ΣΤΕΛΙΟΣ ΧΡΥΣΙΝΗΣ, ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΑΖΗΣ

ΤΙ ΟΜΟΡΦΗ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΟΤΑΝ ΚΛΑΙΣ
Στίχοι: Χρήστος Κολοκοτρώνης
Μουσική: Στέλιος Χρυσίνης
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Κυριαζής
β΄ φωνή: Δημήτρης Ρουμελιώτης
Μπουζούκι: Βασίλης Σπηλιόπουλος, Απόστολος Καλδάρας
Δισκογραφία:
1. Vinyl, 78ρης στην HMV AO-5149 ” Τι όμορφη που είσαι όταν κλαίς ” 1953
2. Vinyl, 78ρης στην Liberty Αμερικής ” Τι όμορφη που είσαι όταν κλαίς ” 1954
3. Vinyl, 7″, 45 RPM, Single ” Τι όμορφη που είσαι όταν κλαις / Ο Τσολιάς ” 1957

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΑΖΗΣ

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: ΜΑΡΙΚΑ ΝΙΝΟΥ

ΕΡΜΗΝΕΙΑ: ΜΑΡΙΚΑ ΝΙΝΟΥ

ΣΤΙΧΟΙ: ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

ΤΙ ΟΜΟΡΦΗ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΟΤΑΝ ΚΛΑΙΣ

Μοβόρο πάντοτε με λες
γιατί γελάω όταν κλαις,
στο λέω τι συμβαίνει,
το κλάμα σ’ ομορφαίνει.

Τι όμορφη που είσαι όταν κλαις,
το δάκρυ σαν διαμάντι αργοκυλάει.
Αγάπη μου, τι όμορφα που κλαις.
Ακομα λιγο κλαψε και σου πάει.

Ξανά σε πρόσεξα κι εχθές,
την ώρα π’ άρχισες να κλαις
και ήσουνα, βρε φως μου
η πι’ όμορφη του κόσμου.

Τι όμορφη που είσαι όταν κλαις,
το δάκρυ σαν διαμάντι αργοκυλάει.
Αγάπη μου, τι όμορφα που κλαις.
Ακομα λίγο κλάψε και σου πάει.

Μοβόρο, μη με ξαναπείς
και την αλήθεια αν θες να δείς,
κοιτάξου στον καθρέφτη,
δε θα με βγάλεις ψεύτη.

Τι όμορφη που είσαι όταν κλαις,
το δάκρυ σαν διαμάντι αργοκυλάει.
Αγάπη μου, τι όμορφα που κλαις.
Ακομα λιγο κλαψε και σου πάει.

Vinyl, 78ρης στην HMV AO-5149 ” Τι όμορφη που είσαι όταν κλαίς ” 1953

«Τι όμορφη που είσαι όταν κλαις» αλλά… «Χαμογέλασε λιγάκι»: Μπορεί το όνομά του να μη λέει και πολλά, σε μια μεγάλη μερίδα του κοινού. Αναφέρομαι στον Γιάννη Κυριαζή, που εκτός από τραγουδιστής, υπέγραψε αρκετά τραγούδια και σαν συνθέτης… Υπήρξε όμως ένας από τους πολύ σημαντικούς τραγουδιστές της τελευταίας περιόδου του ρεμπέτικου, αλλά και του λαϊκού τραγουδιού. Η πιο μεγάλη επιτυχία του Γιάννη Κυριαζή ήταν ένα κανταδορικο χασάπικο του Στέλιου Χρυσίνη σε στίχους Χρήστου Κολοκοτρώνη με τίτλο «Τι όμορφη που είσαι όταν κλαις», που ηχογραφήθηκε το 1953 σε δίσκο γραμμοφωνου His master’s voice. Δεύτερη φωνή έκανε ο Δημήτρης Ρουμελιώτης, ενώ ο δίσκος από την άλλη πλευρά είχε το ζεϊμπέκικο «Τα καζάντια μου» του Στέλιου Χρυσίνη με τους ίδιους ερμηνευτές, τον Κυριαζή δηλαδή και τον Ρουμελιώτη.
Παρόλο που το «Τι όμορφη που είσαι όταν κλαις» έγινε μεγάλη επιτυχία, δε συνέβη το ίδιο με ένα τραγούδι στο ίδιο ύφος, που μπορούσε να θεωρηθεί και ως συνεχεια του. Τίτλος του «Χαμογέλασε λιγάκι», γραμμένο από τον Γιάννη Κυριαζή στο ρυθμό του χασάπικου, με ερμηνευτές τον ίδιο και τη Δούκισσα. Το τραγούδι κυκλοφόρησε παράλληλα το 1959 σε δίσκους 78 αλλά και 45 στροφών, έχοντας στην άλλη πλευρά ένα «Καζαντζίδικο» ζεϊμπέκικο του Κυριαζή με τίτλο «Θα πεθάνω», στο οποίο τραγουδά ο ίδιος. Αν δεν απατώμαι το «Χαμογέλασε λιγάκι» δεν επανεκδόθηκε σε μεγάλο δίσκο ή cd. Ο Κυριαζής πέθανε στην Αθήνα τον Ιούνιο του 1982. Είχε γεννηθεί στην Καβάλα το 1915.

