ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ 1910-1975

Ο ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΕΙΚΟΣΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ
CD, Album, Card Sleeve ¨Είκοσι ποιήματα διαβάζει ο Θάνος Μικρούτσικος¨ 2010

Ο Θάνος Μικρούτσικος διαβάζει 20 ποιήματα του Νίκου Καββαδία στο αφιέρωμα του περιοδικού «Η Λέξη» που κυκλοφόρησε το 2009 (τεύχος 202).
«Ο Καββαδίας είναι ο ταξιδιώτης, ο ποιητής της περιπέτειας, του ονείρου, της φυγής από την πραγματικότητα. Πολλοί, ειδικότερα στην αρχή, τον θεωρούσαν «ναυτικό ποιητή» και αυτό κατά τη γνώμη μου είναι μεγάλο λάθος. Η θάλασσα, τα καράβια, οι ναύτες, μπορεί να ήταν για τον ποιητή καθημερινό βίωμα, αλλά ουσιαστικά ήταν το πεδίο πάνω στο οποίο η φαντασία του οργίαζε».Θάνος Μικρούτσικος

ΜΑΡΑΜΠΟΥ
ΑΦΗΓΗΣΗ: ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ

 ΠΟΙΗΣΗ: ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

ΜΑΡΑΜΠΟΥ

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ’ ένα τρόπον ύπουλο μισώ
κι ότι μ’ αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.

Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.

Ακόμα, λένε πράματα φριχτά παρά πολύ,
που είν’ όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν το `μαθε ποτέ, γιατί δεν το `πα σε κανένα.

Μ’ απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω σε χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.

Ήμουνα τότε δόκιμος σ’ ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα σαν άνθος έμοιαζε αλπικό
και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.

Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου οπού `χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τήνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.

Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ’ τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.

Ένα μικρό της πέρασα σταυρόν απ’ το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ’ αυτήν που θα `φευγε την πόλη.

Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μεσ’ στην καρδιά της Άμμου.

Νομίζω πως θε να `πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αγέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια τροπικά του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.

Θα προχωρήσω!… Μια βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκι, τζιν και μπύρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.

Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ’ άρπαξ’ απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ’ τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.

Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές
«μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της».

Όταν την είδα και στο φως τα’ αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ’ ένα δέος αλλόκοτο, σαν να `χα φοβηθεί,
το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά… Μα έβγαλε μια φωνή,
κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μια το πορτοφόλι μου… Μ’ απόμεινα κι εγώ
έναν σταυρό απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό,
μ’ αν ήξερα οι δύστυχοι, θα μ’ είχαν συχωρέσει…

Το χέρι τρέμει… Ο πυρετός… Ξεχάστηκα πολύ
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω…

Το εξώφυλλο της α΄ έκδοσης.

“ΜΑΡΑΜΠΟΥ: εξωτικό πουλί, συγγενές προς τον πελαργό, με φτέρωμα άσπρο και γκρίζο, γυμνό ροζ λαιμό και κεφάλι, και με χαρακτηριστικό φουσκωτό θύλακο στη βάση του λαιμού του, ισχυρό και χοντρό ράμφος και πολύ λεπτά και μακριά πόδια. Ζει στην Αφρική και τη ΝΑ Ασία. Η λέξη προέρχεται από τα αραβικά, όπου σημαίνει ασκητής, ερημίτης.”
Το Μαραμπού είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του Νίκου Καββαδία και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1933 στον Κύκλο. Έκτοτε εκδόθηκε 4 φορές στις εκδ. Γαλαξίας (1961-1971), 16 φορές στις εκδ. Κέδρος (1975-1989) και, από τον Απρίλιο 1990 μέχρι τον Ιούνιο 2000, 13 φορές στις εκδ. Άγρα. Περιέχει τα 22 παρακάτω τετράστιχα ποιήματα (γραμμένα μ’ένα μεθοδικό συνδυασμό εν μέρει παρ οξύτονης και εν μέρει πλεκτής ομοιοκαταληξίας) : Μαραμπού, Ένας δόκιμος στη γέφυρα εν ώρα κινδύνου, Οι γάτες των φορτηγών, Ένα μαχαίρι, Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ, Ο πιλότος Νάγκελ, Έχω μια πίπα, Η μαϊμού του ινδικού λιμανιού, Ένας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί, Gabrielle Didot, Οι προσευχές των ναυτικών, A bord de l'”Aspasia”, Γράμμα από τη Μαρσίλια, Ο πλοίαρχος Φλέτσερ, Γράμμα ενός αρρώστου, Mal du depart, Η πλώρη μας, William George Allum, Καφάρ, Coaliers, Μαύρη λίστα, Παραλληλισμοί. Η συλλογή είναι αφιερωμένη στο φίλο του Μεμά Γαλιατσάτο.

Ο ΑΡΜΕΝΙΣΤΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Ο αρμενιστής ποιητής (Ο άγνωστος Νίκος Καββαδίας)
Εισαγωγή, έρευνα, κείμενα Μιχάλης Γελασάκης, Εκδόσεις Αγρα, 2018, σελ. 456.

Ο Νίκος Καββαδίας (1910-1975) υπήρξε μια ξεχωριστή, ιδιότυπη περίπτωση της Γενιάς του ’30: ολιγογράφος ποιητής με μόλις δύο συλλογές και ένα πεζογράφημα δημοσιευμένα στη διάρκεια της ζωής του, εκφραστής του κοσμοπολίτικου και του εξωτικού στοιχείου, ασυρματιστής που πέρασε δεκαετίες στη «λαμαρίνα», σε φορτηγά και επιβατηγά πλοία, ταξιδεύοντας ανά τον κόσμο. Σαράντα τρία χρόνια μετά τον θάνατό του ο τόμος «Νίκος Καββαδίας. Ο αρμενιστής ποιητής» σε επιμέλεια του δημοσιογράφου και μελετητή Μιχάλη Γελασάκη κομίζει αθησαύριστο υλικό: Ανέκδοτη αλληλογραφία, άγνωστες συνεντεύξεις, μαρτυρίες, ντοκουμέντα και τεκμήρια που ήρθαν στο φως μέσα από μια πολυετή έρευνα παρουσιάζονται σε έναν τόμο που συμπληρώνει την εικόνα του αγαπημένου ποιητή.
Η αρχειακή έρευνα του Μιχάλη Γελασάκη κράτησε δέκα χρόνια και έφερε στην επιφάνεια πλήθος στοιχείων. Εδώ υπάρχουν ανα δημοσιευμένες μια σειρά από δυσεύρετες συνεντεύξεις του Νίκου Καββαδία της περιόδου 1962-1975, ανέκδοτη αλληλογραφία με τους λογοτέχνες Καίσαρα Εμμανουήλ, Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, Αγγελο Σικελιανό, Νικόλαο Κάλα, Κώστα Καρθαίο, Μ. Καραγάτση, Στρατή Τσίρκα, Θράσο Καστανάκη και άλλους, ανέκδοτα ποιήματα, τα πρώτα του παιδικά ποιήματα από την εφημερίδα «Σχολικός Σάτυρος» που έγραφε ο ίδιος σε ηλικία 12 ετών, κριτικά κείμενα από πειραϊκές εφημερίδες των αρχών της δεκαετίας του ’30, αδημοσίευτες και αννα δημοσιευμένες μαρτυρίες από κοντινά και φιλικά του πρόσωπα, όπως η αδελφή του Τζένια Καββαδία, η Άλκη Ζέη, η Ζωρζ Σαρή, ο εκδότης Νότης Καραβίας ή ο ποιητής Κλείτος Κύρου, ο ναυτικός του φάκελος από το υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας, χρονικό, πληροφορίες και φωτογραφίες των καραβιών στα οποία εργάστηκε, ένα ιδιαίτερο παράρτημα για τη σχέση του με τον Γιώργο Σεφέρη. Το συνολικό αποτέλεσμα είναι πλούσιο και έχει το πλεονέκτημα να δείχνει το πρόσωπο του ποιητή από διάφορες οπτικές γωνίες σε διάφορες στιγμές του βίου του. Για τον γνώστη όχι μόνο της ποίησης ή των μελοποιημένων έργων του Καββαδία, αλλά και των περιστάσεων του βίου του, ο τόμος αυτός προσφέρει συμπληρωματικά στοιχεία για μια βαθύτερη κατανόηση της προσωπικότητάς του. Για όσους γνωρίζουν τα απολύτως απαραίτητα, το βιβλίο λειτουργεί ως επαρκής εισαγωγή και έναυσμα για να αναζητήσουν περισσότερα σχετικά με το ποιος ήταν, ποιους συναναστράφηκε, πώς έζησε, τι έγραψε ο ποιητής Νίκος Καββαδίας.

