ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ, ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑ
Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Μπουζούκι: Μανώλης Χιώτης
Vinyl, 7″, 45 RPM, Single ” Πολιτεία ” 1960

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ στο στουντιο 1960
Remastered

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ ζωντανά 1988
ΔΙΕΥΘΥΝΕΙ: ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

Γιορτές Ιωνίας στο γήπεδο του Πανιωνίου-Αύγουστος 1998
Ερασιτεχνική λήψη: Δήμαρχος Γεώργιος Σιότροπος
Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης συμμετέχει σ’ αυτή τη συναυλία σε ηλικία 76 ετών,
σε μία από τις σπάνιες, τελευταίες εμφανίσεις του.

ΣΤΙΧΟΙ: ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑ
Μ’ αίμα χτισμένο, κάθε πέτρα και καημός
κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός
Μα όταν γυρίζαμε το βράδυ απ’ τη δουλειά
εγώ και εκείνη όνειρα, φιλιά

Το `δερνε αγερας κι η βροχή
μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκαπαντοχή
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε ψυχή.

Πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή
Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί

Ένα κρεβάτι και μια κούνια στη γωνιά
στην τρύπια στέγη του άστρα και πουλιά
Κάθε του πόρτα ιδρώτας και αναστεναγμός
κάθε παράθυρό του κι ουρανός

Κι όταν ερχόταν η βραδιά
μες στο στενό σοκάκι ξεφαντώναν τα παιδιά
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε καρδιά

Πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή
Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί

Vinyl, 7″, 45 RPM, Single ” Πολιτεία ” 1960

Η «Δραπετσώνα» κυκλοφόρησε σε δισκάκι 45 στροφών (“His master’s voice” – 2792) έχοντας στην άλλη πλευρά το επίσης πολύ μεγάλο τραγούδι «Μάνα μου και Παναγιά» επίσης σε στίχους του Λειβαδίτη, τα οποία σχεδόν ταυτόχρονα ηχογραφήθηκαν και με τη φωνή της Μαίρης Λίντα επίσης σε 45άρι (“His master’s voice” – 2793). Αμφότερα, εντάχθηκαν στον κύκλο τραγουδιών του Θεοδωράκη «Πολιτεία».

ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΥ

Περπατώντας στη Δραπετσώνα του Μεσοπολέμου
Η Δραπετσώνα των αρχών του 20ού αιώνα θύμιζε τα βιομηχανικά προάστια των πόλεων της δυτικής Ευρώπης των αρχών του 19ου αιώνα. Οι άθλιες εργατικές πολυκατοικίες με τα μικροσκοπικά διαμερίσματα των αγγλικών βιομηχανικών πόλεων, στην περίπτωση Δραπετσώνας ήταν αυθαίρετα αυτοσχέδια παραπήγματα. Άνθρωποι και εργοστάσια συνυπήρχαν στον ίδιο χώρο. Μεγάλες βιομηχανικές μονάδες, με σύγχρονα μηχανήματα, και εργάτες με τις οικογένειες που ζούσαν σε παραπήγματα και πρόχειρες κατασκευές πλάι στον τόπο εργασίας τους. Η τεχνολογική ανάπτυξη και οι άθλιες συνθήκες ζωής και κατοικίας άρχισαν να εμφανίζονται ταυτόχρονα στο δυτικό άκρο της πόλης του Πειραιά. Η μετατροπή του ακατοίκητου χώρου της Ηετιώνειας ακτής σε κέντρο της βαριάς βιομηχανίας της πόλης του Πειραιά συνοδεύτηκε από τη σταδιακή ανάπτυξη της περιοχής σε ζώνη κατοικίας. Η μετατροπή αυτή δεν βασίστηκε σε οργανωμένο σχέδιο, αλλά πραγματοποιήθηκε άναρχα και παράνομα. Πλάι στα πορνεία των Βούρλων και τους τεκέδες, άρχισαν να ξεπηδούν αυτοσχέδια σπίτια και οικογένειες εργατών να εγκαθίστανται στην περιοχή. Μοναδική οργανωμένη προσπάθεια εγκατάστασης αποτελούσε ο συνοικισμός των Λιπασμάτων. Η άφιξη των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής και η εγκατάσταση 25.000 προσφύγων στον χώρο από τον Άγιο Διονύσιο έως το εργοστάσιο Λιπασμάτων αποτέλεσε το σημείο τομής στην οικιστική εξέλιξη του συνοικισμού.
Η ομώνυμη συνοικία (της Δραπετσώνας) ήταν η πολυπληθέστερη μετά το 1922, περιλαμβάνοντας στο εσωτερικό της μια σειρά από γειτονιές, όπως την Κρεμμυδαρού, το Καστράκι και τον Άγιο Φανούριο. Η Κρεμμυδαρού αποτελούσε μια από τις μεγαλύτερες γειτονιές του συνοικισμού. Η ρυμοτομική πινακίδα του 1931 αποτυπώνει την έλλειψη οποιασδήποτε προσπάθειας σχεδιασμού και την «τρομακτική» πυκνότητα των παραπηγμάτων. Δρόμοι «πραγματικός λαβύρινθος, φρικωδώς βρώμικοι, με λιμνάζοντα νερά παντού», σπίτια που έδιναν «την ψευδαίσθησιν της στέγης». «Δωμάτια 4×4» που στέγαζαν έως και 10 άτομα. Κοινά αποχωρητήρια «σκορπίζοντα εις όλον τον συνοικισμόν αφόρητον δυσοσμίαν». Τα τελευταία «τσαντίρια» μετατράπηκαν σε παράγκες μόλις το καλοκαίρι του 1931. Στο γειτονικό Καστράκι, το 1928, εντός του αρχαιολογικού χώρου –όπου είχε απαγορευτεί η κατασκευή αποχωρητηρίου– κατοικούσαν 700 οικογένειες. Επιπλέον το έδαφος ήταν ανώμαλο και οι καθαριστές του Δήμου δεν το προσέγγιζαν. Ο καταυλισμός «όπισθεν του εργοστασίου Παληού», δίπλα στο Καστράκι, φιλοξενούσε περισσότερες από 150 παράγκες «ανάμεσα στους βράχους, σε επικίνδυνες κατηφόρες σχεδόν κρεμασμένες στον αέρα». «Εκεί όχι οι καθαριστές του Δήμου δεν μπορούν να προσεγγίσουν αλλά και αυτοί οι κάτοικοι μετά το βασίλευμα του ήλιου».

ΑΠΟΓΡΑΦΗ 1928: Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΥΠΟ ΤΟ ΜΗΔΕΝ                                                                                                                          Η απογραφή του 1928 συνιστά την πιο πλήρη πηγή δημογραφικών δεδομένων της Δραπετσώνας, επιτρέποντας τον υπολογισμό του μεγέθους της προσφυγικής εισροής από τον Σεπτέμβριο του 1922. Η Δραπετσώνα, με βάση την απογραφή του 1928, αποτελούσε το πολυπληθέστερο προσφυγικό συνοικισμό του Πειραιά με 7 συνοικίες ­ τα Βούρλα, τις γειτονιές Καλοκαιρινού και Λιπασμάτων, τις περιοχές του Νεκροταφείου Αναστάσεως, της Πυριτιδαποθήκης και των Σφαγείων, και φυσικά την ίδια τη γειτονιά της Δραπετσώνας και πληθυσμό 36.485 κατοίκους. Η μικρή έκταση της Δραπετσώνας και ο μεγάλος αριθμός των κατοίκων αποτυπώνει τον τρόπο της εγκατάστασης. Χιλιάδες άνθρωποι στοιβάχτηκαν σε μονόχωρα αυτοσχέδια δωμάτια –που αποτέλεσαν τα σπίτια τους για πολλά χρόνια– χωρίς τις στοιχειώδεις παροχές σε φωτισμό, ύδρευση και αποχέτευση. Η πυκνότητα του πληθυσμού είναι ενδεικτική: οι 7 γειτονιές της Δραπετσώνας δεν ξεπερνούσαν τα 2 τ.μ., άρα κατοικούσαν 18.242 άνθρωποι ανά τ. χλμ. Οι αναφορές των εφημερίδων για τη προσφυγική εγκατάσταση στη Δραπετσώνα είναι μεταγενέστερες και οι δημοσιευμένες μαρτυρίες σχεδόν ανύπαρκτες. Τα αποσπασματικά αυτά στοιχεία δεν επιτρέπουν την πλήρη αναπαράσταση των όσων διαδραματίστηκαν, όμως αποτυπώνουν τον μετασχηματισμό του αραιο κατοικημένου χώρο βορειοανατολικά της βιομηχανικής ζώνης, σε μια παραγκούπολη με πληθυσμό 36.485 κατοίκων.

ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑ: Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΚΑΣ 1960
Τον Φεβρουάριο του 1960 η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή εξήγγειλε τη διάθεση 260 εκατομμυρίων δραχμών για την πραγματοποίηση ρηξικέλευθου προγράμματος στεγαστικής αποκατάστασης προσφύγων και γηγενών. Επρόκειτο για την κατασκευή με εργολαβία 3.500 κατοικιών, τετραώροφων και οκταώροφων, εκ των οποίων 1.200 προορίζονταν για τη Δραπετσώνα, ενώ άλλα 1.100 ήταν για την Αθήνα και 1.200 για τη Θεσσαλονίκη. Η θέση της Δραπετσώνας από την αρχή υπήρξε κάθετα αρνητική. Ο Δήμος με επικεφαλής τον δήμαρχο Μαρίνο Κοσκινά συγκρότησε επιτροπή για το θέμα, ενώ στην ίδια κατεύθυνση δραστηριοποιήθηκε και ο Σύλλογος Προσφύγων με πρόεδρο τον Αβραάμ Κοντόπουλο. Οι φορείς της Δραπετσώνας κατήγγειλαν τα σχέδια της κυβέρνησης, τα οποία προέβλεπαν την ανάληψη εργολαβίας αφού γκρεμιστούν τα υπάρχοντα σπίτια, ενώ έθεταν και «κοινωνικά» κριτήρια που μπορεί να επέτρεπαν διακρίσεις στον καθορισμό των δικαιούχων. Το κεντρικό αίτημα όλων ήταν η αυτοστέγαση, που σημαίνει ότι αντί να γκρεμιστούν όλες οι παράγκες και να χτιστεί ο νέος συνοικισμός στη θέση του παλιού εξαρχής, όπως προέβλεπε η οργανωμένη δόμηση, να επιλεγεί η λύση της «επιτόπου αυτοστέγασης» για όλους.Ήταν ένα αίτημα που είχε πιο πολύ αμυντικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά, παρά το χαρακτήρα εναλλακτικής πολεοδομικής πρότασης.  Έτσι, στις 11 Αυγούστου 1960 οργανώθηκε μια απεργία των καταστηματαρχών, που είχε καθολική επιτυχία και συμπαράσταση και από τους κατοίκους και τους επαγγελματίες των «Ποντιακών» και της Κανελλοπούλου (η Δραπετσώνα ήταν ακόμα περιορισμένη μέχρι την Κανελλοπούλου, όπου ήταν το όριό της με το γειτονικό Κερατσίνι).

Η κυβέρνηση ως απάντηση έστειλε τα πρώτα 499 ονόματα των οποίων οι κατοικίες ήταν υπό κατεδάφιση στην περιοχή του Αγ. Φανουρίου, με εντολή να έχουν γκρεμιστεί τα σπίτια μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου. Οι Δραπετσωνίτες απάντησαν με μεγάλη συγκέντρωση διαμαρτυρίας στον κινηματογράφο Ολύμπια, στις 21 Αυγούστου 1960. Χιλιάδες κόσμου έξω από το σινεμά, με ομιλητές όλους τους μαζικούς φορείς και τους παράγοντες της Δραπετσώνας. Η μεγαλειώδης αυτή συγκέντρωση, πρόεδρος της οποίας εκλέχτηκε ο Αθανάσιος Ασιατίδης και γραμματέας ο Κ. Κυριακίδης, καθόρισε τις εξελίξεις αφού διαμόρφωσε κλίμα αγωνιστικό, με καθολικό αίτημα την αυτοστέγαση.