Vinyl, 78ρης στην Liberty Αμερικής ” Τι όμορφη που είσαι όταν κλαίς ” 1954

Ένα χρόνο μετά, το τραγούδι ηχογραφήθηκε στην Αμερική από τη Μαρίκα Νίνου και τον Κίμωνα Μαρκή και κυκλοφόρησε σε δίσκο 78 στροφών Liberty. To 1960 το «Τι όμορφη που είσαι όταν κλαις» επανακυκλοφόρησε σε 45άρι, έχοντας αυτή τη φορά στην άλλη όψη τον «Τσολιά», το πολύ γνωστό καλαματιανό του Βασίλη Τσιτσάνη με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και την Γεωργία Τζόυ

Vinyl, 7″, 45 RPM, Single ” Τι όμορφη που είσαι όταν κλαις / Ο Τσολιάς ” 1957



ΣΤΕΛΙΟΣ ΧΡΥΣΙΝΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΑΖΗΣ

Ιστορική φωτογραφία στην είσοδο του μπαρ «ΜΑΡΙΟΣ» στα τέλη του ‘40. Από αριστερά, καθιστοί: Η Ελπίδα (γυναίκα του Στέλιου Χρυσίνη), ο μαέστρος και ακορντεονίστας Νίκος Ρενιέρης, ο Στέλιος Χρυσίνης (με μαύρα γυαλιά, ως γνωστόν ήταν τυφλός…) και ο Δημήτρης Ρουμελιώτης δεξιά. Όρθιοι πίσω από τον Χρυσίνη, ο Μπάμπης Μπακάλης αγκαλιά με τον Μιχάλη Γενίτσαρη. Όλοι ντυμένοι στην «πένα». Οι δύο όρθιοι στο βάθος πιθανολογείται ότι είναι ο Δημήτρης Στεργίου «Μπέμπης» με το ανοιχτόχρωμο κοστούμι και ο Γιάννης Κυριαζής με το σκουρόχρωμο. Στην αριστερή πόρτα διακρίνεται η επιγραφή του μαγαζιού και στο βάθος η σκάλα που οδηγούσε στο πατάρι.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΑΖΗΣ
Γεννήθηκε στην Καβάλα το 1915 και το 1937 μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασε κλασική κιθάρα. Εκεί θα γνωριστεί με τον Βασίλη Τσιτσάνη που υπηρετούσε τότε στη Θεσσαλονίκη και θα δουλέψει μαζί του σαν κιθαρίστας και τραγουδιστής. Θα συνεργαστεί επίσης και με άλλους γνωστούς ρεμπέτες, όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης και ο Γιάννης Παπαϊωάννου, που εκείνη την εποχή ανέβαιναν συχνά στη Β. Ελλάδα για να ξεφύγουν για λίγο απ’ το «μπουζουκοκυνηγητό» που είχε εξαπολύσει στην Αθήνα ο Μεταξάς. Σιγά – σιγά, θα αφοσιωθεί στο ρεμπέτικο και θα συνεχίσει να δουλεύει στα λαϊκά πάλκα μέχρι την είσοδο των Γερμανών στη χώρα μας. Στη διάρκεια της Κατοχής, θα πάρει μέρος στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα μέσα απ’ τις γραμμές του ΕΑΜ. Μετά τα Δεκεμβριανά θα συλληφθεί και θα φυλακιστεί έως το 1946. Ο ίδιος αναφέρει μεταξύ άλλων, σε συνέντευξή του στον Τάσο Σχορέλη, το Μάρτη του 1978 («Ρεμπέτικη Ανθολογία», εκδόσεις «Πλέθρον»): «Αργότερα πήγα στρατιώτης. Μετά γνώρισα κάτι παιδιά, τα πίστεψα, τ’ αγάπησα και από τότε άλλαξε η ζωή μου. Πολέμησα τους Ιταλούς, τους Γερμανούς, τους Βούλγαρους στ’ αφιλόξενα βουνά της Μακεδονίας μας και της Ηπείρου κάτω απ’ την καθοδήγηση του ΕΑΜ. Συνέπεια, είκοσι πέντε χρόνια καταδίωξη». «Οταν αποφυλακίστηκα το 1946 μου ‘πανε: “Φύγε. Θα σε σκοτώσουνε”. Μπήκα ένα βράδυ λαθραία στο “ΚΟΡΙΝΘΙΑ” και κατέβηκα στον Πειραιά».

