ΜΙΜΗΣ ΠΛΕΣΣΑΣ, ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

ΒΡΕΧΕΙ ΦΩΤΙΑ ΣΤΗΝ ΣΤΡΑΤΑ ΜΟΥ
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Μίμης Πλέσσας
Ερμηνεία Στράτος Διονυσίου
Vinyl, 7″, 45 RPM ” Βρέχει φωτιά στη στράτα μου ” 1970
Vinyl, LP, Album ” Ορατότης μηδέν ” 1990

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: ΣΤΡΑΤΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ

ΤΟ ΖΕΙΜΠΕΚΙΚΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΟΥΡΚΟΥΛΟΥ

ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΛΟΣ: Η ΣΚΗΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ ” Ορατότης Μηδέν ” 1970

ΣΤΙΧΟΙ: ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

ΒΡΕΧΕΙ ΦΩΤΙΑ ΣΤΗ ΣΤΡΑΤΑ ΜΟΥ
Βρέχει φωτιά στη στράτα μου
φωτιά που μ’ έχει κάψει
για τα φτωχά τα νιάτα μου
κανένας δε θα κλάψει

Η ζωή, η ζωή εδώ τελειώνει
σβήνει το καντήλι μου
κι η ψυχή, η ψυχή σαν χελιδόνι
φεύγει απ’ τα χείλη μου

Κύμα πικρό στην πλώρη μου
και τα πανιά σκισμένα
ούτε αδελφός αγόρι μου
δε νοιάστηκε για σένα

Η ζωή, η ζωή εδώ τελειώνει
σβήνει το καντήλι μου
κι η ψυχή, η ψυχή σαν χελιδόνι
φεύγει απ’ τα χείλη μου

Το τραγούδι γράφτηκε για την δραματική ταινία ”Ορατότης μηδέν”
Το Ορατότης μηδέν είναι μια ελληνική κοινωνική και δραματική ταινία, που γυρίστηκε το 1969 και έκανε πρεμιέρα στις 5 Ιανουαρίου 1970. Η σκηνοθεσία και το σενάριο είναι του Νίκου Φώσκολου και η παραγωγή της Φίνος Φιλμ. Έπαιζαν οι Νίκος Κούρκουλος, Μαίρη Χρονοπούλου, Μάνος Κατράκης, Σπύρος Καλογήρου, Άγγελος Αντωνόπουλος, Ζώρας Τσάπελης, Γιάννης Αργύρης, Νίκος Γαλανός, Άννα Βαγενά, Τζένη Ζαχαροπούλου, Βαγγέλης Καζάν, Νάσος Κεδράκας.-Ο Νίκος Κούρκουλος κατάφερε να ταυτιστεί τόσο με το ρόλο του, που αρνήθηκε να βάλουν κασκαντέρ σε μια από τις πιο επικίνδυνες σκηνές, λέγοντας χαρακτηριστικά μετά από χρόνια: «Είχαν ακροβολιστεί πέντε κάμερες με τηλεφακους σε σκάφη, γύρω από το μέρος στο οποίο θα έπεφτα. Ο καπετάνιος του λιμενικού που με μετέφερε στον χώρο όπου θα γινόταν το γύρισμα, μου είπε πως είναι επικίνδυνο να πέσω σε εκείνο το σημείο γιατί από εκεί περνούσαν πλοία που πετούσαν φαγητά στη θάλασσα και μαζεύονταν σκυλόψαρα. Εγώ δεν ήμουν κασκαντέρ, ούτε λοκατζής για να κάνω τέτοια σκηνή. Έπεσα λοιπόν στη θάλασσα, ήρθε το ελικόπτερο αλλά η δίνη που δημιουργούσε ο έλικας του στο νερό σου τρύπαγε το πρόσωπο. Κατάφερα να πιαστώ στο σχοινί, με ανέβασε το ελικόπτερο και έγινε το πλάνο. Γυρίσαμε τη σκηνή τρεις φορές». .
Περίληψη της ταινίας, “Ορατότης μηδέν” Ο Άγγελος (Νίκος Κούρκουλος) επιβιώνει μετά από ένα ναυάγιο και αποκαλύπτει, στην αρμόδια επιτροπή, ότι αιτία της καταστροφής ήταν η παραμέληση του σκάφους από τους υπεύθυνους. Ο πλοιοκτήτης (Σπύρος Καλογήρου), υπό το βάρος των ευθυνών, αυτοκτονεί και ο αδερφός του (Μάνος Κατράκης) κάνει τα πάντα για να καταστρέψει τον Άγγελο. Εκείνος θα παντρευτεί την κόρη (Μαίρη Χρονοπούλου) του εφοπλιστή και θα αναλάβει την εταιρεία του. Θα ανακαλύψει πως παίζονται τα ίδια βρώμικα παιχνίδια που οδήγησαν στο ναυάγιο, θα εγκαταλείψει τη θέση και τη γυναίκα του, και θα επιστρέψει στην παλιά του αγαπημένη (Άννα Βαγενά). Η ταινία, “Ορατότης μηδέν” προβλήθηκε τη σαιζόν 1969-1970 και έκοψε 640.720 εισιτήρια. Ήρθε στην 2η θέση σε 99 ταινίες.

