ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΕΡΒΕΝΙΩΤΗΣ, ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ

ΜΑΝΤΟΥΜΠΑΛΑ
Στίχοι: Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου
Μουσική: Θόδωρος Δερβενιώτης
Πρώτη εκτέλεση: Στέλιος Καζαντζίδης
7″, Single ” Μαντουμπάλα / Τώρα που φεύγω απ’ τη ζωή ” 1959
ή (Δυό πόρτες έχει η ζωή , Το τελευταίο βράδυ μου)
Label His Master’s Voice A. O. 5544

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ

ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ ΕΡΜΗΝΕΥΕΙ ΖΩΝΤΑΝΑ

Ο Στέλιος Καζαντζίδης τραγουδά ζωντανά την «Μαντουμπάλα», στην ονομαστική του εορτή, το 1993, στην ταβέρνα «Χρυσό Πέταλο» στους Θρακομακεδόνες.

ΣΤΙΧΟΙ: ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ

ΜΑΝΤΟΥΜΠΑΛΑ

Μαντουμπάλα, αγάπη γλυκιά μου,
λαχταρώ νά ’ρθεις πάλι κοντά μου.
Από τότε που σ’ έχασα λιώνω,
τ’ όνομά σου φωνάζω με πόνο,
Μαντουμπάλα, Μαντουμπάλα.

Με μάτια κλαμένα στους δρόμους γυρνώ,
μια χαμένη αγάπη ζητάω να βρω,
μια χαμένη αγάπη ζητάω να βρω.

Να σε δω κι ας πεθάνω, καλή μου.
Αυτό μόνο ζητάει η ψυχή μου.
Από τότε που σ’ έχασα λιώνω,
τ’ όνομά σου φωνάζω με πόνο,
Μαντουμπάλα, Μαντουμπάλα.

Με μάτια κλαμένα στους δρόμους γυρνώ,
μια χαμένη αγάπη ζητάω να βρω,
μια χαμένη αγάπη ζητάω να βρω.

7″, Single ” Μαντουμπάλα / “Τώρα που φεύγω απ’ τη ζωή” 1959
Label His Master’s Voice  A. O. 5544

Μαντουμπάλα: Ο δίσκος 1959
Το 1958, το μεγάλο σουξέ του ελληνικού πενταγράμμου, είναι το “Γαρύφαλλο στ’ αυτί”, του Μ. Χατζιδάκι. Γνωρίζει απανωτές εκτελέσεις. Πρώτα από τους Μίμη Φωτόπουλο και Βασίλη Αυλωνίτη. Κατόπιν από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και, τέλος, από τον Μανώλη Αγγελόπουλο. Ήταν Μάρτης του 1959, όταν η φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη ακουγόταν, μέσα από τα γραμμόφωνα, αλλά και τα juke-box της εποχής να…«θρηνεί» για το χαμό της Μαντουμπαλας: «Μαντουμπάλα, αγάπη γλυκιά μου, λαχταρώ να ‘ρθεις πάλι κοντά μου….»

Στην ηχογράφηση έπαιξαν μπουζούκια ο Στέλιος Μακριδάκης και ο Ανέστος Αθανασίου ή Γύφτος, ακορντεόν ο Γιώργος Κουλαξίζης, μπάσο ο Σπύρος Αναγνώστου ενώ ο Στέλιος Χρυσίνης έκανε την ενορχήστρωση και έπαιξε κιθάρα. Το τραγούδι κυκλοφόρησε τόσο σε δίσκο γραμμοφώνου, όσο και σε 45άρι, έχοντας από την άλλη πλευρά το «Τώρα που φεύγω απ’ τη ζωή» γνωστότερο και ως «Δυό πόρτες έχει η ζωή», ένα από τα 4-5 διαχρονικότερα κομμάτια του λαϊκού πενταγράμμου, με λόγια της «γριάς» του στίχου, της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου: «Το τελευταίο βράδυ μου, απόψε το περνάω…»

Η επίδραση και οι αναφορές στη “Μαντουμπάλα”
Όλοι οι Έλληνες ξέρουν την «Μαντουμπάλα». Αλλά δεν είναι γενικά γνωστό ότι η εκτέλεση αυτή αποτέλεσε σταθμό στη λαϊκή μουσική. Ήταν πιθανώς το δεύτερο ινδοελληνικό τραγούδι που εκδόθηκε και ένα από τα πρώτα που αργότερα αποκαλέστηκαν λαϊκά. Κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 1959, λίγες μέρες μετά τη «Μαγκάλα» του Μανώλη Αγγελόπουλου, που έχει μικρή σχέση με το πρωτότυπο.