Στον Πειραιά, ο Κυριαζής βρέθηκε χωρίς κανένα απολύτως εφόδιο. Θα ξεκινήσει τη δουλειά σε κακόφημα μαγαζιά της Τρούμπας και σιγά – σιγά θ’ αρχίσει να ορθοποδίζει, μετακομίζοντας στου «Μάριου» και στο «Καρέ του Ασου». Το 1947 θα μπει για πρώτη φορά στη δισκογραφία σαν τραγουδιστής με δυο περίφημα τραγούδια του Απόστολου Καλδάρα: «Εβίβα ρεμπέτες» και «Η παραστρατημένη». Από τότε θα ηχογραφήσει δεκάδες τραγούδια σημαντικών λαϊκών συνθετών και από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 και δικά του τραγούδια. Ο Γιάννης Κυριαζής πληρεί όλες τις προδιαγραφές του ρεμπέτη δημιουργού. Το όνομά του βρίσκεται κάτω από αρκετά αξιόλογα τραγούδια, παρότι πολλά απ’ τα τραγούδια του έμειναν ανέκδοτα. Αυτά που ηχογράφησε τα τραγούδησαν, εκτός απ’ τον ίδιο, ο Σταύρος Τζουανάκος, ο Πρόδρομος Τσαουσάκης και άλλοι μεγάλοι τραγουδιστές. Σαν κιθαρίστας ήταν ένας απ’ τους καλύτερους που ανέβηκαν μεταπολεμικά στα λαϊκά πάλκα. Κι αυτό αποκτάει μεγαλύτερη σημασία, αν αναλογιστεί κανείς ότι το ρόλο του κιθαρίστα αναλάμβαναν κορυφαίοι μουσικοί σαν τον Κώστα Καρίπη, τον Ζαχαρία Κασιμάτη, τον Σπύρο Περιστέρη κ.ά. Οι ερμηνείες του ήταν απόλυτα προσωπικές και βαθιά συναισθηματικές. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι του εμπιστεύτηκαν τραγούδια τους πολλοί σημαντικοί συνθέτες, όπως οι Απόστολος Καλδάρας, Στέλιος Χρυσίνης, Μπάμπης Μπακάλης, Μάνος Χατζιδάκις κ.ά.
Επίσης, για μια τουλάχιστον δεκαετία, ήταν από τα βασικά σιγόντα στις ηχογραφήσεις δίσκων (μαζί με τους Δημήτρη Ρουμελιώτη και Αντώνη Κλειδωνιάρη) και συχνά συνόδευσε μεγάλες γυναικείες φωνές, όπως οι Στέλλα Χασκίλ, Γιώτα Λύδια, Καίτη Γκρέυ, Πόλυ Πάνου κ.ά. Σίγουρα ο Κυριαζής είναι ένας απ’ τους αδικημένους του λαϊκού μας τραγουδιού, όπως, άλλωστε, συνέβη με τους περισσότερους από αυτό το χώρο. Εκτός, όμως, από αφανής εργάτης – μουσικός, ήταν και άνθρωπος με συγκροτημένη σκέψη, με ξεκάθαρη άποψη και για την κοινωνία και για το χώρο του. Ήταν απ’ τους πρώτους που αντιτάχτηκαν σε «θεωρίες» που βλέπουν το ρεμπέτικο σαν αποκλειστική έκφραση του «περιθωρίου» και του «λούμπεν προλεταριάτου».
Στην ίδια συνέντευξη σημείωνε: «Μας λένε ότι το “Αν είσαι μάνα και πονείς, έλα στ’ Ανάπλι να με δεις” είναι χασικλίδικο, είναι του υποκόσμου κλπ. Γιατί, δηλαδή, πρέπει να το ‘πε ένας φονιάς, ένας ληστής και να μην το ‘πε ο Κολοκοτρώνης; Υπάρχει πιο τραγικός στίχος και πιο μεγαλειώδης; Οποιος κι αν τον έγραψε. Είναι ο πόνος του φυλακισμένου που πέρασε από τ’ Ανάπλι, από το κάθε Ανάπλι της χώρας. Δύναμη του λαϊκού τραγουδιού είναι ότι αντλείται από το λαό και σ’ αυτόν επιστρέφει».
Ο Γιάννης Κυριαζής έμεινε γνωστός για τον ασυμβίβαστο χαρακτήρα του. Ολη του τη ζωή έμεινε αταλάντευτος, πιστός στα ιδανικά του. Αυτή η στάση του, όπως ήταν φυσικό, έπαιξε αρνητικό ρόλο στην καλλιτεχνική του καριέρα και συχνά οι πόρτες των μαγαζιών και των εταιριών ήταν γι’ αυτόν κλειστές. Τα έλεγε έξω από τα δόντια: «Εχω σαράντα χρόνια θητεία στο λαϊκό τραγούδι. Δεν έχω μία. Κι όμως, υπάρχουν κάτω του μετρίου καλλιτεχνάκια με σαράντα μήνες θητεία που βρίσκονται στα ύψη με μισθό παραμυθένιο. Με ρώτησε κάποιος, μήπως τα σκόρπαγα τότε που τα ‘παιρνα; Οχι. Δεν τα σκόρπαγα, γιατί ποτέ δεν τα πήρα χοντρά. Ούτε εταιρία ήμουνα, ούτε αφεντικό. Έτσι δεν μπόρεσα να πάρω ποτέ πέντε πήχες χώμα, να πω πως θα πάω εκεί να περάσω τα τελευταία χρόνια μου. Γιατί δεν τα κατάφερα θα στο πω παρακάτω». Οι κακουχίες που πέρασε, αλλά και οι καταχρήσεις που έκανε είχαν σαν αποτέλεσμα να ταλαιπωρηθεί πολλά χρόνια με την υγεία του (ήταν φυματικός). Έφυγε από τη ζωή τον Ιούνιο του 1982. Όσοι τον γνώριζαν, θα τον θυμούνται σαν έναν ευαίσθητο και αυθόρμητο άνθρωπο, έναν ασυμβίβαστο αγωνιστή, ένα παλικάρι. Τα λόγια και οι πράξεις του το αποδείκνυαν: «Για ν’ ανέβεις ψηλά πρέπει να περάσεις πολλές πόρτες χαμηλές και στενές και να σκύβεις. Εγώ πάντως κατάπια ένα σπαθί ατσάλινο που έφτανε ως το λαιμό και δε με άφησε να σκύψω και να περάσω τα πορτάκια της υποταγής και του συμβιβασμού».

