ραντεβού μας γίνονταν στα πεταχτά. Συγκεκριμένος δρόμος, ώρα, κατεύθυνση, οι κουβέντες μετρητές, όμως ο Πέτρος δεν άντεχε, τον έτρωγε το σαράκι.

-Λένε ότι ο Σοστακόβιτς είναι ο μεγαλύτερος σύγχρονος συνθέτης.
-Έτσι είναι, του αποκρίνομαι.
-Είμαστε πάντα οι πρώτοι! είπε και έλαμψε το πρόσωπό του.
Η παρανομία την εποχή εκείνη ήταν δύσκολη. Και γιατί η παρακολούθηση ήταν σφιχτή, αλλά προπαντός γιατί οι συνθήκες τροφής και στέγης φριχτές.

Μια φορά τη βδομάδα ο Χατζιδάκις με πήγαινε στο Κολωνάκι, σε φίλους του. Έπρεπε να βγάλω τη νύχτα κι αυτός έπιανε τη κουβέντα ως το πρωί. Παράγγελνε και μου ΄φερναν σάντουιτς και μ΄άφηνε να κοιμάμαι στην πολυθρόνα. Κανείς δε με ήξερε. Με παρουσίαζε σα φίλο του. Φεύγαμε τα ξημερώματα κι εγώ πήγαινα κατευθείαν στο Ωδείο Αθηνών. Εκεί μ΄έκρυβε ο Μούτσης (θείος του συνθέτη).

Άλλος ένας συνθέτης μ΄έκρυβε τα βράδια μια-δυό φορές τη βδομάδα, ο Γιώργος Σισιλιάνος. Καθόταν τότε σ΄ένα πελώριο παλιό μέγαρο στην οδό Ακαδημίας, που το μισό ήταν το Στρατοδικείο! Ο Κώστας Κοτζιάς είχε αναλάβει από την παράνομη οργάνωση να μου βρίσκει σπίτια, όταν βρισκόμουν σε δυσκολία. Μια μέρα στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου έπεσα πάνω στον Μιχάλη Κατσαρό. Χαιρετηθήκαμε βιαστικά και εμείς πήραμε το τραμ για την Κολοκυνθού.

Τη μάνα μου την έβλεπα κάθε Τετάρτη απόγιομα. Περίμενε σ΄ένα καφενεδάκι στην πλατεία Κλαυθμώνος. Μόλις μ΄έβλεπε, μ΄έπαιρνε από πίσω. Μπαίναμε σ΄ένα σινεμά. Καθόμασταν πλάι πλάι. Μου ΄δινε το πακέτο με τα καθαρά ρούχα. Πήγαινα στην τουαλέτα. Άλλαζα, έβαζα στο πακέτο τα βρώμικα και γύριζα στη θέση μου. Εκείνη ήθελε να με πιάσει να με χαϊδέψει, όμως της σταμάταγα το χέρι. Ήταν αφύσικη μια τέτοια στάση κι ο χαφιές, που σίγουρα θα κάθονταν σε κάποια γωνιά, θα καταλάβαινε ότι είμαι παράνομος.

Ο Μιχάλης Κατσαρός με το Μικη Θεοδωρακη στην ταβέρνα το 1950

Κάποια Τετάρτη, τον Μάη του ΄48, η μάνα μου περίμενε μάταια στο καφενεδάκι. Μας πιάσανε και τους τρεις χωριστά. Ο Παύλος δικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Ο Πέτρος δικάστηκε σε θάνατο όμως με ψήφους 3-2 κι έτσι τελικά έζησε. Εγώ γλίτωσα κι αυτό το οφείλω στο λάθος που έκανα να πάω ένα βράδυ ξαφνικά στο σπίτι μας στη Νέα Σμύρνη, όπου και με συνέλαβε η τοπική Ασφάλεια και μ΄έστειλε για δεύτερη φορά εξορία.

Δούλευα στο ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ – έπαιζα αρμόνιο- στο έργο « Το Τραγούδι της Κούνιας» με πρωταγωνίστρια τη Μελίνα Μερκούρη. Το βράδυ το λεωφορείο του θεάτρου μας ανέβαζε στην Αθήνα. Ήταν η εποχή που είχα πλευρίτιδα και την έβγαζα στο πόδι. Τα σπίτια είχαν γίνει σπάνια και πολλά βράδια κοιμόμουνα στα γιαπιά παστωμένος με εφημερίδες για το κρύο.

Υπέφερα πολύ από πυρετό και προπαντός από τον αφόρητο πόνο. Όμως δεν έπρεπε να δείχνω τίποτα. Έπαιζα κανονικά στην κουίντα του θεάτρου και μετά έψαχνα για κανένα γιαπί να βγάλω τη νύχτα με ψωμί και τυρί. Έτσι, κάποιο βράδυ δεν άντεξα. Το λεωφορείο ανέβαινε τη λεωφόρο Συγγρού κι όταν φτάνει ξαφνικά στο ύψος του σπιτιού μου, λέω ξαφνικά στο σωφέρ:
-Κάνε σε παρακαλώ, στάση.

Μίκης Θεοδωράκης και Μιχάλης Κατσαρός στο Ηρώδειο.

