ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ, ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ

Ο ΙΡΛΑΝΔΟΣ ΚΙ Ο ΙΟΥΔΑΙΟΣ
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Ερμηνεία: Γιώργος Ρωμανός
1. Vinyl, 7″, 45 RPM, ” Μυθολογία 65 ” 1965
2. Vinyl, LP, Album ” Μυθολογία ” 1966

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΩΜΑΝΟΣ
(Remastered 2002)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ

 ΕΡΜΗΝΕΙΑ: ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ, ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΣ ΙΩΣΗΦ                                           

από την παράσταση “ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΟΝΕΙΡΩΝ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ” με τη ΔΙΑΣΤΑΣΗ 1995

ΣΤΙΧΟΙ: ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ

Ο ΙΡΛΑΝΔΟΣ ΚΑΙ Ο ΙΟΥΔΑΙΟΣ
Χρόνια και χρόνια μες στην άμμο
εκεί που ανθίζει η φοινικιά
δυο φίλοι πήγαιναν σε γάμο
δώρα κρατώντας και προικιά
ο ένας ήταν Ιρλανδός ο άλλος ήταν Ιουδαίος

Δίψα τους έκαιγε τα χείλη
μα πριν φωνάξουν τη βροχή
είδαν στην έρημο μια πύλη
που `γραφε τέλος και αρχή
μπροστά πηγαίνει ο Ιρλανδός πίσω πηγαίνει ο Ιουδαίος

Πέρασαν τα μεγάλα τείχη
και κάπου εκεί στην αγορά
κάποιον ρωτήσανε στην τύχη
πού είναι ο γάμος κι η χαρά
τον ρώτησε ο Ιρλανδός τον ρώτησε κι ο Ιουδαίος

Κι αυτός απλώνοντας τα χέρια
τους έδειξε στο χώμα εμπρός
δυο πεθαμένα περιστέρια
που ήταν η νύφη κι ο γαμπρός

Δάκρυσε τότε ο Ιρλανδός δάκρυσε και ο Ιουδαίος

1. Vinyl, 7″, 45 RPM, ” Μυθολογία 65 ” 1965

2. Vinyl, LP, Album ” Μυθολογία ” 1966

Η “Μυθολογία” των Μάνου Χατζιδάκι – Νίκου Γκάτσου
(έργο 23, 1965)

Η Μυθολογία (1966) είναι ένας από τους σημαντικότερους κύκλους τραγουδιών του Μάνου Χατζιδάκι. Καινοτόμος τότε και φρέσκος ακόμη και σήμερα φέρει τη σφραγίδα μιας από τις αποδοτικότερες και πιο δημιουργικές συνεργασίες συνθέτη / στιχουργού, όπως ήταν αυτή με τον ποιητή Νίκο Γκάτσο.
Ο Μάνος Χατζιδάκις περιγράφει γλαφυρά τη διαδικασία της δημιουργίας αυτού του σπουδαίου έργου: «Σαν γνήσιος στρατηγός το ’65 θέλησα να κάνω στην Ελλάδα μια επανάσταση. Αντί για τανκ, πήρα ένα παιδί – έφηβο μελαχρινό και όμορφο από την παιδική χορωδία των ανακτόρων και του είπα να τραγουδήσει. Μου λέει: “για να τραγουδήσω χρειάζομαι καινούργιους μύθους”. Πολύ σωστά, σκέφτηκα. Και με τον Γκάτσο αρχίσαμε να κατασκευάζουμε μύθους τον έναν μετά τον άλλο, με κοπέλες που ‘χάνουν τα κλειδιά από τη Θήβα, με Ιρλανδούς και Ιουδαίους που έψαχναν στην έρημο για γάμους και χαρά, μ’ ευαίσθητους ληστές στην τελευταία τους στιγμή, με ένα παιδί που σφάζει φίλους καΙ αδελφούς γιατί ποτέ κανείς δεν του ‘δωσε την σημασία την πρέπουσα, με τον Ορέστη που έγινε πουλί στο δάσος για να ξεφύγει από τη μοίρα του, μ’ ένα παιδί που ‘μοιαζε του Χριστού κι άλλα πολλά.
Κι ο ένας μύθος έμπαινε πάνω στον άλλο κι έγιναν τόσοι πολλοί και τόσοι δυνατοί που τρόμαξε το παιδί, τρόμαξε ο κόσμος, τρόμαξε και η εταιρία που θα έβγαζε τον δίσκο. Όλοι τρομάξανε εκτός από τον Γκάτσο κι εμένα που εξακολουθήσαμε με περισσότερο πάθος την κατασκευή και σύνθεση των μύθων, ξεχνώντας εντελώς την επανάσταση που είχα προγραμματίσει».