ΣΤΕΛΙΟΣ ΧΡΥΣΙΝΗΣ: Βιογραφία
Ο κορυφαίος μαέστρος και δάσκαλος του λαϊκού τραγουδιού (του Κώστα Μπαλαχούτη)
Αρκετές είναι οι περιπτώσεις καλλιτεχνών, όπου κάποια φυσική ατέλειά τους τους, στάθηκε αφορμή και αιτία, να κερδίσουν την συμπάθεια του κοινού και να διαγράψουν λαμπρή πορεία, χωρίς να παραγνωρίζουμε το ταλέντο και τις ικανότητές τους. Η Μαριάννα Χατζοπούλου μεσουράνησε στα τέλη του ’50 και στις αρχές του ’60 ως «τυφλό αηδόνι» ενώ ο Σπύρος Ζαγοραίος, εδώ και δεκαετίες, έχει για σήμα κατατεθέν του το ψεύτικο-συμπληρωματικό χέρι που δίνει άλλη διάσταση στα «μάγκικα» και «αλέγκρα» τραγούδια του. Ο ίδιος έκανε σουξέ με τη σύνθεσή του Είμαι ανάπηρος και έχω ανάγκη απ’ την αγάπη σου. Ελάχιστες όμως είναι οι φορές όπου ένας δημιουργός και μαέστρος ξεπερνά τα εμπόδια της φύσης και σηματοδοτεί σαν φάρος φωτεινός τις εξελίξεις στο αντικείμενό του, ανακαλύπτοντας νέα ταλέντα και δίνοντάς τους βήμα να εκφραστούν και παράλληλα «συμμαζεύοντας» και βελτιώνοντας τις καταθέσεις των ομοτεχνων του. Ακόμη και σε διεθνές επίπεδο, οι Ray Charles, Stevie Wonder, Sammy Davis Jr., Andrea Bocelli, που λειτουργούν -ειδικά οι δύο πρώτοι- σαν συνθέτες και στιχουργοί, ήταν και είναι πάνω απ’ όλα ερμηνευτές των πονημάτων τους ενώ ο Μπαγιαντέρας πρώτα καθιερώθηκε ως μουσικοσυνθέτης και στη συνέχεια στερήθηκε την όρασή του.
Εδώ ακριβώς έγκειται και η πρωτοτυπία και πρωτοπορία του Στέλιου Χρυσίνη, που αν και έχασε το φως του από τα πρώτες μόλις στιγμές του στη ζωή κατάφερε για μεγάλο διάστημα, μέχρι και τον πρόωρο θάνατό του, να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο «δασκάλου» στη δισκογραφία και γενικότερα στο λαϊκό μας τραγούδι.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ
Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1916. Ήταν το τέταρτο παιδί -μετά την Μαρία, τον Βασίλη και τον Παναγιώτη, μιας μεσοαστικής οικογένειας. Οι γονείς του, αρβανίτικης καταγωγής, είχαν μεταναστεύσει από το Κρανίδι Αργολίδας στο μεγάλο λιμάνι. Ο Στέλιος και ο αδελφός του Παναγιώτης-που ήταν μεγαλύτερος του κατά έξι χρόνια- θα χάσουν το φως τους σε μικρή ηλικία. Παρ’ όλα αυτά θα αρχίσουν από παιδιά μαθήματα μουσικής όπου και θα επιδείξουν ξεχωριστή κλίση. Διδάχτηκαν βιολί, πιάνο, κιθάρα, λαούτο, μαντόλα, μαντολίνο που τους εξασφάλισαν το εύκολο πέρασμα στους μπουζουκομπαγλαμάδες. Στις αρχές του ΄30 συνοδεύουν, παίζοντας ζωντανά στους κινηματογράφους, τις προβολές των βουβών ταινιών. Ξεχωρίζουν για την ικανότητά τους να αναπαράγουν με πιστότητα, σαν «μαγνητόφωνα», την μουσική και τα τραγούδια από διάφορες παραστάσεις, επιθεωρήσεις, οπερέτες και γίνονται γνωστοί στο κύκλο των μουσικών. Είναι ενδεικτικά τα λόγια του μουσικοσυνθέτη Λευτέρη Γουναρόπουλου: << Τον Χρυσίνη τον πρωτάκουσα στο μπαράκι του Βρυώνη στον Πειραιά το 1932 ή 33. Ήμουν παιδί. Μέσα, πίσω από ένα σιδερένιο στρογγυλό τραπεζάκι, αυτός έπαιζε μπουζούκι και ο Παναγιώτης, ο αδελφός του κιθάρα, κι απ έξω ουρά για να τον ακούσουν. Ουρά σου λέω. Ο Στέλιος ήταν μεγαλοφυής. Έγραψε πράγματα που δεν μπορείς να τα πιάσεις. Κάποια μέρα θα του βγάλουν όλοι το καπέλο. Για μένα ήταν απ’ τους καλύτερους>>.

Δεύτερος από αριστερά Στέλιος Χρυσίνης με το μπουζούκι, δίπλα του η Άννα Χρυσάφη και ο Πρόδρομος Τσαουσάκης το 1950.