Πηδάω έξω. Ψυχή στο δρόμο. Πετάω ένα χαλικάκι στο παράθυρο της κρεβατοκάμαρας. Οι γονείς μου δεν κοιμόνταν. Κάθε βράδυ είχαν την αγωνία μου. Έκαιγα στον πυρετό. Ο αδερφός μου μου δίνει τον καναπέ που πλάγιαζε. Ήταν ζεστός και αμέσως κοιμήθηκα. Η Ασφάλεια κύκλωσε το σπίτι κατά τα χαράματα, πριν προλάβω ν΄ανοίξω τα μάτια μου ήταν από πάνω μου οι αστυνομικοί με επικεφαλής τον ίδιο αξιωματικό που στα Δεκεμβριανά τον είχα συνοδεύσει στο σπίτι του.

-Με συγχωρείς, μου λέει. Δεν είναι τίποτα. Έλεγχος ταυτοτήτων.
Η μητέρα μου που μ΄έβλεπε ξαπλωμένο, ντράπηκε για την αγένειά μου.
-Μίκη, σήκω, δεν είναι σωστό, περιμένουν οι κύριοι…
Η δε θεία μου, η Στάσα, ετοιμάζονταν να τους βγάλει και γλυκό του κουταλιού. Ήσαν κι οι δύο μικρασιάτισσες και γι΄αυτές η φιλοξενία είναι φιλοξενία. Ακόμα και για τους διώκτες μας. Μόνο ο αδελφός μου ένιωσε τον τόνο της στιγμής.

-Γειά και χαρά σύντροφε, μου λέει την ώρα που μ΄έπαιρναν κοιτάζοντας επιδειχτικά τους μυστικούς που είχαν πλημμυρίσει το σπίτι.
Στο Τμήμα, στην απομόνωση, βρήκα άλλους 12 Νεοσμυρνιώτες. Συμπτωματικά εκείνο το βράδυ η Νέα Σμύρνη έκανε συλλήψεις για εξορία. Έτσι, δεν γλίτωσα. Ικαρία, και τέλη του 1948 Μακρονήσι. Δ΄Τάγμα. Στις 26 του Μάρτη 1949 μεταφέρομαι στο Α΄Τάγμα (στρατιωτικό), όπου μας χτύπησαν παραδειγματικά!

Ο Μίκης Θεοδωράκης βαφτίζει το γιό του Μιχάλη Κατσαρού Στάθη.

Αρχές του ΄50 ψάχνω στην Αθήνα για συντρόφους. Βρίσκω μερικούς σ΄ένα καφενεδάκι στη Σόλωνος. Αν δεν κάνω λάθος, ανάμεσά του ο Νικηφόρος Βρεττάκος και ο Τάσος Βουρνάς. Ακούνε προσεκτικά, με δέος θα΄λεγα, για τη Μακρόνησο. Κάποιοι μπαίνουν στο καφενείο, μαζί κι ο Κατσαρός. Κατά το σούρουπο με ρωτάνε «πού θα μείνεις;»
-Δεν ξέρω τους λέω. Δεν έχω σπίτι. Ο πατέρας μου μου έδωσε 300 δρχ. και την ευχή του.
-Έλα στο δικό μου, λέει ο Κατσαρός κι έτσι βρέθηκα στα υπόγεια στο Χαλάνδρι.

Εκεί ο Μιχάλης έγραψε τους ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΟΥΣ. Εγώ δούλευα πάντα πάνω στην ΤΡΕΛΗ ΜΑΝΑ του Σολωμού. Ζήσαμε μαζί σχεδόν δύο χρόνια. Μαζί μας ήρθε να μείνει και ο αδελφός μου, ο Γιάννης. Πεινάγαμε όμως πολύ. Ο Γιάννης, αφού έφαγε ακόμα και τις σουλφαμίδες, γύρισε στην Κρήτη στο χωριό. Και ο Μιχάλης έκανε αιμόπτυση. Τον πήγαινα στην Πάρνηθα. Εγώ λίγο αργότερα, το 1953, παντρεύτηκα κι έτσι μπήκα σε μια σειρά. Αργότερα παντρέψαμε με τη γυναίκα μου και τον Κατσαρό με την Κούλα Μαραγκοπούλου. Και τον επόμενο χρόνο βαφτίσαμε το γιό τους τον Στάθη.

Αυτή είναι η ιστορία της γνωριμίας και της φιλίας μου με τον Μιχάλη Κατσαρό καιτ το Δημήτρη Δεσποτίδη σ’ εκείνα τα δύσκολα χρόνια.
Μ.Θ. Σεπτέμβρης 1983

Ο Μίκης Θεοδωράκης στην κηδεία του Μιχάλη Κατσαρού

Και συ λοιπόν στέκεις βουβός με τόσες παραιτήσεις
από φωνή
από τροφή
από άλογο
από σπίτι.
Στέκεις απαίσια βουβός σαν πεθαμένος:
Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν.
(«Υστερόγραφο») 
Μιχάλης Κατσαρός

ΠΗΓΕΣ: www.discogs.com, www.lifo.gr, https://el.wikipedia.org, https://mikisguide.gr, www.fractalart.gr,

Ο Μιχάλης Κατσαρός σε σκίτσο του Αλέκου Φασιανού

ΚΑΛΗ ΑΚΡΟΑΣΗ
¨Η αυθεντική ποίηση μπορεί να αρέσει προτού γίνει κατανοητή.¨
T. S. Eliot: Βρετανός ποιητής [Νόμπελ 1948] (1888-1965)