Ο ζωντανός της ρυθμός προκάλεσε αίσθηση . Το τραγούδι ήταν προοίμιο των ζωηρότερων εκτελέσεων που ακολούθησαν αργότερα. Πούλησε 96.000 δίσκους, σπάζοντας το ρεκόρ που είχε το «Γαρίφαλο στ’αυτί» των 45.000 του Χατζιδάκι. Οι πωλήσεις έμειναν σε υψηλά επίπεδα για μια δεκαετία και η «Μαντουμπάλα» μπήκε στην εθνική μνήμη.

Ηταν “η μεγαλύτερη μέχρι τότε εμπορική επιτυχία, που έσπασε κάθε προηγούμενο ρεκόρ, αφού μέσα σ’ ένα χρόνο πούλησε 96.000 δίσκους και αμέτρητες άλλες χιλιάδες τα επόμενα χρόνια.”(Πηγη: “Ο Θόδωρος Δερβενιώτης και το μετεμφυλιακό τραγούδι”, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2003 )

Η μυθική “Μαντουμπάλα” ακουγόταν παντού κι ήταν επί 10 χρόνια πρώτη σε πωλήσεις΄ εκτοπίστηκε από την κορυφή μόνο από ένα άλλο δικό του τραγούδι “. (Πηγη: “Το ‘ααα’ του κόσμου” στο “Ημών των Ιδίων” του Διονύση Χαριτόπουλου, εκδόσεις “Ελληνικά Γράμματα”, 2003 ). Η «Μαντουμπάλα» αμέσως λατρεύτηκε από τον κόσμο, ίσως και λόγω μιας ιδιότυπης μόδας που ήθελε τους κινηματογράφους να γεμίζουν όποτε παιζόταν ινδική ταινία, ενώ και πολλά τραγούδια αντλούσαν έμπνευση.

Μετρήστε: «Μαγκάλα» με τον Αγγελόπουλο, «Φαρίντα» με τον Τσιτσάνη, «Μαχαρανή» του Περπινιάδη, «Φαράχ» του Γιώργου Κόρου, «Ζιγκουάλα», «Μανόλια» κτλ.
Πολλές είναι και οι δισκογραφικές εκτελέσεις που ακολούθησαν. Από το Σπύρο Ζαγοραίο, την Πόλυ Πάνου, το Σταύρο Τζουανάκο, τη Μαίρη Λίντα, τον Ανδρέα Ζακυνθινάκη, μέχρι τη Φλέρυ Νταντωνάκη και στα νεώτερα χρόνια το Γιώργο Μπαγιώκη και από πολλούς άλλους. Μέχρι που ακούστηκε τον Αύγουστο του 2004 στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, από τον Αντώνη Ρέμο.


Η επιτυχία της «Μαντουμπάλας» είχε ως αποτέλεσμα να ονομαστούν έτσι δύο από γνωστότερα λαϊκά κέντρα της εποχής. το ένα ήταν η «Φλορίντα» που βρισκόταν στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, και φυσικά ο Στέλιος Καζαντζίδης ήταν και ο πρώτος που τραγούδησε εκεί, μαζί με τη Μαρινέλλα και τη Γιώτα Λύδια.

Η δεύτερη “Μαντουμπάλα” βρισκόταν στη Λεωφόρο Θηβών 199, στην Παλιά Κοκκινιά, το «Πράσινο μήλο» ή «Πράσινος Μύλος» των αδελφών Γιγουρτάκη, (εδώ έπειτα από ιδέα που έδωσε ο ίδιος ο Καζαντζίδης στον ιδιοκτήτη Νίκο Γιγουρτάκη) και εκεί πρωτοτραγούδησαν σαν ζευγάρι ο Μανώλης Αγγελόπουλος με την Αννούλα.

Επιπλέον, την ίδια περίοδο από την θεατρική πένα των Μ.Βασιλειάδη-Ν.Ελευθερίου, προέκυψε η σατιρική υπερεπιθεώρηση που είχε τον τίτλο “Μαντουμπάλα”, και ανέβηκε από τον θίασο Γιάννη Γκιωνάκη, Τάκη Μηλιάδη και Νίκου Ρίζου, στο θέατρο “Περοκέ”.

Ταινία: Ο αλήτης της Βομβάης (“AWARA”) 1951
Η ταινία Awaara (συχνά γραμμένο ως Awāra) κυκλοφόρησε στις 14 Δεκεμβρίου 1951, είναι μια ινδική δραματική ταινία παραγωγής και σκηνοθεσίας του Raj Kapoor, και σενάριο του Khwaja Ahmad Abbas. Στην Ελλάδα παίχτηκε με τον τίτλο «Ο αλήτης της Βομβάης».