Η Μάχη της Παράγκας αγριεύει
Ήδη λοιπόν από τον Αύγουστο του 1960 όλοι οι φορείς τάχθηκαν υπέρ της αυτοστέγασης και της ανάκλησης της υπουργικής απόφασης της κυβέρνησης Καραμανλή. Από τους 499 που είχαν λάβει το χαρτί, με βάση το οποίο ήταν υποχρεωμένοι να κατεδαφίσουν τα σπίτια τους, όταν έληξε η προθεσμία της κυβέρνησης είχαν υπακούσει μόνον 138. Ήταν φανερό ότι τα πράγματα είχαν χειροτερέψει πολύ, και το αγωνιστικό φρόνημα των παραπηγματούχων έμενε υψηλό. Η κυβέρνηση απαγόρευσε τις διαδηλώσεις αλλά εις μάτην. Το πρωί της 14ης Νοεμβρίου 1960 έγινε μεγάλη έφοδος της αστυνομίας και συνεργείων κατεδαφισης και τότε δόθηκε ομηρική μάχη. Σκηνές απίστευτες εκτυλίχθηκαν, με τους κατοίκους να υπερασπίζονται τα σπίτια τους, την αστυνομία να χτυπά και τα συνεργεία να προσπαθούν να κατεδαφίσουν. Προκλήθηκε μεγάλος θόρυβος, ήρθαν βουλευτές της αντιπολίτευσης, κινητοποιήθηκαν δικαστικοί μηχανισμοί, για να βγει τελικά μια αναστολή εκτέλεσης των κατεδαφίσεων. Η μάχη αυτή, που δικαιως χαρακτηρίστηκε «η μάχη της παράγκας», ανεξάρτητα από το αποτέλεσμά της και από το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίχθηκε, σημάδεψε την ιστορία της πόλης, αφού μέσα από το τραγούδι του Θεοδωράκη (σε στίχους Τάσου Λειβαδίτη) καθιερώθηκε ως το σύμβολο της Ελλάδας που πάλευε μέσα στη φτώχεια για μια καλύτερη ζωή.

Η ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑ: Η ιστορία του τραγουδιού
Το 1960 κυκλοφορεί η «Δραπετσώνα» το εμβληματικό ζεϊμπέκικο των Τάσου Λειβαδίτη – Μίκη Θεοδωράκη που αποτελεί «παράδειγμα ενός πολιτικοποιημένου τραγουδιού, το οποίο είναι τραγούδι της παρέας» όπως έχει πει ο σπουδαίος συνθέτης του. Η «Δραπετσώνα» δεν έπαψε να τραγουδιέται στις παρέες και θα τραγουδιέται στον αιώνα τον άπαντα, όμως γιατί ο Μίκης το χαρακτηρίζει πολιτικοποιημένο; Το εξηγεί ο ίδιος, στο βιβλίο του Γ. Π. Μαλούχου «Μίκης Θεοδωράκης 85 χρόνια Άξιος Εστί – Από το Μεσοπόλεμο στη Χρεοκοπία»: «Στη Δραπετσώνα πήγαν οι μπουλντόζες να γκρεμίσουν τα παραπήγματα, για να χτίσουν πολυκατοικίες. Δε θα γκρέμιζαν πολυκατοικίες, αλλά παράγκες. Αυτοί εκεί ζούσαν σαν σκουλήκια, η παράγκα όμως γι’ αυτούς ήταν η ζωή τους. Παρότι δεν ήμουν πολιτικός, μόλις πήγα εκεί στη συνοικία και είδαν τον Θεοδωράκη που τραγουδούσε, οι γυναίκες και οι άνδρες με περικύκλωσαν και κάθισα μπροστά στις μπουλντόζες. Γιατί, αν δεν ήμουν εγώ, δε θα έρχονταν οι γυναίκες, φοβόντουσαν. Ήταν οι χωροφύλακες πλάι, οι οποίοι τις χτυπούσαν. Όταν ήμουν και εγώ -μια προσωπικότητα-, σου λέει «θα γίνει θέμα». Αυτά τα πράγματα δεν τα λέμε τώρα εκ των υστέρων, είναι βιώματα, τα οποία με έδεναν εμένα με τη συνείδηση της πολιτικής εκείνη τη στιγμή. Η πολιτική είναι να αντισταθείς σε αυτό το πρόσωπο της βίας το οποίο είχε πλέον αφηνιάσει εκεί, και υπήρχε ένας λαός κάτω, που δεν ήξερε τι να κάνει, δεν είχε προστασία. Ήμουν ένας αυτόκλητος προστάτης αυτών από όλη την παράδοση που είχα μέσα μου, αλλά είχα και μια τόλμη την οποία έπαιρνα λόγω του ότι ήμουν πλέον δημόσιο πρόσωπο, βοηθούσε το τραγούδι, και το τραγούδι αυτό, η Δραπετσώνα, όταν βγήκε, αμέσως τους σταμάτησε. (…) Ο αδερφός μου εκείνη την εποχή, (ο Γιάννης Θεοδωράκης, αδελφός του Μίκη, κάλυπτε τις εξελίξεις στην περιοχή ως ρεπόρτερ της εφημερίδας «Αυγή») έκανε τα ρεπορτάζ κάτω στη Δραπετσώνα και μετά τα δημοσίευε στην Αυγή. Κάποια στιγμή, μου λέει: «Αυτοί δε σταματάνε με τίποτα, παρά μόνο με ένα τραγούδι».