Ο δίσκος με τη μουσική και τα τραγούδια για την παράσταση του “Ματωμένου Γάμου” του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα σε στίχους Νίκου Γκάτσου.

Παρότι η μνημειώδης συνεργασία του Μάνου Χατζιδάκι και του Νίκου Γκάτσου είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’40, με πρώτους σταθμούς τον “Ματωμένο Γάμο” (1947) και το περίφημο “Χάρτινο το φεγγαράκι” (1949), και είχε εξελιχθεί στο μεσοδιάστημα με πολλές σημαντικές στιγμές, η “Μυθολογία” υπήρξε η πρώτη ολοκληρωμένη και πρωτότυπη δουλειά τους εν έτει 1965 σηματοδοτώντας ουσιαστικά τη φάση των μεγάλων κύκλων τραγουδιών του Χατζιδάκι, στους περισσότερους από τους οποίους οι στίχοι ανήκουν στον Γκάτσο.
Ο συγκεκριμένος κύκλος κατέχει κεντρική θέση στην εργογραφία του συνθέτη, όπου καταγράφεται ως έργο αρ. 23. 

Ο δίσκος πάντως κρύβει και τη δική του μικρή περιπέτεια: Η αρχική ιδέα περιλάμβανε 14 συνολικά τραγούδια συνυπολογίζοντας και τα τραγούδια “Το σκοτεινό παράθυρο” και “Οι ήρωες είναι πάντα ευγενικοί” που είχαν ηχογραφηθεί τον προηγούμενο χρόνο με τη φωνή του Γιώργου Ρωμανού. Τελικά κρίθηκε ότι δεν κινούνταν στο ίδιο κλίμα με τα υπόλοιπα τραγούδια κι έμειναν έξω παραμένοντας ανέκδοτα, ώσπου συμπεριλήφθηκαν πολύ αργότερα στη συλλογή “Σπανιες ερμηνείες 1955-1965”. Έτσι ο δίσκος στην πρώτη του έκδοση κυκλοφόρησε με 12 τραγούδια, αλλά στη συνέχεια το τραγούδι “Ο Τζώνης ο μπόγιας” απαγορεύτηκε από τη χουντική λογοκρισία, με αποτέλεσμα ο δίσκος να επανεκδοθεί με 11 τραγούδια, αν και στο εξώφυλλο εξακολούθησαν να αναγράφονται οι τίτλοι και των 12 τραγουδιών! Ο δίσκος τελικά αποκαταστάθηκε στη νεότερη έκδοση του 1985 και στις μετέπειτα ψηφιακές του επανεκδόσεις, χωρίς ωστόσο ποτέ να συμπεριληφθούν και τα άλλα δύο τραγούδια.