Ήταν μία φιλόδοξη παραγωγή για την οποία επιστρατεύτηκαν οι σημαντικότεροι σεναριογράφοι, συνθέτες και τραγουδιστές. Πρωταγωνιστεί ο σκηνοθέτης της ταινίας, Raj Kapoor μαζί με τον πραγματικό πατέρα του Prithviraj Kapoor, καθώς και τους Nargis, Leela Chitnis και KN Singh, λαμβάνοντας παγκόσμια αναγνώριση για τις ερμηνείες των Prithviraj, Raj και Nargis.

Όχι μόνο στην Ινδία, η ταινία ήταν μεγάλη επιτυχία και στο εξωτερικό, κάνοντας τους Nargis και Raj γνωστούς αστέρες σε χώρες όπως η Ελλάδα και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Μάλιστα, η ταινία καθιέρωσε στον ινδικό κινηματογράφο το ζευγάρι Ρατζ Καπουρ – Ναργκίς που θεωρείται μέχρι τις ημέρες μας το πιο δημοφιλές. Έχοντας εισπράξεις 12,5 εκατομμύρια ₹ στην Ινδία, έγινε η ταινία με τις υψηλότερες εισπράξεις όλων των εποχών, σπάζοντας το ρεκόρ του Barsaat.

Τη μουσική και τα τραγούδια της ταινίας έγραψαν οι: Jaikishan Dayabhai Panchal … (as Jaikishan) και Shankar Singh Raghuwanshi…(as Shanker) (Οι ‘SJ’ ή Shankar – Jaikishan, ήταν δύο συνθέτες με ένα όνομα). Η μουσική βάση της «Μαντουμπάλας» είναι το τραγούδι «Aajao tarapt hai arman» (Έλα, σε ποθούν τα αισθήματά μου) και το ερμηνεύει στην ταινία η Ναργκίς. (Σημείωση: Το τραγούδι επομένως ανήκει στους Shankar – Jaikishan’ και όχι στον πασίγνωστο διεθνώς συνθέτη Ravi Shankar, όπως έχει γραφτεί, κατα καιρούς, στον ελληνικό τύπο).

Η επιτυχία του «Αλήτη της Βομβάης» πέρασε τα σύνορα της Ινδίας, ενώ τα τραγούδια που ακούγονται σε αυτήν, αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για ερμηνευτές εδώ στην Ελλάδα. Την ταινία είδε και ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο οποίος ξετρελάθηκε με το ρυθμό του παραπάνω τραγουδιού που έλεγε η όμορφη πρωταγωνίστρια και θέλησε να το διασκευάσει στα ελληνικά.

Ποίοι είναι οι δημιουργοί της “Μαντουμπάλας”
Η «Μαντουμπάλα», που κυκλοφόρησε στα 1959, το στιχουργικό και μουσικό μέρος της οποίας φέρουν την υπογραφή του Στέλιου Καζαντζίδη σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο δίσκο. Ποιος όμως είναι ο πραγματικός δημιουργός της ελληνικής «Μαντουμπάλας», η οποία πέρασε στην ιστορία ως δημιουργία του Στέλιου Καζαντζίδη;

Αλλά ας παραθέσουμε στη συνέχεια τις γραπτές μαρτυρίες που υπάρχουν (βιβλία, συνεντεύξεις, αναφορές) των ιδίων των πρωταγωνιστών, εν προκειμένω του Στέλιου Καζαντζίδη και του Θόδωρου Δερβενιώτη, αλλά και σπουδαίων και αναγνωρισμένων μελετητών που ασχολούνται με την έρευνα του λαϊκού τραγουδιού για την πατρότητα των στίχων και της μουσικής της «Μαντουμπάλα».

Συζητώντας με τον Κώστα Μπαλαχούτη, ο Στέλιος Καζαντζίδης αναφέρθηκε στην εποχή της «Μαντουμπάλας»: H «γριά», όπως την αποκαλούσαν χαρακτηριστικά, ήταν μεγάλο μυαλό. Μαστόρισσα στο λόγο. Ήταν καλός κι αξιόλογος άνθρωπος η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου. Μια «ψυχούλα» που πουλούσε τα στιχάκια της για να ικανοποιεί τις ανάγκες της, το πάθος της για το χαρτί. Κι έχει χαρίσει τόσα και τόσα τραγούδια. Το μεγάλο τραγούδι που κάναμε μαζί ήταν το «Δυο πόρτες έχει η ζωή».

