ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ: CHRISTOPHER C. KING
Zωγραφιά, εμπνευσμένη από μια φωτογραφία παλαιού ηπειρώτικου πανηγυριού με την ορχήστρα του Λάζαρου Ρούντα, στη Βίτσα, στο Ζαγόρι, περί το 1930, έργο του περίφημου Robert Crumb.
ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ Οδοιπορικό στην αρχαιότερη ζωντανή δημώδη μουσική της Ευρώπης Τίτλος πρωτοτύπου: Lament from Epirus: An Odyssey into Europe’s Oldest Surviving Folk Music
Μετάφραση: Αριστείδης Μαλλιαρός. Επιμέλεια: Θάνος Σαμαρτζής. Θεώρηση: Νίκος Κουμπιάς. Διορθώσεις: Δημήτρης Ραπτάκης, Μαριλένα Καραμολέγκου & Μιχάλης Σαμαρτζής.

Ζωγραφική εξωφύλλου: Robert Crumb, Η ηπειρώτικη κομπανία του Λάζαρου Ρούντα στη Βίτσα, περ. 1930.
Α΄ έκδοση: Νοέμβριος 2018
Β΄ συλλεκτική έκδοση: Δεκέμβριος 2021
Γ΄ έκδοση: Σεπτέμβριος 2022
Δ’ έκδοση: Δεκέμβριος 2025
Ταξιδιωτικό χρονογράφημα, μουσικολογική μελέτη, ιστορικό δοκίμιο, φιλοσοφικός στοχασμός. Το βιβλίο του Κρίστοφερ Κινγκ «Ηπειρώτικο Μοιρολόι» (κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Δώμα) εμπίπτει και στις τέσσερις αυτές κατηγορίες, υπερβαίνοντάς τες ωστόσο για να αποδώσει κάτι πιο αινιγματικό και γοητευτικό: τι ωθεί έναν άνθρωπο να θεωρήσει πατρίδα του έναν τόπο με τον οποίο δεν τον συνδέει τίποτε άλλο πέραν μιας παθιασμένης αγάπης για τη μουσική του.
Ο βραβευμένος με Grammy αμερικανός μουσικός παραγωγός Christopher King και μανιώδης συλλέκτης δίσκων γραμμοφώνου ενδιαφέρθηκε για την Ηπειρο χάρη στα έντονα συναισθήματα που του προκάλεσε ο ήχος του βιολιού του Αλέξη Ζούμπα με τον οποίο ήρθε πρώτη φορά σε επαφή χάρη στους μυστηριώδεις δίσκους 78 στροφών που ανακάλυψε σε ένα παλαιοπωλείο της Κωνσταντινούπολης.
Ο Christopher King, ο συγγραφέας του βιβλίου, περιγράφει καλύτερα από όλους μας τι είναι αυτό το βιβλίο. Πρόκειται για “Ένα ερωτικό γράμμα στη μουσική και στους ανθρώπους της Ηπείρου“.
ΑΛΕΞΗΣ ΖΟΥΜΠΑΣ & ΚΙΤΣΟΣ ΧΑΡΙΣΙΑΔΗΣ
Ο Κρίστοφερ Κινγκ έμαθε για πρώτη φορά για την Ήπειρο από τα συναισθήματα που του προκάλεσε ο ήχος του βιολιού του Αλέξη Ζούμπα (1886-1946) από το Γραμμένο Ιωαννίνων, με τον οποίο ήρθε πρώτη φορά σε επαφή χάρη στους δίσκους 78 στροφών, που ανακάλυψε σε ένα παλαιοπωλείο της Κωνσταντινούπολης και του κλαρίνου του Κίτσου Χαρισιάδη (1885-1973) από τη Βήσσανη Πωγωνίου.
«Γεια σου, Κρίστοφερ, με το κλαρίνο σου», που το «μοιράζεσαι» με Ζούμπα, Χαρισιάδη και τόσους άλλους άξιους συνεχιστές της παράδοσης. Αυτός ο γνωστός στα ηπειρώτικα πανηγύρια και παραδοσιακούς γάμους χαιρετισμός προς τον κλαριντζή κυρίως, αλλά και το πρόσταγμα του μερακλή χορευτή προς όλο το τακίμι. Ο Christopher King ηχογράφησε δύο δίσκους με μουσική του Αλέξη Ζούμπα το 2014 και του Κίτσου Χαρισιάδη το 2018, πριν την έκδοση του βιβλίου.