Δημιουργία εικόνας Κορίνα Τσιτσιρίκου Θεοδοσιάδη

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ Βιογραφία
Όπως τα περιγράφει τη αδελφή του Τζένια Καββαδία, διατηρώντας το πολυτονικό σύστημα στη γραφή, της εποχής. «Ὁ Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε τὸ 1910 σὲ μία μικρὴ ἐπαρχιακὴ πόλη τῆς Μαντζουρίας, στὴν περιοχὴ τοῦ Χαρμπὶν ποὺ ἦταν στρατιωτικὴ βάση. Λεγόταν τότε Νικόλσκι Οὐσουρίσκι, κοντὰ στὸν ποταμὸ Οὐσσούρ. Ὁ πατέρας ἦταν ἐπιχειρηματίας. Διατηροῦσε γραφεῖο γενικοῦ ἐμπορίου -εἰσαγωγὲς / ἐξαγωγὲς / μεταφορές-, διακινοῦσε μεγάλες ποσότητες ἐμπορευμάτων, τροφίμων καὶ ἄλλων καταναλωτικῶν εἰδῶν καὶ συγχρόνως ἦταν προμηθευτὴς τοῦ τσαρικοῦ στρατοῦ. Σ᾿ αὐτὴ τὴ μικρὴ πόλη γεννήθηκαν τὰ τρία ἀπὸ τὰ τέσσερα παιδιὰ τῆς οἰκογένειας.
Τὸ 1914, στὴν ἀρχὴ τοῦ πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ὁ πατέρας ἀποφάσισε νὰ φέρει τὴν οἰκογένεια στὴν Ἑλλάδα, καθὼς πλανιόταν στὸν ἀέρα ἡ ἐπερχόμενη ἀνατροπή. Ταξίδεψαν μὲ τὸν Ὑπερσιβηρικὸ σιδηρόδρομο δεκαπέντε ὁλόκληρες μέρες διασχίζοντας τὰ Οὐράλια Ὄρη κι ἕνα μεγάλο μέρος τῆς ἐνδοχώρας. Φτάσανε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου βρήκανε τ᾿ ἀδέρφια τῆς μάνας ποὺ εἶχαν ναυτικὲς ἐπιχειρήσεις καὶ μὲ κάποιο καράβι τους, τοὺς περάσανε στὸ ἑλληνικὸ ἔδαφος. Φτάσανε στὴν Ἀθήνα ὅπου ἔμειναν στὸ ξενοδοχεῖο «Διάνα». Τὰ δύο μεγαλύτερα παιδιὰ εἶδαν γιὰ πρώτη φορὰ θέατρο – Τὰ «Παναθήναια» μὲ τὴ Μαρίκα Κοτοπούλη.
Καταλήξανε στὴν Κεφαλονιὰ στὰ πατρικὰ σπίτια μὲ τὶς γιαγιάδες καὶ τοὺς παπποῦδες, τῆς μάνας στὴν Ἄσσο, τοῦ πατέρα στὸ Φισκάρδο. Δὲν ἔμειναν πολύ. Ἦρθαν στὸ Ἀργοστόλι ὅπου νοικίασαν ἕνα μεγάλο σπίτι μὲ περιβόλι στὸ δρόμο τῆς Λάσσης, καὶ γράψανε τὰ δύο μεγαλύτερα παιδιὰ στὸ Νηπιαγωγεῖο τῆς σχολῆς Ἑλένης Μαζαράκη, «Παρθεναγωγεῖο αἱ Μοῦσαι».
Ὁ πατέρας γύρισε στὴ Ρωσία γιὰ νὰ τακτοποιήσει τὶς ἐπιχειρήσεις του καὶ τὰ μικρὰ ἀπομεῖναν ξαφνιασμένα στὸ ἀνύποπτο ὡς τότε καὶ ἥσυχο Ἀργοστόλι, ποὺ ἄρχιζε νὰ τὸ τραντάζει ὁ ἀπόηχος τοῦ πολέμου. Ὑδροπλάνα, ὁπλιταγωγά,ἀτμάκατοι, συμμαχικὸς στρατός, Ἄγγλοι, Γάλλοι, Σενεγαλέζοι. Τὰ παιδιὰ τῆς οἰκογένειας βρίσκονταν κάθε ἀπόγευμα μὲ τὴ νταντὰ στὴν πλατεία.