Βγήκε το 1959, νομίζω, και στο ίδιο δισκάκι 45 στροφών μαζί με τη «Μαντουμπάλα». Εγώ τη «Μαντουμπάλα» την είδα σαν ένα απλό τραγουδάκι. Είχα φτιάξει ένα μέρος από τους στίχους και άρεσε, θυμάμαι, πάρα πολύ στη μητέρα μου. Μάλιστα μου είχε πει ότι «θα γίνει μεγάλη επιτυχία». Έτσι το πήγα στην Παπαγιαννοπούλου, η οποία ήταν παραγωγικότατη, για να το ολοκληρώσει. Έγραφε με μεγάλη μαεστρία και πολύ γρήγορα. Τις έδινες τις κατευθύνσεις για το θέμα που ήθελες και την άλλη μέρα, για να μην πω την άλλη ώρα, το τραγούδι ήταν έτοιμο.

Με το συγκεκριμένο τραγούδι όμως αργούσε. Έτσι «αναγκάστηκα» να το γράψω μόνος μου. Πήρα κάποιες φράσεις που είχε γράψει εκείνη, έκανα αλλαγές, πρόσθεσα άλλες δικές μου… κι έτσι ολοκληρώθηκε. Ήταν της μόδας τότε τα τραγούδια με ινδικά ονόματα και ανάλογη μουσική. Ο κόσμος έκανε ουρές για να δει τις ταινίες με τη Ναργκίς και τον Ρατζ Καπούρ. Το έργο «Γη ποτισμένη με ιδρώτα» είχε σημειώσει τρομακτική επιτυχία. Εγώ πίστευα πολύ στη δύναμη του στίχου που είχε το «Δυο πόρτες έχει η ζωή» ή «Το τελευταίο βράδυ μου», όπως το ξέρει μια μερίδα του κόσμου.

Η επιτυχία όμως της «Μαντουμπάλας» σάρωσε τα πάντα…. Πήγαινα στα πρατήρια των δίσκων και ρωτούσα με ποιο τραγούδι ζητάει ο κόσμος το δισκάκι. Έτσι καταλαβαίναμε τότε ποιο τραγούδι είχε επιτυχία. Όλοι μου απαντούσαν: «Με τη Μαντουμπάλα». «Δεν θα το ζητάνε για πολύ καιρό έτσι», απαντούσα εγώ. Οι πρατηριούχοι κουνούσαν το κεφάλι τους. Σου λέει, τι μας «τραγουδάει» αυτός τώρα. Εδώ χαλάει ο κόσμος όλος με τη «Μαντουμπάλα»…

Με τον καιρό όμως δικαιώθηκα. Χαίρομαι που ακόμα και σήμερα το τραγούδι αυτό εξακολουθεί να αγαπιέται, να τραγουδιέται και να χορεύεται από τον κόσμο. (Κώστας Μπαλαχούτης «Στέλιος Καζαντζίδης – Κι όσο υπάρχεις θα υπάρχω» εκδόσεις «Ατραπός» 2003)

Ο τρόπος της δημιουργίας της «Μαντουμπάλας» αποτυπώθηκε και σε συζητήσεις του Καζαντζίδη με το Γιώργο Τσάμπρα. Λέει λοιπόν ο λαϊκός βάρδος: «Μαντουμπάλα» πρέπει να λεγόταν σε κάποια ταινία της η πολύ μεγάλη ηθοποιός η Ναργκίς. Είχα φτιάξει το ρεφρέν που λέει «Με μάτια κλαμένα στους δρόμους γυρνώ» και, κατόπιν επιθυμίας της μητέρας μου θυμάμαι τότε, το πήγα για να γράψει στίχο η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου. Ήταν πολύ της μόδας τότε τα ινδικά.

Είχε μπει στο πετσί της συνοικίας ο κινηματογράφος «Mother India» και τέτοια. Είχα ήδη τραγουδήσει τη «Μανώλια». Που κι εγώ είχα την εντύπωση ότι είναι γυναικείο όνομα, αλλά τελικά είναι δέντρο. Το έμαθα πολύ μετά. Ο Αγγελόπουλος είχε τραγουδήσει μια «Μαγκάλα», άλλοι άλλα…. Εγώ το είδα ότι ήτανε τραγουδάκι. Το μικρό δισκάκι είχε από την άλλη μεριά το «Δυο πόρτες έχει η ζωή».