Το 1934 μπαίνει στην δισκογραφία με το τραγούδι με το “Χτες στο βράδυ στον τεκέ μας” (Columbia DG 21224), με ερμηνευτή τον Στελλάκη Περπινιάδη. Ένα από τα πιο περίτεχνα χασικλίδικα που γνώρισε απανωτές επανεκτελέσεις και ακόμα και σήμερα παίζεται στα πάλκα. Ακροβατώντας ανάμεσα στο πειραιώτικο ρεμπέτικο και το σμυρνέικο ιδίωμα, ο 19άχρονος δημιουργός καταθέτει την επόμενη χρονιά το εκπληκτικό Αργιλέ μου γιατί σβήνεις με την Γεωργία Μυττάκη, την «τρανή» του δημοτικού που έκανε μερικά χαρακτηριστικά περάσματα στο λαϊκό τραγούδι. Θα ακολουθήσουν συμπράξεις με τον περίφημο βιολίστα Δημήτρη Σέμση ή Σαλονικιό και τον Παναγιώτη Τούντα. Συνθέσεις του ερμηνεύουν οι Ρίτα Αμπατζή, Στέλιος Κερομύτης, Γιώργος Κάβουρας. Ήδη από τα προπολεμικά χρόνια συνεργάζεται με όλες τις δισκογραφικές εταιρείες ενώ έχει εξελιχθεί σε ανιχνευτή ταλέντων. Την περίοδο της Κατοχής θα δουλέψει σε ταβέρνες σε συνοικίες της πρωτεύουσας αλλά και σε στέκια στα Μεσόγεια. Με μοναδική άνεση προσαρμόζεται στις απαιτήσεις και ανάγκες της πελατείας τους. Κατέχει καλά τα μυστικά του ευρωπαϊκού, μικρασιατικού, δημοτικού και ρεμπέτικου τραγουδιού που άλλοτε παντρεύει ενώ άλλοτε περνάει με ευκολία απ’ το ένα είδος στο άλλο.

Απο αριστερα: Γιάννης Κυριαζής, Στέλιος Χρυσίνης, Πινόκιο (στο πιάνο), Πάνος Γαβαλάς, Νίκος Μεϊμάρης.

ΜΕΓΑΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ
Μετά την απελευθέρωση ο Χρυσίνης γίνεται βοηθός, στο πλευρό του Σέμση που ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής στην His Master’s Voice. Παράλληλα δίνει δυναμικό παρών στους δίσκους με την Ιωάννα Γεωργακοπούλου, το Στελλάκη,  την Νταίζη Σταυροπούλου, με την Σωτηρία Μπέλλου κ.ά.  στα κέντρα (στου «Φιλτικάκη» και στο «Ναυαρίνο» στο Πασαλιμάνι -πρόκειται για καφενεία και ζαχαροπλαστεία που ορισμένες μέρες την εβδομάδα, κατά την συνήθεια αλλά και τις ανάγκες της εποχής, μετατρέπονταν σε μπουζουκάδικα- με τους Απόστολο Χατζηχρήστο, Γιάννη Σταμούλη η Μπιρ Αλλάχ και Γουναρόπουλο. Το σπίτι του, στην οδό Αριστομένους 35 στα Σεπόλια, μετατρέπεται σε εκκολαπτήριο νέων καλλιτεχνών. Μια ολόκληρη γενιά τραγουδιστών θα αναδειχθεί υπό την συνθετική του σκέπη: Ρένα Στάμου, Σούλα Πασαλάρη, Γιάννης Τζιβάνης, Γιάννης Κουλουκάκης, Μαρία Γρίλλη, Δούκισσα, Άντζελα Γκρέκα, Ποσειδών, Βιολέττα, Ελένη Κώτσογλου κ.ά. Συνυπογράφει συχνά δημιουργίες με τον Στελλάκη και τον Σταύρο Παντελίδη.

Λευτέρης Γουναρόπουλος, Βιολέττα, Στέλιος Χρυσίνης και Θόδωρος Δερβενιώτης (Κερατιά 1952).