ΕΝ ΑΡΧΉ ΗΝ: ΤΟ “ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΟΥΜΠΑ.
Από ένα μοιρολόι που ηχογραφήθηκε το 1926 στην Αμερική
RCA VICTOR 78 ΣΤΡΟΦΩΝ (ΑΜΕΡΙΚΗΣ) 170026 RCA 38-3071 B ηχογράφηση στις 20 Σεπτεμβρίου 1926.
“Στις 20 Σεπτεμβρίου 1926 ο βραχύσωμος, στρουμπουλός και άψογα ντυμένος Αλέξης Ζούμπας μπήκε νωχελικά στα στούντιο ηχογράφησης της Victor Records and Phonograph, στο 28W του 44ου δρόμου της Νέας Υόρκης.” Τον Σεπτέμβριο του 1926, ο Ζούμπας μετρούσε ήδη δεκαέξι χρόνια «εξορίας» από την πατρώα γη και την οικογένειά του. Ο καημός της ξενιτιάς, η θλίψη από την αποδοχή του γεγονότος ότι μπορεί να μη καταφέρει ποτέ να γυρίσει πίσω στην πατρίδα του, αποτυπώθηκαν σε εκείνο τον ορχηστρικό θρήνο, στο «Ηπειρώτικο Μοιρολόι».
Αντιπροσωπευτικό δείγμα ορχηστρικού ηπειρώτικου μοιρολογιού αποτελεί το τραγούδι «Ηπειρώτικο Μοιρολόι». Η διάρκεια του μοιρολογιού είναι τέσσερα λεπτά και δεκαέξι δευτερόλεπτα, είναι αποκλειστικά ορχηστρικό και συνοδεύεται από κοντραμπάσο. Η εκτέλεση είναι αυτοσχεδιαστική. Στη διάρκεια των τεσσάρων λεπτών και δεκαέξι δευτερολέπτων, ο Αλέξης ήχησε το βιολί του στη μείζονα πεντατονική κλίμακα προσθέτοντας ταυτόχρονα και τρία σύντομα περάσματα στην ελάσσονα πεντατονική. Ουσιαστικά είναι ένα από τα λίγα, αν όχι το μοναδικό μοιρολόι, στην πεντατονική κλίμακα του Ρε, που για εκατοντάδες χρόνια αποτελεί το κατεξοχήν μοιρολόι που εκτελείται στις περισσότερες ηπειρώτικες κηδείες.
Αυτά τα σύντομα περάσματα συμπληρώθηκαν από το κοντραμπάσο, δημιουργώντας την αιώνια ένταση και την εσωτερική μαγεία της Ηπειρώτικης μουσικής. Το ορχηστρικό αυτό μοιρολόι δεν ολοκληρώνεται μουσικά. Είναι λες και η θλίψη και η απόγνωση που εκφράζει να μη βρίσκουν σημείο διαφυγής πουθενά. Η ένταση που μεταφέρει το μοιρολόι του Ζούμπα, είναι μοναδική.
«Η μουσική είναι μια συνεχής διαδικασία, δεν είναι αποτέλεσμα».
«Την πρώτη φορά, που έβαλα ν’ ακούσω το «Ηπειρώτικο Μοιρολόι» του Αλέξη Ζούμπα, άνοιξε μέσα μου μια σκοτεινή άβυσσος. Όταν η βελόνα βυθίστηκε στο αυλάκι του δίσκου, ένιωσα ν’ αποδομούμαι: άρχιζε η εξερεύνηση ενός εσωτερικού, ιδιωτικού χώρου. Ένιωθα σαν να παρακολουθούσα μια βασανιστική σταύρωση, αλλά δεν ήμουν βέβαιος ποιος σταυρωνόταν. Εγώ; Η ανθρωπότητα ολόκληρη; Ο Ζούμπας;
Οι θλιμμένες παραλλαγές αυτών των πέντε νοτών άγγιξαν μέσα μου έναν τόπο που δεν ήξερα πως υπήρχε. Ξύπνησαν μέσα μου νοσταλγία, θύμηση, καημό. Ήταν μια μεταρσιωμένη μελαγχολία, που δεν την είχα νιώσει ποτέ πριν. Τότε ήταν που συνειδητοποίησα ότι το μοιρολόι του Ζούμπα ήταν ο ήχος ενός αστεροειδή λίγο πριν συντριβεί πάνω στη γη, βάζοντας τέλος σε κάθε ζωή, σε κάθε ελπίδα. Αυτός ήταν ο αντίλαλος του παραλόγου και του βάναυσου». (βιβλίο Ηπειρώτικο μοιρολόι σελ. 224)
Ηπειρώτικο μοιρολόι
Αλέξης Ζούμπας
Vinyl, LP, Record Store Day, Compilation, Limited Edition
” A Lament For Epirus 1926-1928″ 2014
ΑΛΕΞΗΣ ΖΟΥΜΠΑΣ (βιογραφικά στοιχεία)
Ο Αλέξης Ζούμπας ή «Λέτσιος» του Μιχάλη και της Χάιδως, το γένος Τζάρα, ανήκει στη μεγάλη ηπειρώτικη «σκλήθρα» (μουσική οικογένεια) των Ζουμπαίων, γνωστής από τον 19ο αιώνα, η οποία έχει δώσει πολλούς και αξιόλογους μουσικούς μέχρι τις μέρες μας.
Γεννήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου του 1883 στο Γραμμένο της Ηπείρου. Από μικρός ασχολήθηκε με τη μουσική, όπως πολλά παιδιά της «σειράς» του, έδειξε την κλίση του στο παίξιμο του βιολιού και επέλεξε ως μοναδικό επάγγελμα αυτό του βιολιστή, και σύντομα εξελίχθηκε σε ένα από τα καλύτερα όργανα που δραστηριοποιούνταν στην ευρύτερη περιοχή αλλά και στα Γιάννενα.
[…] κατεβαίνει στα Γιάννενα στις αρχές του 20ού αιώνα, όπου διευρύνει ακόμα περισσότερο το ρεπερτόριό του μέσα από τις συνεργασίες του με άλλους μουσικούς, ζυμώνεται στο πολυπολιτισμικό περιβάλλον των Ιωαννίνων, μαθαίνει τα γιαννιώτικα τραγούδια (μια μίξη του τοπικού μουσικού ιδιώματος, κλέφτικου τραγουδιού και σμυρναίικου αμανέ) και ωριμάζει μουσικά στα καφέ-αμάν και στα γλέντια της πόλης.
Δυστυχώς τα χρήματα που έβγαζε δεν ήταν αρκετά για να συντηρήσει την οικογένειά του οπότε, όπως και οι περισσότεροι Ηπειρώτες, ακολούθησε τον δρόμο της ξενιτιάς για την Αμερική. Οσο για την ιστορία του Ζούμπα, ο θρύλος τον ήθελε να καταφεύγει στην Αμερική ύστερα από το φόνο του ανθρώπου που νοίκιαζε στην οικογένειά του βοσκοτόπια. Κι εκεί έγινε θρύλος, «μισός άντρας, μισός φάντασμα». Αλλος θρύλος θέλει τον Ζούμπα να βρίσκει το τέλος του από τη σφαίρα μιας ζηλιάρας ή απατημένης συντρόφου.
[…] στις 07.10.1916 φτάνει στην Αμερική με προορισμό την Φιλαδέλφεια της Πενσυλβάνια, που τον συναντάμε σαν απλό εργάτη το 1918. Από εκεί, άγνωστο πότε ακριβώς, και πάντως πριν το 1921, θα μεταβεί στην Νέα Υόρκη αναζητώντας κάποια δουλειά μουσικού.
[…] γρήγορα θα βρει μια θέση στα πολυάριθμα ελληνικά καφενεία και καφέ-αμάν της 8ης Λεωφόρου του Manhattan. Εκεί, εκτός από τα συνήθη, θα μπορέσει να παίξει και το ηπειρώτικο ρεπερτόριο, το οποίο δεν φαίνεται να καλύπτει ικανοποιητικά κάποιος άλλος μουσικός εκείνη την περίοδο.
Εκεί έπαιζε βιολί σε ελληνικά και ανατολίτικα κέντρα στο Μανχάταν. Δισκογραφικά συνόδευε άλλους μουσικούς της εποχής μέχρι το 1920, οπότε και κυκλοφόρησε τέσσερα παραδοσιακά κομμάτια για βιολί μέσω της εταιρείας «το Πανελλήνιον». Στα χρόνια που ακολούθησαν έκανε και άλλες ηχογραφήσεις και μετακόμισε σε διάφορες άλλες πολιτείες της Αμερικής.