Το μεγάλο τραγούδι της Ευτυχίας. Πήγαινα στα πρατήρια και ρώταγα: «Με ποιο τραγούδι ζητάει ο κόσμος το δίσκο»; «Με τη Μαντουμπάλα» μου λέγανε. «Δε θα το ζητάει για πολύ έτσι» απαντούσα. «Πάψε και χαλάει ο κόσμος» λέει…..(Συνέντευξη Στέλιου Καζαντζίδη στον Γιώργο Τσάμπρα για Το Χρυσό Άλμπουμ του Ζάπινγκ 1996)

Σημείωση: Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου δεν είχε πολύ καιρό που είχε χάσει την κόρη της. Και μέσα από το τραγούδι αυτό, έβγαλε προς τα έξω το αβάσταχτο πένθος που βίωνε. «Από τότε που σ’ έχασα λιώνω, τ’ όνομά σου φωνάζω με πόνο» είναι ο στίχος που λέγεται πως ήταν εμφανώς επηρεασμένος από την πρόωρη απώλεια της Μαίρης κι αποκάλυπτε τον πόνο της τραγικής μάνας, όπως επίσης και το ” Τώρα που φεύγω απ’ τη ζωή ” στην άλλη πλευρά του δίσκου, το οποίο είναι γραμμένο ειδικά για την κόρη της, όπως και ο ίδιος ο Καζαντζίδης λέει στη συνέντευξή του.

Σε συζήτηση που είχε με τον Κώστα Μπαλαχούτη ο μεγάλος λαϊκός συνθέτης Θόδωρος Δερβενιώτης, μαέστρος και συνεργάτης του Καζαντζίδη για δεκαετίες, βεβαίωσε πως πράγματι ο Καζαντζίδης είχε φτιάξει τη μουσική που ακούμε στο ρεφρέν της «Μαντουμπάλας», αλλά το υπόλοιπο μουσικό μέρος το συμπλήρωσε εκείνος στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του ως μαέστρος στην Columbia.

Έχει ενδιαφέρον να δούμε, την εκδοχή που ο σπουδαίος συνθέτης Θοδωρής Δερβενιώτης (1922 – 2004) παρουσίασε στην κρατική τηλεόραση, στην εκπομπή «Η ιστορία των χρόνων μου» (2003).
Είπε, λοιπόν, ο Δερβενιώτης:

«Την εποχή εκείνη είχαν έρθει πολλές ταινίες ινδικές στην Ελλάδα με την Ναργκις. Δακρύβρεχτες ταινίες και πήγαινε πολύς κόσμος και τις άκουγε. Παρουσιάστηκαν τραγούδια τέτοια, ατόφια ινδικά, και κυκλοφόρησαν σε δίσκους σαν ελληνικά. Η «Μαντουμπάλα») και το «Είσαι η ζωή μου»., είχαν τα ρεφρέν… μουσική δηλαδή! Χωρίς λόγια. Το 1959 με πήρε ο Στέλιος και πήγαμε στη Λάρισα για 25 μέρες. Φύγαν όλοι και μου λέει: «Εσύ θα καθίσεις να πάμε μαζί». Είχε μια μερσεντές τότε. Αυτός, εγώ και η Μαρινέλλα. Σε όλο το δρόμο με ζαλίσανε (τραγουδάει τους σκοπούς των τραγουδιών «Είσαι η ζωή μου» και το «Μαντουμπάλα»).

«Τι είναι αυτά ρε παιδιά;». «Θα ακούσεις, θα ακούσεις», απαντούσε ο Καζαντζίδης. Τέλος πάντων… Και κάποια στιγμή φέρνει λόγια στα οποία… τα ρεφρέν τους ήταν κολλημένα απάνω στις δύο μουσικές αυτές. Το ένα ήταν η «Μαντουμπάλα» και το άλλο «Είσαι η ζωή μου». Και ερχότανε δήθεν σε μένα να καθίσει να τα φτιάξει. Δεν μπορούσε να φτιάξει τίποτα. Έπαιρνε μια κιθάρα γκούγκου, γκούγκου μια ώρα, δύο ώρες, τρείς ώρες… Και απ τη δουλειά μου με χασομερούσε και με νευρίαζε και αναγκαζόμουνα και του έλεγα: «Φεύγα, άστα…».

Η Μαρινέλλα ζει… για αυτό το πράγμα που είπες τώρα για την «Μαντουμπάλα». Της είπα πια μέρα να ρθουν και τις λέω όχι πρωί, πρωί κατά τις 11. Και μου ήρθαν 8.30 η ώρα το πρωί και χτυπούσαν την πόρτα. Εγώ ήμουνα εργένης. Δεν είχα σηκωθεί ακόμα. Δεν τους απάντησα. Είδα…Άκουσα την ομιλία τους και νευρίασα. Ντύθηκα ξέρω εγώ πήγα στην τουαλέτα. Δεν τους είπα ούτε καλημέρα. Άνοιξα, μπήκαν μέσα. Πήγα παρήγγειλα τον καφέ μου, ξέρω εγώ, το κολατσιό μου. Λέω τέτοιοι είστε τώρα θα δείτε.