Γράφει και ο ίδιος στίχους αλλά συνεργάζεται με τους ανερχόμενους τότε Χρήστο Κολοκοτρώνη, Κώστα Ζήτη, Δημήτρης Γκούτη, Νίκο Μουρκάκο και κυρίως με τον πολυγραφότατο Χαράλαμπο Βασιλειάδη ή Τσάντα. Τα λόγια του Κώστα Βίρβου, σε συζήτηση που είχα μαζί του, είναι χαρακτηριστικά της στενής σχέσης που υπήρχε μεταξύ τους: <<Ο Χρυσίνης ήταν πρώτα άριστος ενορχηστρωτής και μετά καλός συνθέτης. Λίγο πριν και μετά το ΄50 έλυνε και έδενε στις εταιρείες. Ήταν κολλητός του Τσάντα. Οι δυο τους είχαν μεγάλη δύναμη και μπορούσαν να επιβάλλουν τραγούδια και πρόσωπα στη δισκογραφία >>. Στις αρχές του ’50, μετά τον θάνατο του Σέμση, αναλαμβάνει την καλλιτεχνική διεύθυνση στις His Master’s Voice και Columbia. Μαζί με τους Μητσάκη, Μπακάλη, Κλουβάτο, Δερβενιώτη αλλά και τους καθιερωμένους Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου, Χατζηχρήστο ηχογραφούν συνθέσεις που αντικατοπτρίζουν την σκληρή μετεμφυλιακή πραγματικότητα, το ζοφερό κλίμα και την ατμόσφαιρα της εποχής, χωρίς να παραλείπουν να καταθέτουν αισιόδοξα και εξωστρεφή άσματα. Από τα χέρια του Χρυσίνη περνάει όλο το λαϊκό τραγούδι της εποχής. Ο Θόδωρος Δερβενιώτης είναι διαφωτιστικός: << Ήταν ένας απ’ τους καλύτερους μαέστρους. Διέθετε εξαιρετικό αυτί και σαν κιθαρίστας ήταν μοναδικός. Στο σπίτι μαζεύονταν όλοι οι δημιουργοί για να ακούσει τα τραγούδια τους και να τα εγκρίνει. Πολλές φορές, αναγκαζόταν να διορθώνει φράσεις, να προσθέτει εισαγωγές και αρμονίες, βελτιωνοντας τα. Πολλά αριστουργήματα που ακούμε ακόμα και σήμερα δεν θα είχαν αυτή την τύχη δίχως την παρέμβασή του. Θα τολμήσω να πω ότι αυτά που «συμμάζευε» ήταν συχνά καλύτερα κι από τα δικά του τραγούδια. Ορισμένοι εκμεταλλεύονταν την αναπηρία του, και του έδιναν λειψά θέματα που εμμέσως τον ανάγκαζαν να μεταμορφώνει σε ολοκληρωμένα τραγούδια>>. Την περίοδο 1950-1953 ο Πρόδρομος Τσαουσάκης, στι μεγάλες δόξες του, ερμηνεύει με επιτυχία μια σειρά από δυνατά τραγούδια που φέρουν την υπογραφή και την τέχνη του Χρυσίνη: ΄Ηθελα να ‘μουνα πασάς, Ψεύτικος κόσμος, Παιδί μου πάλι θα πας στα ξένα, Η ορφάνια κ.ά. Παράλληλα, στο ίδιο διάστημα η Ρένα Στάμου, Νίκος Καλλέργης και Τσιτσάνης αποδίδουν το συγκλονιστικό Απόψε μ’ εγκατέλειψες ενώ οι Γιάννης Κυριαζής και Δημήτρης Ρουμελιώτης ηχογραφούν το Τι όμορφη που είσαι όταν κλαις, ένα από τα πιο πολυακουσμενα τραγούδια του Χρυσίνη σε στίχους Κολοκοτρώνη με τους Βασίλη Σπηλιόπουλο και Απόστολο Καλδάρα στα μπουζούκια.

Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗ
O Στέλιος Καζαντζίδης με δηλώσεις και συνεντεύξεις του, πάντα, αναγνώριζε τον καθοριστικό ρόλο «δασκάλου» που έπαιξε ο Χρυσίνης στην πορεία του: << Ο άνθρωπος που με βοήθησε πολύ και με στήριξε στα πρώτα μου χρόνια ήταν ο συνθέτης και μαέστρος Στέλιος Χρυσίνης. Σε αυτόν με πήγε ο Μπάμπης ο Βασιλειάδης που ήταν μεγάλος στιχουργός και με είχε ακούσει στα ταβερνάκια που εμφανιζόμουνα. Τα υπόλοιπα που λένε διάφοροι είναι ψέμματα. Ο Χρυσίνης μου έμαθε τα μυστικά του τραγουδιού. Εκείνος με δίδαξε πως και πότε να παίρνω τις σωστές αναπνοές και γενικά πως να εκμεταλλευτώ το λαρύγγι μου ώστε να αποδώσω με τον καλύτερο τρόπο το τραγούδι. Ο Χρυσίνης ήταν πολύ ωραίος άνθρωπος, ευγενικός και θεοσεβούμενος. ΄Ηταν τυφλός. Είχε όμως μεγάλες γνώσεις γύρω από την μουσική και το τραγούδι και με συμβούλεψε σωστά. Μου έκανε πρόβες άλλου επιπέδου… για δίσκο… Του χρωστάω πάρα πολλά. Αυτός με δίδαξε την τέχνη του τραγουδιού. Βέβαια αρχικά με προόριζε για ρεμπέτικο τραγούδι… Μετά όμως κατάλαβε το είδος της φωνής που κατά κάποιον τρόπο έγινε “σχολή” ώστε να ανασκουμπωθούν οι συνθέτες και οι στιχουργοί και να γράψουν κοινωνικά λαϊκά, πονεμένα τραγούδια. Ο Χρυσίνης, εκτός από συνθέτης, σε πολλές ηχογραφήσεις μου συμμετείχε σαν μαέστρος και σαν μουσικός>>

Στη φωτογραφία του εξωφύλλου του δίσκου στη δεύτερη σειρά δεξιά του Χρυσίνη ο Στέλιος Καζαντζίδης με την κιθάρα, στα πρώτα του βηματα.