Από τον Ιούνιο του 1926 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1928 θα συνοδεύσει σε ένα ποικίλο ρεπερτόριο (περίπου σαράντα ηχογραφήσεις με δημοτικά, μικρασιάτικα και ρεμπέτικα) την Αμαλία Βάκα και την Μαρίκα Παπαγκίκα, στις εταιρείες Victor και Columbia. Είναι η περίοδος κατά την οποία μέσα από αυτές τις πυκνές συνεργασίες θα γίνει ευρύτερα γνωστός, θα καθιερωθεί ως δεξιοτέχνης, και έτσι θα του δοθεί η ευκαιρία να ηχογραφήσει σε αυτές τις μεγάλες αμερικάνικες δισκογραφικές εταιρείες είκοσι οργανικά κομμάτια από το ηπειρώτικο ρεπερτόριο με σόλο βιολί και συνοδεία στο σαντούρι τον Μυτιληνιό Γιώργο Χατζέλη ή «Βέβα».
Στις αρχές της δεκαετίας του ’40, ακολουθώντας τους δρόμους της επιβίωσης και τα επαγγελματικά μουσικά δίκτυα, θα πάει στο Σικάγο, όπου επίσης είχε εγκατασταθεί και η Αμαλία Βάκα. Εκεί τον βρίσκουμε να παίζει στο «Oriental Cafe» του Παναγιώτη Χουσέα, στο κέντρο της ελληνικής συνοικίας, ενώ λίγο αργότερα θα μεταβεί στο Detroit, όπου θα αρρωστήσει βαριά από πνευμονία και θα πεθάνει στην αφάνεια στις 7 του Φλεβάρη του 1947, σε ηλικία 63 ετών, και η σορός του, ως αζήτητη, τάφηκε ανώνυμα στο Detroit.
«Δεν επέστρεψε ποτέ στην αγαπημένη του Ηπειρο. Η ηχογράφηση του “Μοιρολογιού” είναι η δική του επιτύμβια στήλη, όπως ο Επιτάφιος του Σεικίλου, 2.000 χρόνια πριν. Μια αθάνατη μνήμη».
ΜΕΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΟΥ ΚΙΤΣΟΥ ΧΑΡΙΣΙΑΔΗ
Vinyl, LP, Compilation, Remastered ” Lament In A Deep Style 1929-1931 ” 2018
Μοιρολόι αρβανίτικο
Κίτσος Χαρισιάδης
Στη (χρωματισμένη) φωτογραφία του 1930. Από αριστερά Κίτσος Χαρισιάδης (κλαρίνο), Περικλής Κώτσης (βιολί), Γιάννης Κώτσης (κλαρίνο) και Φώτης Καψάλης (λαούτο).
ΚΙΤΣΟΣ ΧΑΡΙΣΙΑΔΗΣ (βιογραφικά στοιχεία)
Ο Κίτσος Χαρισιάδης υπήρξε διάσημος Ηπειρώτης λαϊκός οργανοπαίκτης (κλαριντζής) που όσο ζούσε, είχε τη φήμη του καλύτερου ηπειρώτικου κλαρίνου. Γεννήθηκε γύρω στο 1885 στη Ζαραβίνα (Λίμνη) από πατέρα σιδερά. Στην αρχή έπαιζε φλογέρα και μετά πήρε στα χέρια του το κλαρίνο. Πήγε στη Ζίτσα και μαθήτευσε στον ονομαστό Θαν. Γιαννόπουλο, που έπαιζε με μπρούτζινο κλαρίνο. Το 1912 παντρεύτηκε στη Βελτσίστα (Κληματιά) και εγκαταστάθηκε εκεί. Το 1959 ήταν ακόμα «εν δράσει». Ο γιος του Γιάννης Χαρισιάδης έγινε κι αυτός αξιόλογος κλαριντζής και έπαιζε μαζί με τον πατέρα του. Υπήρξε δάσκαλος και του Πέτρου Λούκα Χαλκιά.
Ο Πετρολούκας Χαλκιάς μιλάει για την κληρονομιά του Κίτσου Χαρισιάδη, σε συνέντευξή του (στην Εμυ Ντούρου, 4 Μαρτίου 2020 www.documentonews.gr), μαζί με τον Βασίλη Κώστα μετά τη συναυλία τους στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός», με την οποία ολοκληρώθηκε η περιοδεία τους στην Ελλάδα για την παρουσίαση του άλμπουμ τους «The soul of Epirus», η οποία έχει θέμα τη δημιουργική προσέγγιση της ηπειρώτικης μουσικής από τους δύο μουσικούς στα χνάρια του κλαρινίστα Κίτσου Χαρισιάδη.