Ὁ Νίκος Καββαδίας ξέφευγε κατὰ τὴ συνήθειά του γιὰ νὰ κάνει φιλίες μὲ στρατιῶτες τοῦ συμμαχικοῦ στρατοῦ, κατὰ προτίμηση τοὺς Σενεγαλέζους ποὺ τὸν ἐντυπωσίαζαν μὲ τὸ χρῶμα τους καὶ τὸ μπόι τους καθὼς τὸν σήκωναν ψηλὰ στὰ χέρια τους καὶ τοῦ χαρίζανε ταινίες ἀπὸ τὰ καπέλα τους καὶ ἄλλα ἀντικείμενα. Ἡ οἰκογένεια ἀποκλείστηκε στὴν Κεφαλονιὰ καὶ ὁ πατέρας ἀποκλείστηκε στὴ Ρωσία. Ἑφτὰ ὁλόκληρα χρόνια χάθηκαν τὰ ἴχνη του. Διώχθηκε, φυλακίστηκε, ἔχασε ὡς τὸ τελευταῖο του ρούβλι.
Γύρισε τὸ 1921, ταλαιπωρημένος, νευρασθενικός, ἄρρωστος -καὶ τὸ τραγικότερο, ξένος καὶ ἀνένταχτος. Μετακομίσαμε στὸν Πειραιᾶ, ὅπου ὁ Καββαδίας τελείωσε τὸ Δημοτικὸ στὴ σχολὴ ἀδελφῶν Μπάρδη. Συμμαθητές του ὁ Γιάννης Τσαρούχης καὶ ὁ πάπα-Πυρουνάκης. Ἐκεῖ στὸ Δημοτικό, ἄρχισε νὰ ἐκδηλώνει κάποια κλίση πρὸς τὸ γράψιμο. Μὲ συνδρομὲς ποὺ πῆρε ἀπὸ θεῖες, θείους καὶ φίλους ἔβγαλε ἕνα τετρασέλιδο φυλλάδιο σατιρικὸ ποὺ εἶχε τίτλο «Σχολικὸς Σάτυρος» (μὲ ὕψιλον ἀπὸ ἄγνοια βέβαια) ὅπου σατίριζε τοὺς συμμαθητές του. Τὸ φυλλάδιο αὐτὸ τυπώθηκε σὲ τυπογραφεῖο. Ἐκεῖ τὸν πῆγε ὁ πατέρας, ποὺ σ᾿ αὐτὰ βοηθοῦσε πρόθυμα τὸ μικρὸ γιὸ – ἦταν μάλιστα καὶ περήφανος. Στὸ τρίτο φύλλο ἔκλεισε καὶ οἱ συνδρομὲς ἐπιστράφηκαν. Ἔγραψε καὶ στὴ «Διάπλαση τῶν Παίδων» μὲ τὸ ψευδώνυμο «Ὁ μικρὸς ποιητής». Ἀργότερα ἄρχισε νὰ γράφει ποιήματα ποὺ τὰ ἔστελνε στὸν Πετμεζᾶ – Λαύρα στὸ περιοδικὸ τῆς Μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐγκυκλοπαίδειας τοῦ Μακρῆ, ποὺ τὰ δημοσίευε στὴ σελίδα τῆς ἀλληλογραφίας μὲ τὸ ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας.