Ήπια τον καφέ μου άναψα και ένα τσιγάρο, γιατί κάπνιζα τότε, κι αναγκάστηκε η Μαρινέλλα με τα γυαλιά χαμηλά, χαμηλά : «Θόδωρε έφτιαξες τίποτα;» Λέω: «Θα ακούσεις». Και μόλις παίρνω το μπουζούκι και το παίζω και ακούει την εισαγωγή σηκώθηκε απάνω: «Θόδωρε, αυτό δεν είναι τραγούδι αυτό είναι έργο!»

Η «Μαντουμπάλα» ήταν ένα τραγούδι μπορώ να πω εγώ ότι έκανε θραύση και στους δίσκους αλλά και σαν τραγούδι. Τραγουδήθηκε, παίχτηκε πάρα πολύ δηλαδή, και πούλησε και εγώ δεν ξέρω τι πούλησε. Δεν έπαιρνα ούτε ένα πέντε τις εκατό για να ξέρω ας πούμε. Αλλά πάντως ότι πούλησε, πούλησε! Πάρα πολλούς δίσκους. Ήτανε μεγάλη επιτυχία.».

Το όνομα του τραγουδιού
Η «Μαντουμπάλα» ή «Μαντουβάλα» είναι μέχρι και σήμερα ένα από τα κλασικά κομμάτια του παλιού καλού ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, όμως, λίγοι ξέρουν ότι πρόκειται για ένα πρόσωπο δημοφιλές και διάσημο αλλά και την τραγική αληθινή ιστορία της.

Γιατί «Μαντουμπάλαι» δεν έλεγαν τη Ναργκίς σε κανένα έργο. Όμως είναι το όνομα της δημοφιλούς Ινδής ηθοποιού Μαντουμπάλα, που σημαίνει «γλυκό κορίτσι», ήταν σχετικά γνωστό στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’50, αφού είχαν παιχτεί αρκετές ταινίες της, προτού η Ναργκίς κατακτήσει τις ελληνικές οθόνες.

Καθώς φαίνεται λοιπόν αυτή η ηθοποιός που αποκαλείται «Αφροδίτη του ινδικού κινηματογράφου», «Μέριλιν Μονρόε του Μπόλιγουντ» και «Η Ομορφιά με την Τραγωδία», είχε κλέψει αρκετές καρδιές και στην Ελλάδα και έδωσε το όνομα της στο τραγούδι.

Ποιά ήταν η Μαντουμπάλα
Το «γλυκό κορίτσι» από την Ινδία (και η τραγική αληθινή ιστορία της)
Ημέρα των Ερωτευμένων και στην Ινδία στις 14 Φεβρουαρίου του 1933 έρχεται στον κόσμο, ένα κορίτσι που όταν μεγάλωνε, θα το ερωτεύονταν όλοι για τη σπάνια ομορφιά. Η Μουμτάζ Μπεγκούμ Τζεχάν Ντελάβι, όπως ήταν το πραγματικό όνομα της Μαντουμπάλα, γεννήθηκε στο Δελχί σε μια φτωχή και συντηρητική οικογένεια Μουσουλμάνων της φυλής των Παθάν, ενώ ήταν το πέμπτο από τα έντεκα συνολικά παιδιά της οικογένειας.

Όταν η Μαντουμπάλα ήταν ακόμη βρέφος, ένας σούφι προέβλεψε ότι μεγαλώνοντας θα γινόταν πλούσια και διάσημη, αλλά θα πέθαινε νέα και δυστυχισμένη. Κουβαλώντας την «προφητεία» αυτή, η μικρή από νωρίς έδειξε την κλίση της προς τις Τέχνες και δη στην υποκριτική και τη μουσική. Αυτό έγινε πιο εύκολα αντιληπτό, όταν η οικογένειά της μετακόμισε στη Βομβάη.

Ο πατέρας της είχε μείνει άνεργος, από τη φτώχεια και την πείνα πέθαναν έξι αδέλφια της κι έτσι η οικογένεια πήρε την απόφαση να φύγει από το Δελχί. Εκεί, στη Βομβάη η μικρή Μαντουμπάλα βρισκόταν αρκετά συχνά στα κινηματογραφικά πλατό, όπου ο πατέρας της έψαχνε για δουλειά.