Αυτό που οι ίδιοι προσπάθησαν στο κοινό τους άλμπουμ αλλά και στις μέχρι τώρα περιοδείες τους ήταν να δημιουργήσουν μια πλατφόρμα για έναν ισάξιο διάλογο, διατηρώντας τα ηπειρώτικα χρώματα «βασισμένοι στο λεξιλόγιο του Πέτρου που έρχεται από τον Κίτσο Χαρισιάδη».
ΠΕΤΡΟΛΟΥΚΑΣ ΧΑΛΚΙΑΣ: Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΚΙΤΣΟΥ ΧΑΡΙΣΙΑΔΗ
Η κουβέντα στρέφεται στον Χαρισιάδη και στο ιδιαίτερο ύφος που εισήγαγε στις δεκαετίες 1920-30. «Η μεγάλη του διαφορά από τους υπόλοιπους ήταν τα στολίδια που έκανε» λέει ο Πετρολούκας Χαλκιάς και αφηγείται τη βραδιά που τον γνώρισε. «Οταν ήμουν 15-16 χρονών πήγα να γράψω με τον Καβακόπουλο. Μέσα στα τραγούδια που είχαμε ήταν και ο “Σκάρος”. Μου λέει τότε ο Φίλιππας ο Ρούντας που τον είχα δάσκαλο κι αυτός είχε δάσκαλο τον Χαρισιάδη: “Μην το παίξεις σαν εμένα. Να κάνεις μια αλλαγή, γιατί θα πουν ο Πέτρος παίζει σαν ο Φίλιππας”.
Του λέω “εντάξει” και χωρίς να το καταλάβω παίζω πέφτοντας πάνω στον Κίτσο. Είχε μια κόρη παντρεμένη στα Γιάννενα τότε ο Κίτσος. Και μια μέρα πάει να τη δει και εκείνη άκουγε τον “Σκάρο”. Της λέει τότε: “Τι ακούς, κοπέλα μου; Ημουνα νέος όταν τα ’παιζα αυτά”. “Ούι, πατέρα, δεν είσαι συ” του λέει εκείνη, “ένα παιδί από το Δελβινάκι είναι”. Της ζήτησε τότε να τον φέρει εκεί που έπαιζα. Πραγματικά, τον έφερε στο Βασιλικό που παίζαμε εγώ και ο Φίλιππας. Καθόταν απέξω, ακουμπισμένος στον φράχτη και με άκουγε.
Μαζεύτηκαν οι μουσικοί γύρω του. “Ε, Κίτσο, τι λες γι’ αυτόνε;”. Αυτός ήταν αφοσιωμένος εκεί που έπαιζα και δεν τους απαντούσε. Μου λέει κάποια στιγμή ο Φίλιππας: “Είναι εδώ ο δάσκαλός μου ο Κίτσος Χαρισιάδης”. Με το που μου το ’πε με έπιασε τρεμούλα, δεν μπορούσα να παίξω. Έρχεται στο τέλος ο Κίτσος και λέει στο Φίλιππα: “Εσένα έδειξα εγώ, Φίλιππα, κλαρίνο και ο μαθητής σου έμοιασε εμένα”». Πετρολούκας Χαλκιάς
Ο ΣΚΑΡΟΣ ΤΟΥ ΚΙΤΣΟΥ
Πρόκειται για σύνθεση ελεύθερου ρυθμού που απαντάται σε όλα τα βαλκάνια συχνά με το όνομα “Ντόινα”. Ο Χαρισιάδης παίζει τον “Σκάρο” με κλαρίνο Ντο σε σύστημα Albert, όργανο πολύ διαδεδομένο την εποχή του μεσοπολέμου, στην τονικότητα της Λα ελάσσονας. Το κομμάτι παρότι κινείται πρωταρχικά στο μακάμ Νιγκρίζ χρησιμοποιεί σε μεγάλο μέρος του το μακάμ Καρτσιγάρ καθώς και στοιχεία από την ελάσσονα ανημίτονη πεντατονική κλίμακα η οποία είναι πολύ οικεία στον εκτελεστή λόγω της καταγωγής του.
Ο Χαρισιάδης χρησιμοποιεί το κλαρίνο σε όλη του την έκταση, από το Μι κάτω από το πεντάγραμμο έως το Μι πάνω από αυτό. Αναπτύσει το κομμάτι σε 4 διαφορετικές ενότητες με καταλήξεις στην τονική και την δεσπόζουσα της Νιγκρίζ. Ο “Σκάρος” του Χαρισιάδη είναι, εάν όχι η πρώτη, μία από τις πρώτες ηχογραφήσεις του σκοπού και σίγουρα η πιο δεξιοτεχνική, η δε επιρροή του στις μετέπειτα εκτελέσεις νεότερων μουσικών είναι εμφανέστατη.
ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ: ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
«Κάθε τραγούδι είναι και ένα μυστήριο ή μάλλον τα καλύτερα τραγούδια, αυτά που με ενδιαφέρουν περισσότερο, είναι και από ένα μυστήριο. Έχουν μέρη που είναι αινίγματα. Δεν μπορείς να τα καταλάβεις και δεν θέλεις. Θέλω να διατηρήσω το μυστήριο που είναι κομμάτι της ομορφιάς τους. Διατηρήστε το μυστήριο».
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ
Συνηθίζουμε ν’ αντιλαμβανόμαστε τη μουσική σαν μια μορφή ψυχαγωγίας – σαν μια πολυτέλεια, τελικά σαν κάτι το περιττό. Και πράγματι η μουσική που συνήθως ακούμε αυτόν το σκοπό έχει: να διασκεδάσει. Ποια ήταν όμως η πρωταρχική λειτουργία της μουσικής; Για ποιο λόγο άρχισαν κάποτε οι άνθρωποι να τραγουδούν και να χορεύουν; Ο Κρίστοφερ Κινγκ, βραβευμένος μουσικός παραγωγός και μανιώδης συλλέκτης δίσκων γραμμοφώνου, υποστηρίζει ότι η μουσική στην πρωταρχική της μορφή είναι ένα γιατρικό για τις πληγές της ψυχής – κάτι εξίσου απαραίτητο με τον αέρα και την τροφή.
Σταδιακά η μουσική έπαψε να έχει αυτή τη λειτουργία. Τα εύθραυστα πολιτισμικά οικοσυστήματα μες στα οποία η μουσική επιτελούσε το ιαματικό της έργο καταστράφηκαν. Μ’ εξαίρεση μια απόμερη γωνιά της Ελλάδας, στις εσχατιές της Ευρώπης – την Ήπειρο. Εδώ, σαν από θαύμα, κρατήθηκε ζωντανός ένας πανάρχαιος τρόπος ζωής που επέτρεψε στη μουσική να διατηρήσει το θεραπευτικό της ρόλο. Ο Κινγκ αναλαμβάνει να μας ξεναγήσει σ’ αυτόν το σκληρό μα μαγικό τόπο, όπου η μουσική γίνεται ένα με την ποίηση, το χορό και τη γιορτή.
Ο Κινγκ γράφει για την ιστορία της Ηπείρου και το μεγαλείο του τοπίου, για τα πανηγύρια, τα τσίπουρα και τους Τσιγγάνους οργανοπαίχτες, για τα συλλογικά βιώματα και τις κοινές αναμνήσεις. Μας μιλά για τη μουσική σαν θρήνο, σαν νανούρισμα και σαν παρηγοριά. Μας μιλά γι’ ανθρώπους που ξέρουν να πενθήσουν και ξέρουν να γλεντήσουν.
Συνδυάζοντας το φιλοσοφικό στοχασμό με την ιστορική περιγραφή, τη μουσικολογική ανάλυση με την ανθρωπολογική ματιά, η παθιασμένη και παιγνιώδης αυτή αφήγηση παίρνει τελικά τη μορφή ενός ερωτικού γράμματος στη μουσική και τους ανθρώπους της Ηπείρου. (Από την έκδοση)
Το ξετύλιγμα της ιστορίας της «παλαιότερης ζωντανής δημώδους μουσικής στην Ευρώπη» μέσ’ από τις πρώτες ηχογραφήσεις σε δίσκους γραμμοφώνου, που είναι μια από τις αγάπες του Κινγκ μέσα από μουσικούς σαν τον Κίτσο Χαρισιάδη και τον Αλέξη Ζούμπα, από μια αναδρομή στο ιστορικό και προϊστορικό παρελθόν της Ηπείρου, από ταξίδια (στην Κωνσταντινούπολη, στην Ήπειρο), από πανηγύρια, τσιπουροποσίες, φιλίες του συγγραφέα με ανθρώπους στην Ήπειρο (που τις περιγράφει γλαφυρά και συχνά με διάθεση «μυθοποιητική»), από τους στοχασμούς του Κινγκ για τον αρχέγονο ρόλο της μουσικής και την επιβίωση, στο μοιρολόι, αυτού του ρόλου, από τη βίωση τούτης της μουσικής, εν τέλει, ως γιατρικού για το σώμα και την ψυχή.