Σὲ μερικοὺς μῆνες, φτάσανε τὰ πλήθη τῆς προσφυγιᾶς ἀπὸ τὴ Μικρασιατικὴ καταστροφὴ – ἐφιάλτης μὲ ἄπειρη γραφικότητα. Σὲ πολλοὺς δρόμους σχηματίζονταν τεράστιες οὐρὲς ἔξω ἀπὸ σπίτια ποὺ εἶχαν τὴν ἐπιγραφὴ «Περίθαλψη προσφύγων» γιὰ νὰ πάρουν κάποιο χαρτὶ ἢ δελτίο ποὺ τοὺς ἔδινε δικαίωμα σὲ διάφορες παροχές. Ἄρχισαν νὰ σχηματίζονται στὶς ἀκραῖες γειτονιὲς οἰκισμοὶ ἀπὸ ξύλινες παράγκες ποὺ στὴν καθεμιὰ ζοῦσαν ἕξι ἢ ὀκτὼ ἄτομα χωρὶς ἀποχέτευση – μία κόλαση.

Ἦταν ὅμως ἄνθρωποι ἐργατικοί, πολυμήχανοι. Ὁ Πειραιᾶς γέμισε ξαφνικὰ ἀπὸ πλανόδια καροτσάκια ποὺ πουλοῦσαν διάφορα ἀνατολίτικα ζαχαρωτά, παγωτὰ σὲ χωνάκια καὶ σάμαλι. Ὁ σαλεπιτζῆς περνοῦσε κάθε πρωὶ διαλαλώντας τὸ ἐμπόρευμά του ἀπὸ τοὺς δρόμους τοῦ Πειραιᾶ. Οἱ γυναῖκες ἐκπληκτικὲς σὲ γενναιότητα καὶ ἐγκαρτέρηση. Τὸν πρῶτο καιρὸ λιγόστεψαν τὰ τρόφιμα – δὲν ἔφτανε τὸ νερό. Σκοτωμὸς γινότανε ὅταν περνοῦσε τὸ βράδυ ὁ νερουλᾶς καὶ κατέβαιναν οἱ ὑπηρέτριες ἀπὸ τὰ ψηλὰ σπίτια καὶ οἱ νοικοκυρὲς ἀπὸ τὰ χαμηλὰ γιὰ νὰ γεμίσουν τὴ στάμνα τους μὲ νερὸ τοῦ Πόρου.
Ἔκκληση ἔκαναν οἱ ἀρχὲς στὰ μεγάλα σπίτια νὰ νοικιάσουν ἕνα δωμάτιο σὲ πρόσφυγες. Ἦρθαν καὶ σὲ μᾶς (κρατούσαμε ἕνα σπίτι μὲ ἕξι δωμάτια) ἕνα ζευγάρι μεσήλικοι ἀπὸ τὸ Τσεσμέ, μὲ τὴν ψυχοκόρη τους. Ἦταν ἅγιοι ἄνθρωποι – βιβλικοὶ – ἀπὸ ἀρχοντικὴ οἰκογένεια. Ζήσαμε ἁρμονικὰ μαζί τους δύο ἢ τρία χρόνια. Τοὺς ἀγαπήσαμε καὶ μᾶς ἀγαπήσανε. Μᾶς μετέφεραν ἕναν ἄλλο πολιτισμὸ καὶ τὴν καρτερία τους. Τέλεια ἀντίθεση μὲ τὸν πρόσφυγα τῆς τσαρικῆς Ρωσίας. Αὐτὸς δὲν σήκωσε τὸν ξεπεσμό. Πῶς νὰ προσαρμοστεῖ σ᾿ αὐτὴ τὴ στενεμένη ζωὴ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔζησε σὲ μία ἀστικὴ κοινωνία τῆς ἀφθονίας, τοῦ πλούτου καὶ τῆς ἀλόγιστης σπατάλης.
Θύμωνε μὲ τὸ τίποτα, τοῦ φταίνε ὅλα. Σήκωνε τὸ μπαστούνι του, ἔσπαζε ὅ,τι ἔβρισκε, ἠλεκτρικοὺς λαμπτῆρες, τζάμια, υαλικά. Κι ἐνῶ στὸ βάθος ἦταν ἕνας καλὸς ἄνθρωπος ἀνίκανος νὰ κάνει κακό, νόμιζες πὼς χαιρόταν νὰ τοὺς μεταδίδει τὸν πανικό. Τοὺς βασάνιζε ἄθελά του, πήγαινε τ᾿ ἀγόρια σπρώχνοντας τὰ ἀπὸ τὴ σκάλα στὸ κουρεῖο, νὰ τοὺς κόψουν τὰ μαλλιὰ μὲ τὴν ψιλὴ μηχανὴ – στὰ πρῶτα χρόνια της ἐφηβείας. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, μόλις εἶχε λίγα χρήματα, τοὺς ἀνέβαζε ὅλους στὴν Ἀθήνα, καὶ πήγαιναν στὸν Ἐλευθερουδάκη ὅπου οἱ μεγαλύτεροι γέμιζαν τὴν ἀγκαλιά τους μὲ βιβλία.