Όπως περιγράφει ο Μάκης Δελαπόρτας στο βιβλίο του «Μίμης Πλέσσας – Ένας δρόμος, χίλιες νότες», όταν ο Μίμης Πλέσσας ετοίμαζε τη μουσική για την εν λόγω ταινία, έπρεπε να γράψει και ένα λαϊκό τραγούδι, που θα το τραγουδάει μια αντρική λαϊκή φωνή. Έπρεπε, λοιπόν, να βρει μια καινούρια αλλά και ξεχωριστή φωνή. Σε μια από τις πιο δυνατές σκηνές της ταινίας, ο πρωταγωνιστής (Νίκος Κούρκουλος) καίει όλα τα υπάρχοντά του και ο Νίκος Φώσκολος (σκηνοθέτης και σεναριογράφος της ταινίας) ήθελε να «ντύσει» τη σκηνή αυτή με ένα λαϊκό τραγούδι. Ζήτησε, μάλιστα, από τον Πλέσσα να συμπεριληφθεί οπωσδήποτε στον στίχο του τραγουδιού η φράση «κύμα πικρό», κάτι που εξόργισε τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, από τον οποίο ζητήθηκε να γράψει τους στίχους σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Παρά το θυμό του, ο Παπαδόπουλος έγραψε τον στίχο το ίδιο βράδυ, συμπεριλαμβάνοντας τον στίχο «κύμα πικρό στην πλώρη μου». Το επόμενο πρωί ενημέρωσε τους υπόλοιπους ότι ο στίχος ήταν έτοιμος. Ο Πλέσσας, ωστόσο, είχε ακόμα μπροστά του έναν τεράστιο όγκο δουλειάς για τη μουσική υπόκρουση, αφού σύμφωνα με τον Δελαπόρτα «ο Φώσκολος ήταν από τους λίγο σκηνοθέτες που ήθελαν όλες οι σκηνές τους να υποστηρίζονται από μουσική». Με το τέλος των ηχογραφήσεων των ορχηστρικών κομματιών, είχαν μείνει μόνο τρεις μέρες για να ηχογραφηθεί και το ζεϊμπέκικο της ταινίας. Ο τραγουδιστής, όμως, δεν είχε βρεθεί ακόμα. Ένα βράδυ, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος πήρε μαζί του τον Πλέσσα και τον πήγε σε ένα λαϊκό μαγαζί.

Ανθούλα Αλιφργκή με το Γιώργο Ζαμπέτα

Είμαστε στα τέλη του 1969 και φανταστείτε μια εικόνα: στο νυχτερινό κέντρο «Σου Μου» στο Αιγάλεω, γίνεται το αδιαχώρητο. Γυναίκες, ζεϊμπέκικα, λουλούδια, καπνός. Τόσος καπνός που έπρεπε να τον κόβεις με τον σουγιά για να διακρίνεις το πάλκο. Όπως λέει ο ίδιος ο Πλέσσας: «Του άρεσαν αυτά τα μαγαζιά του Λευτέρη. Διασκέδαζε, βέβαια, πολύ περισσότερο όταν έβλεπε εμένα να πλήττω θανάσιμα και να ενοχλούμαι από την τόσο χαμηλή ποιότητά τους. Εκείνο το βράδυ ήταν το χειρότερο βράδυ της ζωής μου. Θυμάμαι πως η φίρμα του μαγαζιού ήταν ένα λαϊκό αστέρι της μόδας (η Ανθούλα Αλιφραγκή). Το μόνο παρηγορητικό ήταν πως σε μια καρέκλα καθόταν ένας σεμνός τραγουδιστής, με μια κιθάρα και κάθε φορά που τον άκουγα να τραγουδά, ένιωθα μέσα μου πω κάτι σπουδαίο συμβαίνει. Ρώτησα πώς τον λένε και μου είπαν Στράτο Διονυσίου.. Αυτή η φωνή με αποζημιώνει για τα μαρτύρια που πέρναγα στριμωγμένος ανάμεσα στη λουλουδού και τον λαχειοπώλη και τους υπεράριθμους θαμώνες και το σπρωξίδι από τα φιλότιμα γκαρσόνια που σέρβιραν πάνω από το κεφάλι μου όλο το βράδυ. Κι ευτυχώς δεν την ξέχασα αυτή την φωνή Την άλλη μέρα ζήτησα από τον Παπαδόπουλο -για να με αποζημιώσει για την τόσο φρικτή βραδιά που είχα περάσει- να μου βρει και να μου φέρει στο στούντιο τον Στράτο.»