Τα δεκατέσσερα έξοχα ποιήματα του Νίκου Γκάτσου είναι, κατά κάποιον τρόπο, μικρά παραμύθια. Αφηγούνται σύντομες ιστορίες γεμάτες εικόνες και συναισθήματα. Ιστορίες που με την ευρεία έννοια έχουν ένα κοινό θέμα: την απώλεια – και μαζί τον αγώνα και την ελπίδα. Απώλεια του ονείρου, της ιστορίας, του αγαπημένου προσώπου, της θαλπωρής, της ζωής της ίδιας. Τρεις κοπέλες απ’ τη Θήβα χτίσαν καλύβα ερημική, αλλά χάσαν τα κλειδιά της· Ναυαγός στη Μύκονο ο Ροβινσώνας αγναντεύει μονάχος το πέλαγο· Ο Ιρλανδός κι ο Ιουδαίος, μετά από μακρύ ταξίδι, αντί για γάμο συνάντησαν το θάνατο· Τα καλοτάξιδα πουλιά πετούν γιατί δεν τα χωράει κανένας τόπος· Ο Ορέστης γύρισε στις Μυκήνες χωρίς να βρει αυτό που ζητούσε και πέταξε κι αυτός· Η αγάπη είναι άπιαστη, σαν αερικό· Το σκοτεινό παράθυρο κρατάει τα μυστικά του· Η Ελλάδα καπετάνισσα παρακαλεί τον προστάτη άγιο για ήσυχες θάλασσες· Ο χαμένος αγαπημένος παρομοιάζεται με Χριστό· Οι ευγενικοί ήρωες γίνονται αγάλματα σιωπηλά· Ο ληστής μετανιωμένος ζητάει απ’ τη μανούλα του συχώρεση· Οι νυχτερινές ειδήσεις διηγούνται την Αποκάλυψη· Ο Τζώνης ο μπόγιας καμαρώνει για σφαγέας, ελπίζοντας έτσι να του δώσουν σημασία· και τέλος, το Lamento ανακεφαλαιώνει το έργο, όπως γινόταν στις παλιές σουίτες που αφηγούνταν μάχες και αντί για θρίαμβο τελειώνουν με το θρήνο των πολεμιστών και το πένθος για τους χαμένους συντρόφους.

Ο δίσκος αυτός ανέδειξε έναν καινούργιο τραγουδιστή, τον Γιώργο Ρωμανό (πραγματικό όνομα: Γιώργος Γκουζούλης), με τον οποίο ο συνθέτης είχε ήδη συνεργαστεί και στο soundtrack της ταινίας “America America” (1963) και ο οποίος θα έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα παρουσία για τα επόμενα 5-6 χρόνια, είτε με νέες συνεργασίες με τον Χατζιδάκι (“Καπετάν Μιχάλης”), είτε με δικές του πολύ ιδιαίτερες, αλλά πολύ ενδιαφέρουσες συνθέσεις, ενώ στη συνέχεια θα χαθεί ουσιαστικά από το προσκήνιο, αν και θα επανεμφανίζεται διακριτικά κατά καιρούς με κάποιες νεότερες δουλειές του.