«Αν οι Έλληνες ανακαλύψουν εκ νέου το μουσικό τους παρελθόν και το τι σήμαινε δηλαδή αυτή η μουσική για τους προγόνους τους, τότε θα βρουν το σθένος και τη δύναμη να ξεπεράσουν αυτές τις δύσκολες στιγμές».
Ο CHRISTOPHER KING: ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΒΓΉΚΕ ΤΥΧΑΙΑ
«Μακάρι να μπορούσα να πω ότι είμαι επαγγελματίας συγγραφέας, αλλά το βιβλίο βγήκε τυχαία. Ήμουν στη Νέα Υόρκη το 2016 και έπαιζα το ηπειρώτικο μοιρολόι του Αλέξη Ζούμπα σε μια φίλη μου, η οποία είχε γράψει ένα βιβλίο για τους συλλέκτες δίσκων 78 στροφών. Ήμουν ένας από τους χαρακτήρες του βιβλίου και γι’ αυτό με κάλεσαν να παίξω κομμάτια ενός δίσκου. Αφού έπαιξα, ήρθε ένας τεράστιος τύπος με μεγάλη γενειάδα και μου είπε «μου αρέσει αυτή η μουσική».
«Αγόρασε τις συλλογές μου και δυο μέρες αργότερα, όταν επέστρεψα στο σπίτι μου στη Βιρτζίνια, έλαβα ένα email από αυτόν τον τύπο που μου έλεγε «είμαι μουσικός, αλλά η πρωινή μου δουλειά είναι editor στη W.W. Norton & Company. Σκέφτηκες ποτέ να γράψεις ένα βιβλίο;». Το εξέλαβα πιο πολύ ως πρόκληση, έτσι στα μέσα του ’16 άρχισα να γράφω. Για ενάμιση χρόνο έψαχνα όλες τις σημειώσεις μου, όλες τις εργασίες που είχα κάνει για τα άλμπουμ ‒ όλα συνοδεύονται από εκτενείς σημειώσεις. Τώρα κυκλοφορεί η τρίτη εκδοχή του, με ένα CD που περιέχει κομμάτια από τη συλλογή μου».
Αυτή είναι η ιστορία του βιβλίου. Η ιστορία, η μεγάλη και η μικρή, της δικής μας Ηπείρου, αυτής της «μυθικής γης» και της μουσικής της που παρηγορεί, καθησυχάζει, θεραπεύει, απαλύνει τις πληγές της ψυχής. Θα ήθελα να πω ότι αυτό που έχει περισσότερη σημασία σ’ αυτό το βιβλίο δεν είναι τόσο η επιστημονική συνέπεια και η σωστή μουσικολογική ανάλυση, όσο η ειλικρίνεια με την οποία ο Κρίστοφερ Κινγκ εκφράζει τη συγκίνηση που του δημιουργεί το ηπειρώτικο τραγούδι.
….Και δήλωσα πολύ ξεκάθαρα στο βιβλίο μου ότι κάποτε όντως έπιασα τον εαυτό μου να εξιδανικεύω, σαν να φτιάχνω κάτι διαφορετικό και πιο μεγαλειώδες από αυτό που όντως ήταν. Αλλά μετά το κατάλαβα και σταμάτησα. Πρέπει να αποδεχτείς τα πράγματα στην ονομαστική τους αξία. Η Κόνιτσα είναι ένα όμορφο μέρος και η μουσική της Ηπείρου είναι ένα ωραίο πράγμα, αλλά επειδή είναι ωραίο πράγμα και όμορφο μέρος δεν σημαίνει ότι δεν είναι και μέρος της πραγματικότητας, και άρα ότι έχει και προβλήματα. Το ξέρω αυτό.