Έτσι κι έγινε «Ο Λευτέρης βρήκε τον Διονυσίου και την επόμενη ημέρα βρεθήκαμε όλοι στο στούντιο του Φίνου. Μόλις μπήκα, έπαιξα την εισαγωγή του κομματιού στο πιάνο και το έμαθε (και το είπε) με την πρώτη ο Διονυσίου», σημειώνει ο Μίμης Πλέσσας. Η συνέχεια είναι επίσης γνωστή αφού η επιτυχία των Λευτέρη Παπαδόπουλου και Πλέσσα έντυνε μια απ’ τις πιο εμβληματικές σκηνές του ελληνικού σινεμά. Είναι η στιγμή που ο Νίκος Κούρκουλος με το μαύρο μακό βάζει φωτιά στα φτωχικά του υπάρχοντα βυθισμένος στην απελπισία – σημειώστε πως στην ίδια ταινία ακούγεται η αθάνατη ατάκα του «Οχι άλλο κάρβουνο», λίγο πριν το τραγικό ναυάγιο του πλοίου στο οποίο εργαζόταν.
Όμως, από την πρώτη ημέρα προβολής της ταινίας ο κόσμος είχε αρχίσει ν’ αναρωτιέται ποιος είναι αυτός που ακούγεται να τραγουδά “Βρέχει φωτιά στη στράτα μου”…Το τραγούδι είχε κάνει μεγάλη εντύπωση, αλλά δεν είχε κυκλοφορήσει σε δίσκο. Ο Διονυσίου είχε προτείνει στην εταιρία του να το ηχογραφήσει, όμως οι υπευθυνοι της κρατούσαν αρνητική στάση λόγω του ότι σκέφτονταν πως ο Πλέσσας θα ζητούσε αρκετά χρήματα για τα δικαιώματά του. Επιπλέον, δεν πίστευαν ότι το κομμάτι θα γνώριζε επιτυχία…Εκεί λοιπόν αποφάσισε ν’ αναλάβει δράση ο ίδιος ο Στράτος. Τηλεφώνησε στον συνθέτη και με φωνή γεμάτη παράπονο, του είπε ότι η εταιρεία του δεν του επέτρεπε να ηχογραφήσει το τραγούδι που είχε κάνει μεγάλη εντύπωση στο φιλμ. Ο Πλέσσας του απάντησε: “Αγόρι μου, κοίτα να τα βρεις εσύ με την εταιρεία σου κι εγώ δεν θέλω τίποτα, αρκεί να ερμηνεύσεις εσύ το κομμάτι“…

Vinyl, 7″, 45 RPM ” Βρέχει φωτιά στη στράτα μου ” 1970

Τελικά, βρέθηκε η χρυσή τομή κι έτσι το “Βρέχει φωτιά στη στράτα μου” κυκλοφόρησε σε δισκάκι 45 στροφών (SCDG 3871), το οποίο σε χρόνο μηδέν έγινε ανάρπαστο. Η επιτυχία ήταν τεράστια και το τραγούδι ακουγόταν παντού, εκτινάσσοντας στα ύψη την καριέρα του Διονυσίου που ουσιαστικά από τότε άρχισε να παίρνει την πάνω βόλτα. Μάλιστα, λίγους μήνες μετά σε μια συναυλία που έγινε στο Καυτανζόγλειο της Θεσσαλονίκης με τίτλο “Βραδιά των αστεριών”, ανάψανε πάνω από 40.000 αναπτήρες όταν ο Στράτος ανέβηκε στη σκηνή για να τραγουδήσει το κομμάτι, για το οποίο οποιοδήποτε επιπλέον σχόλιο είναι περιττό και πιστοποιεί πως το κομμάτι είναι πια δημοφιλές σουξέ. Επίσης, σε ψηφοφορία περιοδικών – τη δεκαετία του ’90 – το τραγούδι ψηφίζεται ως το δεύτερο καλύτερο ζεϊμπέκικο του 20ού αιώνα. Παίζεται δε παντού, ακόμη και σε γάμους. «Βλέπω ζευγάρια αγκαλιασμένα τη βραδιά του γαμήλιου γλεντιού τους να τραγουδούν: “Η ζωή εδώ τελειώνει”…», συμπληρώνει ο Μίμης Πλέσσας και γελάει.