Από την πρώτη κιόλας επαφή με τον χώρο, αισθάνθηκε πως αυτός είναι ο δικός της κόσμος, όπου θα μπορεί να «δραπετεύει» από τη σκληρή πραγματικότητα. Στα 9 της χρόνια παίζει στην πρώτη της ταινία, ενώ μόλις στα 14 της χρόνια την χρήζουν πρωταγωνίστρια ως παιδί-θαύμα.

Η «Προφητεία» βγαίνει αληθινή
Η Μαντουμπάλα μεγαλώνει κι εξελίσσεται σε μία πανέμορφη κοπέλα, που συνδυάζει άψογα ομορφιά και αστείρευτο υποκριτικό ταλέντο. Την αποκαλούν «Η Αφροδίτης της μεγάλης οθόνης» και δεν έχουν άδικο. Το 1949 πρωταγωνιστεί στην εμπορικά επιτυχημένη ταινία Mahal που την μετατρέπει σε πραγματική σταρ.

Ο δρόμος της επιτυχίας και της ευτυχίας που της είχε «κλέψει» η μοίρα από τη μέρα που γεννήθηκε, φαίνονταν να είναι διάπλατα ανοιχτή για εκείνη. Αλλά, να που η «προφητεία» του σούφι φαίνεται να παίρνει σάρκα και οστά. Το 1950, ανακαλύπτει ότι έχει εκ γενετής καρδιακή ανωμαλία («τρύπα στην καρδιά»). Την εποχή εκείνη οι χειρουργικές επεμβάσεις στην καρδιά ήταν σχεδόν άγνωστες και οι πιθανότητες να αντιμετωπίσει τη σπάνια πάθησή της, ελάχιστες.

Προσπαθούν να κρατήσουν μυστικό το πρόβλημα υγείας της, όμως, κατά καιρούς, ο Τύπος βγάζει δημοσιεύματα για το πρόβλημα υγείας. Η Μαντουμπάλα δεν το βάζει κάτω και η δεκαετία του ’50 είναι για εκείνη άκρως δημιουργική με τις κινηματογραφικές επιτυχίες να διαδέχονται η μία την άλλη.

Μαζί με τις σύγχρονες της Ναργκίς και Μίνα Κουμάρι θεωρούνται η ιερή τριάδα του Ινδικού σινεμά, τρεις γυναίκες ηθοποιοί με ασύγκριτο ταλέντο και φήμη. Μάλιστα, η φήμη της έφτασε μέχρι και στο Χόλιγουντ και άνθρωποι της «Μέκκας του κινηματογράφου» πήγαν στην Ινδία για να τη συναντήσουν.

Αλλά δεν κατάφεραν να την «κλέψουν» για την Αμερική (κι ας ήταν εκείνη μεγάλη θαυμάστρια των ταινιών του Χόλιγουντ), μιας και ο συντηρητικός πατέρας της δεν ήθελε να ακούει για την προοπτική αυτή.

Mughal-E-Azam: 1960 Η Ινδική υπερπαραγωγή
Στο επικό ιστορικό δράμα Mughal-e-Azam η Μαντουμπάλα υποδύθηκε με ανυπέρβλητο τρόπο και πάθος την κατατρεγμένη παλλακίδα Αναρκάλι. Ο σκηνοθέτης της ταινίας αγνοώντας την ασθένεια της, την υπέβαλε σε ένα επίπονο και χρονοβόρο πρόγραμμα γυρισμάτων που κράτησαν συνολικά 9 χρόνια.

Στη μέση αυτού του διαστήματος προέκυψε και ο χωρισμός της με τον συμπρωταγωνιστή της Ντιλίπ Κουμάρ προσθέτοντας στις σωματικές δοκιμασίες και ένα βαρύ ψυχολογικό φόρτο. Πολλοί εικάζουν ότι οι δοκιμασίες αυτές οδήγησαν στην ραγδαία επιδείνωση της υγείας της που και τελικά την οδήγησε στο θάνατο. Η συγκεκριμένη ταινία θεωρείται το κορυφαίο της δημιούργημα αλλά και η κορυφαία ταινία της δεκαετίας του ’60 για ολόκληρο το Ινδικό σινεμά.

Η πρεμιέρα της ταινίας έγινε στις 5 Αυγούστου του 1960 και σύντομα έγινε η μεγαλύτερη επιτυχία από καταβολής Ινδικού σινεμά. Το ρεκόρ εισιτηρίων της καταρρίφθηκε μετά από 15 ολόκληρα χρόνια, από το φιλμ Sholay (1975), ενώ μέχρι και σήμερα κρατάει τη 2η θέση (με τις εισπράξεις προσαρμοσμένες στον πληθωρισμό).