Τ᾿ ἀγόρια πήγαιναν καὶ στὸ θέατρο Χρυσοστομίδη στὸ Πασαλιμάνι, στὸν Καραγκιόζη, στὸν κινηματογράφο. Μὲ τὴν κόρη ἡ συμπεριφορά του ἦταν διαφορετική. Τὴν αὐστηρότητά του δὲν τὴν ἐπέβαλλε ἀπευθείας ἀλλὰ μέσω τῆς μάνας. Ἡ μάνα ποτὲ δὲν τοῦ συγχώρησε ὅτι δηλητηρίασε τὰ πρῶτα ἐφηβικά τους χρόνια. Ἂν περάσαμε ἀπὸ αὐτὴ τὴν περίοδο ἄθικτοι ψυχικὰ τὸ χρωστᾶμε σ᾿ αὐτὴ τὴν τέλεια μάνα -τὸ πρόσωπο τῆς θυσίας- ποὺ ξέχασε κάθε προσωπικό της δικαίωμα πάνω στὴ ζωὴ γιὰ νὰ στηρίξει τὰ παιδιά της διατηρώντας πάντα ἕνα ζεστὸ καὶ ὀργανωμένο σπιτικό.
Ὁ πατέρας προσπάθησε νὰ βρεῖ κάποια δουλειὰ στὰ βαπόρια τῶν συγγενῶν. Δὲν κατάφερε νὰ σταθεῖ – δὲν τὸν βοήθησαν. Τότε πουλήθηκαν τὰ κοσμήματα τῆς μάνας καὶ ὅ,τι ἀκριβὸ ὑπῆρχε μέσα στὸ σπίτι. Ἀργότερα μ᾿ ἕναν ἄλλο πρόσφυγα, πλούσιο ἐπιχειρηματία τῆς Πετρούπολης, ὁ πατέρας ἄνοιξε ἕνα μικρὸ κατάστημα τροφίμων, κοντὰ στὸ Πασαλιμάνι, μὲ ἕνα μεγάλο δωμάτιο στὸ πίσω μέρος. Ἐκεῖ μαζεύονταν οἱ Ρῶσοι ἐμιγκρέδες τοῦ Πειραιᾶ – γιατρὸς Σενιώφ, ναύαρχος Ρεβελιώτης, στρατηγὸς Ρασνερίσιν -, περνοῦσαν τ᾿ ἀπογεύματα πίνοντας βότκα καὶ κάνοντας σχέδια καὶ προγράμματα ἐπιστροφῆς στὴν πατρίδα. Ἕνας τόπος συνάντησης ναυαγῶν χωρὶς σωτηρία. Ἀπέναντι ἀκριβῶς βρισκόταν τὸ παλιὸ Γυμναστήριο τοῦ Πειραιᾶ καὶ κεῖ ἔρχονταν τ᾿ ἀπογεύματα νὰ παίξουν καὶ νὰ γυμναστοῦν ὁ Νίκος Καββαδίας καὶ τ᾿ ἀδέρφια του, κάτω ἀπὸ τὴν αὐστηρὴ ἐπίβλεψη τοῦ πατέρα.
Στὸ γυμναστήριο ὁ Καββαδίας γνώρισε τὸν πρωταθλητὴ τῆς πυγμαχίας Νίκο Μενεξῆ καὶ πῆρε μαζί του μαθήματα. Κι ἐνῶ ἡ κράση του καὶ ὁ χαρακτήρας του δὲν δικαιολογοῦσαν μία τέτοια ἐπίδοση, αὐτὸς σ᾿ ὅλη τὴ ζωή του δὲν ἔπαψε ν᾿ ἀγαπάει αὐτὸ τὸ ἄθλημα. Εὐτυχῶς τὸ καταφύγιο αὐτὸ τῶν Ρώσων ἐμιγκρέδων δὲν κράτησε πολὺ, ἔκλεισε πάνω