Το χειρόγραφο του Τάσου Λειβαδίτη

Ο Μίκης Θεοδωράκης γνώριζε από πρώτο χέρι τι εστί Δραπετσώνα. Εμπνεύστηκε τη μελωδία περπατώντας στα σοκάκια της, ανάμεσα στα μικρά σπίτια και τα παραπήγματα που κατοικούνταν από φτωχούς μα περήφανους ανθρώπους και αναπνέοντας τον ίδιο θάνατο, που ξερνούσε το φουγάρο του εργοστασίου λιπασμάτων, συντροφιά με τον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη. Οι εικόνες, τα χρώματα, οι ήχοι, οι μυρωδιές αυτού του παρηκμασμένου μα κάθε άλλο παρά νεκρού «τοπίου», στροβιλίζονται στο μυαλό του Μίκη Θεοδωράκη και τροφοδοτούν σαν σπινθήρες την έκρηξη της θείας έμπνευσής του. Ο ίδιος στο «Μίκης Θεοδωράκης 85 χρόνια Άξιος Εστί – Από το Μεσοπόλεμο στη Χρεοκοπία» διηγείται: «Κάθομαι λοιπόν και γράφω τη μελωδία πρώτα, καθώς πήγαινα με το αυτοκίνητο. Πήγαινα να κάνω μια φωνοληψία και ήμουν καθ’ οδόν στην Πατησίων. Θυμάμαι λοιπόν ότι η μελωδία της Δραπετσώνας μού ήρθε αφού πέρασα το θέατρο «Καλουτά». Πατάω φρένο αμέσως για να το γράψω στο πακέτο των τσιγάρων μου, γιατί η μελωδία θα μου έφευγε, και με χτυπάει από πίσω ένας. Αλλά εγώ τίποτα, συνέχισα να γράφω. Έρχεται αυτός και μου λέει: «Τρελός είσαι; Τι κάνεις εδώ; Μίκη, εσύ είσαι;»
«Ρε παιδί μου, άσε με, συνθέτω τώρα».
Τρέχω στην «Κολούμπια», κάθομαι στο πιάνο, το παίζω όλο αυτό και αμέσως τηλεφωνάω στον Τάσο τον Λειβαδίτη, που ήταν ειδικός στο να γράφει πάνω στη μουσική. Λέω «Τάσο, έλα εδώ». Στην «Κολούμπια» μέσα το παίζω, το ξαναπαίζω, κάθεται ο Λειβαδίτης στο καφενείο, το γράφει και μου το φέρνει.
(…) Όπως είχα την ορχήστρα διαθέσιμη, το παίξαμε αμέσως. Ήταν μια τρέλα όλο αυτό και ίσως επειδή εκεί έγραφα και άλλα τραγούδια και οι μουσικοί με ρωτούσαν «Τι γράφεις εκεί;» άρχισαν να το παίζουν και πιθανώς να το κάναμε εκείνη τη στιγμή. Ήρθε ο Χιώτης την άλλη μέρα και το κάναμε δίσκο. Αυτό έπαιξε τεράστιο ρόλο.
Αυτό είναι ένα παράδειγμα ενός πολιτικοποιημένου τραγουδιού, το οποίο είναι τραγούδι της παρέας. Είναι ένα τραγούδι που περνάει μέσα στις φλέβες του λαού, αλλά είναι ένα μανιφέστο ολόκληρο, δηλαδή είναι σαν να του δίνεις να διαβάσει το Κεφάλαιο του Μαρξ, αυτός το καταλαβαίνει καλύτερα έτσι, με το τραγούδι».