Σε συνέντευξή του (στο LIFO, 22.10.2014) μιλάει για ζωή του,την είσοδό του στο χώρο της μουσικής και τη συνεργασία του με το Μάνο Χατζιδάκι (αποσπάσματα).
«Γεννήθηκα στην Αθήνα (στις 16 Μάη του 1947) στην οδό Ασκληπιού και έζησα με την οικογένειά μου στο κομμάτι της Ιπποκράτους που είναι μεταξύ Ακαδημίας και Πανεπιστημίου. Από την Ιπποκράτους περνούσε το τραμ, ήταν η Νομική Σχολή και πολλά βιβλιοπωλεία. Ένα από τα πρώτα πράγματα που θυμάμαι είναι το θέατρο Ακροπόλ – από το πίσω μέρος του διαμερίσματός μας έβλεπα τις θρυλικές επιθεωρήσεις με τα ξαδέρφια μου. Θυμάμαι την τρομερή ορχήστρα του Μουζάκη αλλά και όλους τους μεγάλους ηθοποιούς: τον Αυλωνίτη, τη Ρένα Ντορ, τη Βασιλειάδου, τον Ρίζο και τον Τζίμη Μακούλη να κατεβαίνει τραγουδώντας πάνω σε ένα χάρτινο φεγγάρι»…….
«Η αδερφή της μητέρας μου ζούσε και εργαζόταν στην Αμερική και έφερνε απίστευτους δίσκους, που ήταν πολύ δύσκολο να τους βρεις. Κι έτσι μεγάλωσα με μουσική από τις πολύ μεγάλες μπάντες τζαζ ή κλασική μουσική ή μιούζικαλ, χωρίς να έχω επίγνωση περί τίνος επρόκειτο. Άκουγα, επίσης, δημοτική, νησιώτικη, ηπειρώτικη μουσική και τα θαυμάσια ελαφρά τραγούδια της εποχής. Η άλλη αδερφή της μητέρας μου έπαιζε πιάνο και την άκουγα να μελετάει. Ο υπόκωφος ήχος του πιάνου, που γινόταν μερικές φορές κρυστάλλινος, και η επανάληψη των θεμάτων με είχαν συναρπάσει. Και μετά μπορούσα να παίξω κι εγώ πάνω στα πλήκτρα αυτό που μου άρεσε, να νιώθω αυτό τον ήχο»…….
«Άρχισα να γράφω δικά μου κομμάτια μόλις έμαθα να παίζω κιθάρα. Είχα έναν φίλο που ήταν τρία χρόνια πιο μεγάλος από μένα, είχε πολύ ταλέντο και μπορούσε να παίζει ό,τι του άρεσε από τα τραγούδια της εποχής. Κάποια μέρα του ζήτησα να μου δείξει πώς αλλάζουν οι αρμονίες στην κιθάρα. Κι επειδή είχα καλό αυτί, άρχισα να παίζω αρκετά γρήγορα. Κι έτσι, όταν ξεκίνησα να κάνω στα 13 μουσική με τον Στέφανο Βασιλειάδη, μου ήταν πολύ εύκολο να παίζω αυτά που με ενδιέφεραν. Τότε ακριβώς, μέσω της χορωδίας, γνώρισα τον Μάνο Χατζιδάκι. Διάλεξε εμένα και τον Βασίλη Ριζιώτη για να τραγουδήσουμε στους τίτλους του Αμέρικα Αμέρικα το «Αστέρι του Βοριά». Ήμασταν 15 ετών. Και αργότερα, στα 16 μου, πάλι από σύμπτωση, έτυχε να πω στον Χατζιδάκι ότι γράφω τραγούδια, τα άκουσε, του άρεσαν κι έτσι έγινε ο πρώτος προσωπικός μου δίσκος, οι «Μπαλάντες», με τραγούδια που είχα γράψει από τότε που ήμουν 13 ετών, μέχρι και τα 16. Όταν κυκλοφόρησε ο δίσκος ήμουν 17 και μισό. Έναν χρόνο αργότερα έγινε η «Μυθολογία». Το σημαντικό σε αυτή την κατάσταση είναι ότι ο Χατζιδάκις με άφησε τελείως ελεύθερο και μου είπε κάτι πολύ σοφό – γιατί αναρωτιόμουν αν μπορούσα να τα καταφέρω: «Να είσαι ελεύθερος και να τραγουδήσεις αυτά τα τραγούδια όπως τραγουδάς τα δικά σου». Αυτό με απελευθέρωσε απολύτως και δεν αισθάνθηκα ποτέ καμία πίεση. Τότε γνώρισα και μια ομάδα πολύ σημαντικών μουσικών, τον Γεράσιμο Μηλιαρέση, που ήταν ο δάσκαλός μου στην κιθάρα αργότερα, τον Ανδρέα Ροδουσάκη, τον Δημήτρη Βράσκο… και πολλούς άλλους σημαντικούς μουσικούς. Αμέσως μετά έγινε ο «Καπετάν Μιχάλης». Ήταν μεγάλη η τύχη να τραγουδήσω τα λόγια του Καζαντζάκη σε μουσική του Χατζιδάκι. Κι αυτό σε μια ζωντανή ηχογράφηση που έγινε τότε. Δηλαδή, τα τραγούδια έβγαιναν εκείνη τη στιγμή και για τους μουσικούς και για μένα και μετά από πρόβα μισής ώρας ηχογραφούσαμε το τραγούδι! Έτυχε να γνωρίσω πολύ σημαντικούς ανθρώπους και να συνεργαστώ μαζί τους – πολύτιμη εμπειρία και μεγάλη δύναμη για το μέλλον. Έχει πολύ μεγάλη σημασία το περιβάλλον στο οποίο θα βρεθείς ορισμένες στιγμές. Το τι θα παρατηρήσεις και τι θα συμβεί πραγματικά τυχαία»……
«Κάποια στιγμή, επειδή λόγω δικτατορίας η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική και με είχαν αποκόψει από το ραδιόφωνο, σκέφτηκα ότι έπρεπε να κινηθώ και να ταξιδέψω. Έφυγα στη Γαλλία, όπου έζησα αρκετά χρόνια κι έκανα τη ζωή του μουσικού, ως συνθέτης. Ηχογράφησα έναν προσωπικό δίσκο, το «Dans le Grenier». Ήταν μια εποχή κατά την οποία πιο πολύ έφτιαξα τον εαυτό μου και τον τροπο παιξιματος μου στην κιθάρα και τη σύνθεση. Είχα μια πολύ έντονη κι ελεύθερη ζωή σε μια χώρα όπου δεν γνώριζα κανέναν, έχοντας φύγει από εδώ που ήμουν γνωστός, και ξεκίνησα κάτι τελείως καινούργιο. Μάλιστα, φτάνοντας στη Γαλλία, μου έκλεψαν όλα τα πράγματα από το αυτοκίνητο ενός φίλου και δεν είχα τίποτα! Δεν ειδοποίησα κανέναν και ξεκίνησα μια νέα ζωή πραγματικά από το μηδέν»……