στὸν δεύτερο χρόνο. Στὸν Πειραιᾶ ὁ Καββαδίας καὶ τ᾿ ἀδέρφια του τελειώσανε καὶ τὸ Γυμνάσιο. Ἐκεῖ εἶχε συμμαθητὴ τὸ γιὸ τοῦ Παύλου Νιρβάνα, τὸν Κώστα Ἀποστολίδη, ποὺ τοῦ γνώρισε τὸν πατέρα του. Μένανε σ᾿ ἕνα σπίτι στὸ Νέο Φάληρο. Ὁ Καββαδίας πήγαινε συχνὰ – ἡ αὐστηρὴ παρακολούθηση τοῦ πατέρα εἶχε χαλαρώσει. Ἡ ἀρρώστια εἶχε ἀρχίσει νὰ τὸν λυγίζει.
‘Ηταν Κυριακή, 17 Μαΐου 1974, όταν ο Καββαδίας, 64 ετών τότε, συνάντησε φίλους του στο Τουρκολίμανο για μεσημεριανό φαγητό. Στις 4 το ίδιο απόγευμα μπαρκάριζε στο κρουαζιερόπλοιο Υδροχόος (Aquarius).
Ὁ Νιρβάνας ὑπῆρξε γιὰ τὸν δεκαπεντάχρονο Καββαδία ὁ πρῶτος δάσκαλος. Τοῦ διάβαζε τὰ ποιήματα ποὺ ἔγραφε – βρίσκεται ἀνάμεσα στὰ βιβλία τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἕνας μικρὸς τόμος μὲ χρονογραφήματα καὶ μὲ τὴν ἀφιέρωση: «Στὸ μικρό μου φίλο Ν. Καββαδία, ἀπὸ ἐκτίμηση στὸ νεαρό του τάλαντο.» Συχνὰ ὁ ἡλικιωμένος συγγραφέας καὶ ὁ νεαρὸς ποιητὴς έκαναν μακρινοὺς περιπάτους στοὺς ἥσυχους δρόμους τοῦ ἤρεμου προαστίου μὲ τὶς διάσπαρτες βίλες. Ἕνα εἶδος σιωπηλῆς λατρείας εἶχε ὁ μικρὸς Καββαδίας γιὰ τὸν πολιτισμένο καὶ σοφὸ ἄνθρωπο, ποὺ τοῦ φέρθηκε σὰν ἴσο πρὸς ἴσο. Μία τέτοια φιλία εἶχε ἀργότερα καὶ μὲ τὸν Κ. Καρθαῖο ποὺ κι αὐτὸς ὑπῆρξε δάσκαλος κι ὁδηγητής του.
Τὸ 1929 ὁ πατέρας πέθανε ἀπὸ καρκίνο. Ὁ μικρὸς γιὸς εἶχε μπαρκάρει μὲ τὰ καράβια καὶ ἔγινε καπετάνιος σὲ φορτηγά. Ὁ Νίκος Καββαδίας πῆγε νὰ ἐργαστεῖ στὸ ναυτικὸ γραφεῖο τοῦ Ζωγράφου, ποὺ πρακτόρευε τὰ βαπόρια τῶν ἀδερφῶν τῆς μάνας του, μὰ γρήγορα ἄρχισε και αὐτὸς νὰ φεύγει μὲ τὰ καράβια. Τὸ 1933 δημοσιεύει τὴν πρώτη του ποιητικὴ συλλογὴ «Μαραμπού», ποὺ τῆς ἀφιέρωσε πολὺ ἐπαινετικὴ κριτικὴ ὁ Φῶτος Πολίτης στὴν πρώτη σελίδα τῆς ἐφημερίδας «Πρωΐα».