Η ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ ΜΕ ΤΟΝ ΤΑΣΟ ΛΕΙΒΑΔΊΤΗ
Ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης λέει: «Ο Τάσος Λειβαδίτης, θυμάμαι, είχε έρθει στο σπίτι μου στη Νέα Σμύρνη και είχε ακούσει ένα μέρος από ένα κοντσέρτο για πιάνο που είχα αρχίσει να γράφω. Του άρεσε πολύ, έβαλε λόγια στη μουσική και έτσι γράψαμε το ‘‘Mάνα μου και Παναγιά’’. Για να βγει σε δίσκο, όμως, έπρεπε να γράψουμε άλλο ένα τραγούδι, να το ‘‘ζευγαρώσουμε’’, γιατί τότε βγαίνανε οι δίσκοι μικροί, με δύο τραγούδια ο καθένας. Ο αδελφός μου είχε προτείνει να γράψω ένα τραγούδι για τα γεγονότα και αυτό ήταν η ¨ Δραπετσώνα ¨  Έτσι βγήκαν τα δύο τραγούδια σ’ένα 45άρι». Σε ενα αλλο 45αρι ηχογραφήθηκαν τα τραγούδια,«Βρέχει στη φτωχογειτονιά» και το «Εχω μια αγάπη» πάλι σε στίχους του Τάσου Λειβαδίτη. Αυτή η συνεργασία δεν περιορίστηκε μόνο στην ηχογράφηση των τραγουδιών αλλά οπως εξομολογείται ο Μίκης Θεοδωράκης: «Έτσι μπήκαμε στο λαϊκό τραγούδι με τον Λειβαδίτη και μαζί αποφασίσαμε τότε να βγούμε έξω από τα τείχη της Αθήνας, να πάμε στην επαρχία, όπου το ’61 υπήρχε ακόμη απόλυτος σκοταδισμός – και πολιτικός και, φυσικά, καλλιτεχνικός. Ξεκινήσαμε τις λαϊκές αυτές συναυλίες από την Καβάλα. Πρώτη φορά ποιητής απήγγειλε ποιήματά του από τις συλλογές του, μπροστά σ’ ένα κοινό που ερχόταν ν’ ακούσει λαϊκή μουσική. Θυμάμαι ότι στους νέους ανθρώπους που έρχονταν, στην Καβάλα, στις Σέρρες, στη Δράμα, στη Βέροια, στα Τρίκαλα, στη Λάρισα, τους έκανε κατάπληξη το γεγονός ότι ένας ποιητής σηκωνόταν και απήγγειλε αυτή τη μεγάλη ποίηση. Πραγματικά, εκεί που καθόμασταν με τον Μπιθικώτση και βλέπαμε το κοινό απέναντι, τα μάτια ολονών είχαν έναν θαυμασμό και μια απεριόριστη ευγνωμοσύνη, για το ότι, επιτέλους, οι ποιητές άρχισαν να πηγαίνουν στην επαρχία και να παρουσιάζουν την ποίησή τους».

Κάποιος άλλος ποιητής που μας έδωσε σπουδαία τραγούδια, ο Φώντας Λάδης, με την γλαφυρή αφηγηση του ξαναζωντανεύει δεκαετίες μετά το σκηνικό εκείνης της Δραπετσώνας που έγινε τραγούδι. Το κάνει στο βιβλίο του «Μίκης Θεοδωράκης, Το χρονικό μιας Επανάστασης 1960-1967. Η ιστορία της γενιάς του 1-1-4 και των “Λαμπράκηδων”». Το πολύ καλό βιβλίο που σύμφωνα με τον συγγραφέα του «άρχισε να γράφεται εννιά μήνες μετά το πραξικόπημα της χούντας, σε συνθήκες αυτοεξορίας και με περιορισμένη πρόσβαση σε γραπτές πηγές», τυπώθηκε το 2001 και το 2006 από τις εκδόσεις «Εξάντας» και κυκλοφόρησε ξανά με την «Εφημερίδα των Συντακτών».