Ο Μάνος Χατζιδάκις μελοποιεί με μαεστρία και αισθαντικότητα. Ευγενικές μελωδίες, πρωτότυπες αρμονίες, υψηλές εντάσεις όταν χρειάζεται, συνθέτουν ένα από κάθε άποψη αξιομνημόνευτο έργο. Οι ενορχηστρώσεις, όπως πάντα, βασίζονται στις ιδέες του συνθέτη, αλλά εμπλουτίζονται με τις πρωτοβουλίες των σπουδαίων μουσικών που ήταν και τακτικοί του συνεργάτες, και που απαρτίζουν την ορχήστρα του δίσκου. Μεταξύ αυτών οι κορυφαίοι κλασικοί κιθαριστές Δημήτρης Φάμπας και Γεράσιμος Μηλιαρέσης, στα έγχορδα ο Δημήτρης Βράσκος, στο μπάσο ο Ανδρέας Ροδουσάκης, στο κλαρίνο ο Νίκος Γκίνος. Και στη φυσαρμόνικα ο άγνωστος ακόμη τότε συνθέτης Δήμος Μούτσης, ο οποίος έτσι μπαίνοντας στην παρέα του Χατζιδάκι θα γνωριστεί με τον Νίκο Γκάτσο και μαζί του λίγο αργότερα θα γράψει τα πρώτα του τραγούδια!
πηγες: https://www.tar.gr, https://diskovolos58.blogspot.com, https://www.tar.gr, https://www.lifo.gr, www.discogs.com, https://el.wikipedia.org

ΚΑΛΗ ΑΚΡΟΑΣΗ τα χρόνια περνούν τα τραγούδια ταξιδεύουν