Την συμβολή του Χρυσίνη στην καθιέρωση του Καζαντζίδη επιβεβαιώνουν και άλλοι πρωταγωνιστές της λαϊκής μουσικής. Ο Γιώργος Ζαμπέτας στην αυτοβιογραφία του { “Βίος και Πολιτεία – Και η βρόχα έπιπτε στρέιτ θρού”, επιμέλεια Ιωάννα Κλειάσιου, εκδόσεις Ντέφι } επισημαίνει: << Στο μπαράκι {το γνωστό στέκι των μουσικών, στην Ίωνος} έβλεπα που έφερνε τον Καζαντζίδη ο Στέλιος ο Χρυσίνης. Εκεί ερχόντουσαν και διάφοροι που λέγανε ότι τραγουδάνε και τους κάνανε μια προβίτσα κι αν ήτανε καλοί, τους πηγαίνανε στην εταιρία για ακρόαση… Αόμματος ήταν ο Στέλιος Χρυσίνης που έπαιζε κιθάρα κι είχε κι έναν αδελφό κι αυτόν αόμματο πού ΄παιζε μπαγλαμά, τον Παναγιώτη. Το γέρο όμως τον ακούγανε πολύ τις εταιρείες, έλυνε κι έδενε τότε, εισακούγετο πολύ. Τότε ήταν πενηνταπενταρης, εξηντάρης… Του Χρυσίνη του είχε κολλήσει ο Καζαντζίδης, για να τον βάλει σε εταιρία και όλο μαζί τους έβλεπες στο μπαράκι. Ο Χρυσίνης λέγανε ότι ήτανε πολύ δύστροπος. Πράγματι, πάντα επιδίωκε να κάνει το δικό του, ήθελε να είχε τη διεύθυνση σ’ όλων τα τραγούδια και να γράφεται το όνομά του στον δίσκο. Πάρα πολλοί δίσκοι τότε δεν γράφουνε ποιανού είναι το τραγούδι, αλλά γράφουν διεύθυνση Στέλιος Χρυσίνης. Όμως, διάφοροι που κάνανε κάποιο όνομα, είχαν κόντρα με το γέρο, δεν τον θέλανε. Σιγά- σιγά έβαζε το όνομά του μόνο στους καινούργιους. ΄Ητανε κάτι περισσότερο από υπάλληλος στην εταιρεία, διευθυντικό στέλεχος κανονικό. Αλλά κι η εταιρία τον φρόντιζε, πρότεινε πάντα για κιθάρα τον Χρυσίνη. Ο Χρυσίνης ήτανε απ’ το ξημέρωμα στην Columbia, απ’ τις 8 το πρωί, κρεβάτι είχε εκεί…. Έτσι το 1952 ηχογραφώ το πρώτο μου τραγούδι στην Columbia, τότε που ανέβαινε κι ο Καζαντζίδης, αλλά δεν μου τον δώσανε, μου δώσανε τον Τσαουσάκη. Το Σαν σήμερα, σαν σήμερα σε στίχους του Χαράλαμπου του Βασιλειάδη. Οικτρά αποτυχία! Δεν είχα εγώ τη διεύθυνση της ορχήστρας, ο δίσκος έγραφε διεύθυνση Στέλιος Χρυσίνης>>. Αλλά και ο Κώστας Βίρβος στο πόνημά του, “Μια ζωή τραγούδια – Αυτοβιογραφία”, (εκδόσεις Ντέφι} τονίζει:<< Ο Στέλιος Καζαντζίδης πρωτοεμφανίστηκε στα τέλη του ΄52. Είχε μάθει ότι μέσω του Χρυσίνη μπορούσε να μπει στις εταιρίες κι είχε προσκολληθεί σ’ αυτόν. Τώρα αυτά που λένε οι άλλοι, ότι εγώ τον πήγα, τον έφερα, τον έκανα, μπορεί να βοήθησαν στο να τον γνωρίσουν, όμως μέσω του Χρυσίνη πρωτοτραγούδησε >>. Ο Καζαντζίδης ερμήνευσε πολλές συνθέσεις του δασκάλου του, ορισμένες εκ των οποίων έμειναν κλασικές.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΟΥΞΕ
Λίγο μετά τα μισά του ’50 ο ρόλος και η επιρροή του Χρυσίνη σταδιακά ελαττώνονται. Εξακολουθεί να συμμετέχει ως κιθαρίστας σε πλήθος ηχογραφήσεων και να κάνει δυνατά σουξέ, όπως Κάτσε στον καναπέ μου με την Καίτη Γκρέυ σε στίχους Τσάντα, Τα χρόνια δεν έχουν καμιά σημασία με τον Πάνο Γαβαλά σε στίχους Σπύρου Κεφαλόπουλου αλλά ουσιαστικά τίθεται εκτός του κύκλου των μεγάλων εταιρειών. Ο λόγος στον Δερβενιώτη: << Ο Μηλιόπουλος μου πρότεινε την θέση του μαέστρου στην Columbia. Δεν δέχτηκα γιατί θα εκτειθόμουν στον κύκλο μας αν έπαιρνα την θέση ενός τυφλού ανθρώπου, κάτι που δεν θεωρούσα σωστό κι απ’ την ανθρώπινη πλευρά του ζητήματος. Βλέποντας όμως την αποφασιστικότητά του και την επιμονή του, πρότεινα να συνυπάρχουμε μαζί με τον Χρυσίνη στο ίδιο πόστο. Η απάντησή του ήταν, κάνε ότι θες, ο μισθός είναι αυτός που είπαμε, ούτε δεκάρα παραπάνω, αν θέλεις να τον μοιράζεσαι δικό σου θέμα αλλά εγώ θα έχω να κάνω μαζί σου και το δικό σου κεφάλι θα πάρω αν κάτι δεν πάει καλά. Δεν τον ήθελαν πια τον Χρυσίνη, δεν τους έκανε. Μετά από κάμποσο καιρό χώρισαν οι δρόμοι μας, κι εγώ ανέλαβα πλέον μόνος μου την θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή>>. Ο Χρυσίνης καταφεύγει σε μικρότερες εταιρείες, στην RCA Victor του Ορφανίδη, στην Astron του Αλεξάκη, στη Fidelity του Πατσιφά, στην Βεντέτα του Πελαγίδη κ.ά. Εκεί η Πόλυ Πάνου θα τραγουδήσει το Αλήτη κι αν σε λένε σε στίχους Λάκη Τσώλη, ο οποίος θα χαρακτηρίσει τον Χρυσίνη ως μουσική μεγαλοφυΐα. Ανάλογα έχουν κατά καιρούς εκφραστεί για το ταλέντο του και η Καίτη Γκρέυ, Γιώτα Λύδια κ.ά. Συνεχίζει να αναδεικνύει νέα ταλέντα. Έχει μετακομίσει στο Μιχαήλ Βόδα 115, κι απ’ το σπίτι του παρελαύνουν για ακροάσεις ερμηνευτές και δημιουργοί: Στράτος Κύπριος, Σοφία Σιδέρη, Ρίτα Σακελαρίου, Βούλα Πάλλα, Κώστας Καρουσάκης, Γιώργος Ταλιούρης κ.ά. Ο τελευταίος που έκανε το ντεμπούτο στη δισκογραφία στις αρχές του ΄60, με συνθέσεις του Χρυσίνη, μου είπε για τον «δάσκαλό του:<< Ήταν σπουδαίος μουσικός. Κατείχε δέκα όργανα. Όταν έπαιζε κιθάρα νόμιζες ότι άκουγες ολόκληρη ορχήστρα. Για αρκετό διάστημα μέναμε στο ίδιο σπίτι. Όπως συνέβη και με τον Καζαντζίδη στο ξεκίνημά του. Μου δίδαξε την τέχνη του τραγουδιού, τις αναπνοές, τους λαρυγγισμούς. Γλυκός άνθρωπος. Τον είχα σαν πατέρα μου. Του άρεσε να πηγαίνει στα ταβερνάκια, ιδιαίτερα τα παραθαλάσσια, να τρώει το ψαράκι του και να ακούει το κύμα. Ήταν πολύ θρήσκος. Προτού πιει το κρασάκι του, άδειαζε πρώτα ένα ποτήρι κάτω στο πάτωμα, κι έλεγε μια προσευχή. Κάθε Πάσχα τον συνόδευα σε τρεις επιταφιους. Στον Κορυδαλλό, στον Άγιο Παντελεήμονα και στο Μοναστηράκι. Όταν το ’66 κάναμε το Στολίδι είσαι μόνη σου σε στίχους του Κεφαλόπουλου χάλασε ο κόσμος. Ακόμα και σήμερα όπου το τραγουδήσω γίνεται χαμός! Είχαμε δουλέψει μαζί και στη Λουζιτάνια, στο Αιγάλεω. Έφυγε ξαφνικά. Με ειδοποίησαν και έτρεξα αμέσως στον Ευαγγελισμό. Πρόλαβα να τον δω και λίγο αργότερα έσβησε οριστικά. Ήμουν ένας από τους λιγοστούς καλλιτέχνες που τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία>>.