Γράφει ο Φώντας Λάδης: «Οι δυο άντρες άφησαν το αυτοκίνητο πίσω από μια μάντρα και πήραν ν’ ανηφορίζουν τον στενό, κεντρικό δρόμο της συνοικίας. Τον έναν τον ξέρουμε κιόλας. Είναι ο Μίκης Θεοδωράκης. Ο άλλος, ένας συνομήλικός του μελαχρινός, λίγο φαλακρός, με «γραμμένο» μουστάκι και κάπως «αριστοκρατική» θωριά, είναι ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης. Έχει περάσει μισός χρόνος απ’ τη βραδιά που έγινε η εκδήλωση στην αίθουσα «Ελευθερίου Βενιζέλου». Πρόβες, ηχογραφήσεις, ταξίδια, επαφές μ’ ένα σωρό πρόσωπα, όλα αυτά θέλουν γερά νεύρα και εξαντλητική δουλειά. Ο Μίκης αισθάνεται έναν κλοιό που όσο πάει σφίγγει γύρω του. Κάθε λίγες μέρες ξεκλέβει λίγη ώρα. Γυρίζει τις γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά. Βρίσκει ένα ήσυχο μέρος, χάνεται στις σκέψεις του. Συχνά παίρνει και κανένα φίλο μαζί του, πιάνουν την κουβέντα. Θυμούνται παλιότερες εποχές, ο κλοιός αρχίζει και χαλαρώνει, όπως όταν ρίξεις μια πέτρα στο νερό: οι κύκλοι απομακρύνονται, σβήνουν και το μυαλό ξαναείναι ήρεμο αντίκρυ στα πράγματα. Όπως απόψε. Τούτο το Σαββατόβραδο σε ποτίζει σαν φίνο κρασί. Η άνοιξη έχει μπει για καλά. Οι δυο άντρες συνεχίζουν ν’ ανηφορίζουν. Το σκηνικό γύρω τους είναι πάντα το ίδιο. Ισόγεια, χαμηλά σπίτια. Θυμίζουν νησιωτικούς συνοικισμούς: το ένα σπίτι προσπαθεί να καλύψει το άλλο, λες κι από μέρα σε μέρα θα ξανάρθουν κάποιοι κουρσάροι από το πέλαγος. Μια τεράστια ταμπέλα κρέμεται, όπου κι αν κοιτάξεις: ΦΤΩΧΕΙΑ. Σπίτια, δρόμοι, άνθρωποι το φωνάζουν βουβά: ΦΤΩΧΕΙΑ. Από τη δεξιά μεριά έρχεται μια παράξενη μυρουδιά. Τα Λιπάσματα. Ένα μεγάλο βιομηχανικό συγκρότημα. Παράγει τζάμια, κρύσταλλα, μπουκάλια, τσιμέντο. Τα παπούτσια σου αρχίζουν να θαμπώνουν. Αν ο δρόμος σου είναι προς τα κει, θα χωθούν μέσα σε μια άσπρη σκόνη. Απ’ τ’ αριστερά, χαμηλά, είναι μια μικρή προβλήτα. Μερικά βαπόρια, ξένα. Ρωσικά, γερμανικά, ολλανδέζικα. Θα φορτώσουν… Τα Λιπάσματα. Η Δραπετσώνα. Τούτες οι συνοικίες, τόσο κοντά στο λιμάνι του Πειραιά, τόσο κοντά στην Αθήνα, μα μπαίνοντας στην επικράτειά τους λες και περνάς τα σύνορα ενός άλλου κόσμου. Είσαι ένας τουρίστας σε μια ξένη χώρα. Η Αθήνα κι ο Πειραιάς είναι ξεχασμένη ιστορία…
Οι κάτοικοι εδώ μιλάνε την ίδια γλώσσα με σένα. Είναι φτωχοί, μα δεν σου θυμίζουν τους κουρελήδες της Αυλής των Θαυμάτων. Όταν το πρωινό λεωφορείο τούς κατεβάσει στην Ακτή Τζελέπη, τους καταπίνει κι αυτούς ο Πειραιάς – το λιμάνι, οι πόρτες των εργοστασίων, των μαγαζιών, οι μοντέρνες πολυκατοικίες με τα εκατοντάδες γραφεία. Τους σκορπίζει σε χίλιες κατευθύνσεις το σιδερένιο ποτάμι, ο «ηλεκτρικός», και τους ξαναμαζεύει το βράδυ. Μέχρι εκείνη την ώρα είναι όμοιοι μ’ όλους τους άλλους. Οι Έλληνες είναι ενιαίος λαός κι ας λένε ό,τι θέλουν οι εθνολόγοι. Οι αγρότες, οι ψαράδες, οι εργάτες, οι κάτοικοι των συνοικιών. Είναι όλοι τους φτωχοί. Κι οι φτωχοί είναι ίδιοι. Οι κάτοικοι της Δραπετσώνας όμως έχουν ένα ξεχωριστό «προνόμιο». Τούτες τις μέρες τους γκρεμίζουν τα σπίτια.