Το κέρινο ομοίωμά της, ντυμένη ως Ανάρκαλι, από το μνημειώδη ρόλο που ερμήνευσε στο “Mughal-e-Azam”, στολίζει το παράρτημα του μουσείου Madame Tussauds στο Νέο Δελχί.

Το πρόωρο τέλος του γλυκού κοριτσιού
Η Μαντουμπάλα για χρόνια διατηρούσε σχέση με τον ηθοποιό και συμπρωταγωνιστή της Ντιλιπ Κουμάρ. Η σχέση τους κράτησε 5 χρόνια, αλλά έληξε άδοξα μετά από μια πολύκροτη δικαστική διαμάχη σχετικά με τα γυρίσματα μιας ταινίας, που είχαν συμπρωταγωνιστήσει.
Το πρόβλημα υγείας δεν την είχε καταβάλει.

Αντίθετα ζούσε τη ζωή και ερωτευόταν. Έπαιρνε δύναμη από τον έρωτα και αυτόν τον βρήκε ξανά στο πρόσωπό του Κισορ Κουμάρ, τον οποίο όταν τον γνώρισε το 1958, ήταν ήδη παντρεμένος. Το ζευγάρι παντρεύτηκε τελικά το 1960, αλλά η οικογένεια του ποτέ δεν την αποδέχτηκε στους κόλπους τους. Οι δυο τους έμειναν μαζί μέχρι τον θάνατο τους και μέσα από τη σχέση αυτή, εκτός από τον έρωτα και την ευτυχία, συναντούσαν και πολλά εμπόδια. Όπως στις ταινίες που πρωταγωνιστούσε εκείνη.

Το 1960 η κατάσταση της υγείας της Μαντουμπάλα επιδεινώθηκε και βρέθηκε στο Λονδίνο, όμως, οι επεμβάσεις στην καρδιά τότε, ήταν σε πολύ πρόωρο στάδιο και κανείς γιατρός δεν δεχόταν να αναλάβει την πολύ λεπτή περίπτωσή της. Μάλιστα, της είπαν πως δεν έχει πολύ χρόνο ζωής. Άλλοι στη θέση της θα το έβαζαν κάτω και θα παραιτούνταν από τη ζωή μια ώρα αρχύτερα.

Αλλά η Μαντουμπάλα πείσμωσε. Επέστρεψε στη δουλειά της και ακόμη και όταν η υγεία της χειροτέρεψε, δεν το έβαζε κάτω. Έζησε για 9 χρόνια ακόμη. Η τελευταία της ταινία ήταν το “Sharabi” το 1964. Στις 23 Φεβρουαρίου του 1969, λίγο μετά τα 36α γενέθλιά της,(είχε γεννηθεί στις 14 Φεβρουρίου του 1933) έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 36 ετών.

Άφησε πίσω της μία σημαντική καριέρα, έγινε θρύλος στην Ινδία, ενώ με το πείσμα της κατάφερε και νίκησε τις «προφητείες» των γιατρών, ζώντας περισσότερο.

Το 1996 κυκλοφόρησε στην Ινδία από τις εκδόσεις “Magna Books” η πρώτη βιογραφία της Μαντουμπάλα, με τίτλο “Thε Mystery and Mystique of Madhubala”, γραμμένη από τον Mohan Deep. Έκτοτε, ακολούθησαν πολλές ακόμα άλλες.

Στις 18 Μαΐου 2008, σε μια επίσημη τελετή, παρουσία πολλών βετεράνων και νέων ηθοποιών, τα Ινδικά ταχυδρομεία παρουσίασαν το νέο τους γραμματόσημο, που ήταν αφιερωμένο στη Μαντουμπάλα. Και από τις 10 Αυγούστου 2017 το κέρινο ομοίωμά της, ντυμένη ως Ανάρκαλι, από το μνημειώδη ρόλο που ερμήνευσε στο “Mughal-e-Azam”, στολίζει το παράρτημα του μουσείου Madame Tussauds στο Νέο Δελχί.
ΠΗΓΕΣ: www.discogs.com, www.tanea.gr, www.tanea.gr, https://el.wikipedia.org, https://stixoi.info, https://mpouzoukimpouzouksides.blogspot.com, www.imdb.com, www.thermisnews.gr, https://starsunfolded.com

ΚΑΛΗ ΑΚΡΟΑΣΗ τα χρόνια περνούν τα τραγούδια ταξιδεύουν