Τό 1933 ἄφησαν τόν Πειραιᾶ καί ἐγκαταστάθηκαν στήν Ἀθήνα. Μείνανε στήν Κυψέλη – τά περισσότερα χρόνια, στὸ σπίτι τῆς ὁδοῦ Ἁγ. Μελετίου 10. Ἐκεῖ τούς βρῆκε ὁ πόλεμος. Πῆρε μέρος στόν Ἀλβανικό καί γύρισε ἀπό τούς τελευταίους μέ τά πόδια, ταλαιπωρημένος, ἀδύνατος, τρώγοντας ὅ,τι τοῦ ῾διναν οἱ νοικοκυρές στά χωριά ἀπ᾿ ὅπου περνοῦσε. Στά χρόνια της Γερμανικῆς Κατοχῆς ἔμεινε στήν Ἀθήνα καί πῆρε μέρος στήν Ἀντίσταση, μέσα ἀπό τίς γραμμές τοῦ Κ.Κ.Ε. Ἐκεῖ ὅπου Ἕλληνες ἀπό τή μία μεριά καί Γερμανοί καί Ταγματασφαλίτες ἀπό τήν ἄλλη ἔπαιζαν τό παιχνίδι τῆς γάτας μέ τά ποντίκια. Τότε πού γέμισαν τά Χαϊδάρια κι οἱ Καισαριανές καί δέν ἤξερες ἂν το βράδυ θά κοιμηθεῖς στό σπίτι σου ἢ στήν Ἀσφάλεια τῆς ὁδοῦ Μέρλιν. Μετά τήν ἀποχώρηση τοῦ Στρατοῦ Κατοχῆς μπαρκάρισε υπο περιοριστικούς ὅρους και ταξίδεψε σ᾿ ὅλη τήν ὑπόλοιπη ζωή του ὡς ἀσυρματιστής, μέχρι το θάνατό του, στις 10 Φεβρουαρίου 1975.» 
Τζένια Καββαδία                                                                                                                                                     
ΠΗΓΕΣ: www.evripidis.gr, www.toperiodiko.gr, http://users.uoa.gr, www.tovima.gr, www.alt.gr,

” Τίποτα δε φοβήθηκα τόσα χρόνια που ταξιδεύω, όσο κείνο το βράχο, που στις μαύρες καταραμένες ρίζες του παίζουν τα Κεφαλονιτάκια κρυφτό.” Νίκος Καββαδίας