Σε μια μεριά της συνοικίας είναι στοιβαγμένα τα παραπήγματα. Ανθρώπινα κλουβιά από λαμαρίνα, ξύλα, πισσόχαρτο. Κάποιο εργοστάσιο θέλει να επεκταθεί, κάποιος οικοπεδοφάγος να ωφεληθεί, το φιρμάνι βγήκε: «Θα σας χτίσουμε ωραία σπίτια. Μα πρώτα να γκρεμίσουμε αυτά. Μέχρι τότε πάρτε αυτά τα λίγα λεφτά. Τόσο εκτίμησαν την αξία τους οι ειδικοί». Και πού θα πάμε, κύριε υπουργέ; «Πού θα πάτε; Θα δούμε! Ας αρχίσει το γκρέμισμα!» Οι κουρσάροι ήρθαν!
Ο Μίκης σκέφτεται όλα αυτά κι ανηφορίζει. Κοιτάζει τον μακρόστενο, ψηλό τοίχο που χάνεται προς τα πάνω… Τούτο το εργοστάσιο βγάζει τόσο τσιμέντο, που θα χτίζονταν στ’ αλήθεια ωραία σπίτια. Στο ίδιο ακριβώς μέρος. Όμως τα πλοία περιμένουν να φορτώσουν. Ρωσικά, γερμανικά, ολλανδέζικα. Το τσιμέντο φεύγει γι’ αλλού». Και συνεχίζει ο Φώντας Λάδης: «Μόλις κυκλοφόρησε η «Δραπετσώνα», έγινε αμέσως σύμβολο όλων εκείνων που ζουν στις γειτονιές της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και των άλλων πόλεων. Έγινε η φωνή αυτών των «φτωχών αγίων», που περιμένουν καρτερικά μια αλλαγή στο ριζικό τους. Καθώς όμως οι ήχοι του μπουζουκιού κομματιάζουν την ηρεμία μέσα στη μικρή ταβέρνα, και καθώς ο εργάτης σηκώνεται να χορέψει το ζεϊμπέκικο, βγάζει μαζί με τον τραγουδιστή μακρόσυρτη, παραπονεμένη κραυγή. Η «Δραπετσώνα» γίνεται ξαφνικά σύμβολο πάλης και αισιοδοξίας. Κι ο βασανισμένος άνθρωπος που χορεύει, κι οι άλλοι που τον παρακολουθούν αμίλητοι, αρχίζουν να βλέπουν καθαρά τον μοναδικό δρόμο που θ’ αλλάξει το ριζικό τους. Πρέπει να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους σ’ αυτό το μεράδι γης που τους ανήκει».

ΠΗΓΕΣ: www.discogs.com, https://stixoi.info, www.pontosnews.gr, www.katiousa.gr, www.ilioupoligiaolous.gr, https://peiraiasnews.gr,http://synoikismoi.eie.gr/drapetsona.html

Φυσικά, είναι εντελώς περιττό να σχολιάσουμε την αξία, τη διαχρονικότητα και τη σημασία της «Δραπετσώνας» για τον ελληνικό πολιτισμό. Πρόκειται για μια από τις πιο γνωστές, αγαπημένες και χιλιοτραγουδισμένες δημιουργίες του συνθέτη, η οποία πρωταγωνιστεί και σήμερα στα γλέντια, στις χαρές και στις πίκρες των Ελλήνων. Άλλη μια αθάνατη κληρονομιά που μας αφήνουν οι μέγιστοι δημιουργοί Θεοδωράκης και Λειβαδίτης, αλλά και η δωρική, «ξύλινη» και μεγαλοπρεπής φωνή του επίσης μέγιστου Μπιθικώτση… Τάσος Λειβαδίτης: Αφιερωμένο σε αυτούς που δεν σταματούν ποτέ να ονειρεύονται..

ΚΑΛΗ ΑΚΡΟΑΣΗ τα χρόνια περνούν τα τραγούδια ταξιδεύουν