Κλείνουμε την αναφορά μας σ’ αυτό μ’ ένα σπαρταριστό περιστατικό από εκείνη τη βραδιά που μας διηγήθηκε προσφάτως ο Μίμης Πλέσσας στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης: “Οδηγώντας για να φτάσουμε στο Καυτανζόγλειο, δεξιά κι αριστερά μας υπήρχαν πανό που έγραφαν με κεφαλαία “ΖΗΤΩ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ”. Ακούω λοιπόν έναν από τους μουσικούς που ήταν μέσα στο αυτοκίνητο να μου λέει: “Μαέστρο, είδες τι μεγάλη επιτυχία έχει γίνει το “Βρέχει φωτιά” και πόσο δημοφιλής είναι ο Διονυσίου; Όλη η πόλη έχει γεμίσει πανό που γράφουν “Ζήτω ο Στράτος”. Κι εγώ του απαντώ: “Δε γράφουν “Ζήτω ο Στράτος” αγόρι μου, αλλά “Ζήτω ο στρατός” (χούντα γαρ…!)…

Βίκυ Μιχαλονάκου «Στράτος Διονυσίου» («Κάκτος» 2002)
Υπάρχει βεβαίως και η μαρτυρία του Στράτου Διονυσίου στη Βίκυ Μιχαλονάκου που λέει πως:
” Μετά το «ΣΟΥ-ΜΟΥ» πήγα στο «Χρυσό Βαρέλι» στις Τζιτζιφιές με τη Χαρούλα Λαμπράκη. Καινούργιες επιτυχίες, καινούργιες δόξες, άρχισα να’μαι πολύ στα πάνω μου. Απ’εκεί στο «Καν-Καν» το 1970, για πρώτη φορά γιατί δούλεψα πολλές σεζόν σ’αυτό το μαγαζί. Εκείνη την περίοδο τραγουδούσε στο «Καν-Καν» ο Γιάννης Πουλόπουλος, η Ρένα Κουμιώτη και ο Λευτέρης Μυτιληναίος. Ο Πουλόπουλος γνώριζε ιδιαίτερη επιτυχία με το τραγούδι του «ο Δρόμος» του Μίμη Πλέσσα. Κάναμε πρόβες και ο Πλεσσας έμεινε άναυδος από τη φωνή μου και του λέει ο Γιαννάκης ο Μωραΐτης: «Ρε δάσκαλε, γράφεις για τους μοντέρνους, γράψε και για τον Στράτο». Και μου’δωσε το «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου». Έγινε μεγάλη επιτυχία, με πέταξε στα ύψη, με πήγε σ’αυτό που λέμε στο καθαρά αρχοντορεμπέτικο κοινό. Ξαφνικά έγινα ο λαϊκός τραγουδιστής, ο ρεμπέτης, όχι ο βαρύς λαϊκός και κατέβηκα στην παραλία στα «Δειλινά»…”

Vinyl, LP, Album ” Ορατότης μηδέν ” 1990

Το 1990 είκοσι χρόνια μετα την προβολή της ταινίας του Νίκου Φωσκολου κυκλοφορει η αυθεντική μουσική του Μίμη Πλέσσα σε δίσκο βινυλίου. Στο εξώφυλλο του δίσκου η φωτογραφία του Νίκου Κούρκουλου σε μια σκηνή της ταινίας. 

ΠΗΓΕΣ: www.ogdoo.gr, www.tanea.gr, www.musiccorner.gr, www.discogs.com, https://ellinikoskinimatografos.gr, https://el.wikipedia.org

ΚΑΛΗ ΑΚΡΟΑΣΗ τα χρόνια περνούν τα τραγούδια ταξιδεύουν