Ο Στέλιος Χρυσίνης έφυγε απ’ τη ζωή 14 Φεβρουαρίου του 1970, από «ρήξη ήπατος», λόγω της παχυσαρκίας αλλά και της οινοποσίας που έδιναν «λύση» στην ανασφάλειά και τη μελαγχολία που τον είχαν οδηγήσει η περιθωριοποίησή του από την δισκογραφία και ενδεχομένως η αναπηρία του. Ο χαμός του δεν συγκίνησε τα ΜΜΕ, πέρασε απαρατήρητος και ασχολίαστος. Λέγεται ότι στην κηδεία του στο Τρίτο Νεκροταφείο, ο Γιάννης Παπαϊωάννου έδιωξε κακήν κακώς εκπροσώπους της Columbia που πήγαν να «συμπαρασταθούν» στην ύστατη ώρα. Εδώ και δεκαετίες, στην αγορά δεν κυκλοφορούσε ούτε ένας δίσκος πορτραίτο με τις επιτυχίες του ενώ λήθη και σιωπή περιέβαλλαν το έργο και την προσωπικότητά του. Η αδιαφορία και άγνοια των δεδομένων και της ιστορίας του λαϊκού τραγουδιού σε όλο της το μεγαλείο. Ευτυχώς, λύσεις έδωσε το Αρχείο Ελληνικής Δισκογραφίας, όπου με πρωτοβουλία του Παναγιώτη Κουνάδη βγήκαν τρεις συλλογές με 46 συνθέσεις του και βιογραφικά στοιχεία.ΠΗΓΕΣ:  https://users.sch.gr, https://baglamas.gr  www.discogs.com, https://stixoi.info, www.rizospastis.gr, https:/ vmrebetiko.gr, www.ogdoo.gr,

Από αριστερά: Ο στιχουργός Κώστας Βίρβος, ο Αντώνης Βενιέρης (μπουζούκι), ο μαέστρος Στέλιος Χρυσίνης (κιθάρα), ο λαϊκός μουσικός Φώτης Χαλουλάκος (μπουζούκι), ένας φίλος τους και ο στιχουργός Χρήστος Κολοκοτρώνης.

ΚΑΛΗ ΑΚΡΟΑΣΗ τα χρόνια περνούν τα τραγούδια ταξιδεύουν