Ο ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΥΠΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
«Αυτό το συναρπαστικό, εμπεριστατωμένο και ιδιότυπο βιβλίο δεν είναι απλώς ένα πόνημα μουσικοκριτικής ούτε μονάχα μια φιλοσοφική εξερεύνηση σχετικά με το νόημα της μουσικής ― είναι επίσης ένα ταξιδιωτικό ημερολόγιο, στο οποίο ο συγγραφέας βυθίζεται στην κουλτούρα του τόπου που επισκέπτεται». The New York Review of Books
«Απολαύστε την υπνωτιστική καθαρότητα του τοπίου ― φυσικού, ανθρώπινου και μουσικού― που φιλοτεχνεί (ο Κινγκ). Το βάθος και η φρεσκάδα (της Ηπείρου) είναι αδιαμφισβήτητα, και ευχαριστώ τον κ. Κινγκ που μου πρόσφερε μια γουλιά». The Wall Street Journal
Η Wall Street Journal τοποθέτησε το βιβλίο μου ανάμεσα στα δέκα καλύτερα του 2018! και κατέγραψε τέσσερις τρόπους με τους οποίους η μουσική παρέχεται ως φάρμακο, ως ίαμα, στους ανθρώπους και στους ή από τους μουσικούς της Ηπείρου.
«Η κορύφωση της αφοσίωσης του Κινγκ στη μουσική αυτής της περιοχής και των δεσμών της με τις χαμένες παραδόσεις της αμερικανικής δημώδους μουσικής… Όταν αφήνεις το βιβλίο, έχοντας διαβάσεις τις χυμώδεις περιγραφές των μουσικών κομματιών που αγαπά, η δική σου συλλογή θ’ αρχίσει ξαφνικά να λάμπει με μια παράξενη νέα δύναμη». Oxford American
«Ένα βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί απ’ όλους όσοι ενδιαφέρονται για τη μουσική, ακόμη κι αν το δικό τους χωριό το χωρίζει απέραντη απόσταση από την Ήπειρο… Ο Κινγκ μελετά τη μουσική ως μια πανίσχυρη μορφή επικοινωνίας, ως ένα εργαλείο με σκοπό τη γιατρειά ή ακόμη και την επιβίωση, ως ένα κοινό βίωμα της κοινότητας». The National Herald
Σε μια προσπάθεια να μάθει τι ακριβώς ήταν αυτό που τον συγκίνησε τόσο πολύ, ώστε να δημιουργήσει ένα τόσο έντονο μοιρολόι, ποιος χαμός τον έφερε σε αυτή τη συναισθηματική κατάσταση, η Petrusich ταξίδεψε μέχρι την Ήπειρο και οι New York Times κατέγραψαν το οδοιπορικό της.
“Αυτό που μάλλον διέλυσε τόσο πολύ συναισθηματικά τον Ζούμπα σε εκείνο το studio της Νέας Υόρκης ήταν η σκέψη ότι ίσως δεν θα κατάφερνε ποτέ να γυρίσει πίσω. Για εμάς, τουλάχιστον, υπήρχε η ελπίδα ότι όσα νιώσαμε θα μας ακολουθούσαν όλο το χρόνο, μέχρι την επιστροφή μας το επόμενο καλοκαίρι” . “Υπάρχει μια παλλόμενη υστερία στο παίξιμό του, η κάθε νότα τρέμει σα να υπέφερε πρόσφατα από μία συναισθηματική κατάρρευση”. Amanda Petrusich δημοσιογράφος των New York Times.
Ο Τζιμ Τζάρμους (Jim Jarmusch) για το «Ηπειρώτικο Μοιρολόι»
Ο πηγαίος σκηνοθέτης του ανεξάρτητου Αμερικάνικου σινεμά για το βιβλίο του Κρίστοφερ Κινγκ. Το έργο του βραβευμένου μουσικού παραγωγού έχει προκαλέσει αίσθηση εκτός αλλά και εντός των ελληνικών συνόρων. Το «Ηπειρώτικο Μοιρολόι» ταξιδεύει σε μήκη και πλάτη της γης που ενδεχομένως να το αγνοούσαν ή να είχαν ξεχάσει τις «μαγικές» του ιδιότητες.
Η μαρτυρία του Τζιμ Τζάρμους στο οπισθόφυλλο:
«Η οδύσσεια αυτή θα λειτουργήσει μεταμορφωτικά σε οποιονδήποτε ενδιαφέρεται για τη δύναμη της μουσικής. Ο Κρίστοφερ Κινγκ αποκαλύπτει λεπτομέρειες και αναδεικνύει συνάφειες που προσωπικά δεν είχα ποτέ φανταστεί. Συναρπαστικό».
Χάρτης της ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής της Ηπείρου (κατά Στράβωνα), σε σύγκριση με τα σύγχρονα όρια κρατών.
Ο ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΤΟΠΟΣ
Παράλληλα με τη μουσική, ο συγγραφέας δεν άφησε εκτός του βιβλίου του τον τόπο, τον χώρο! Μπροστά μας ζωντανεύει η Βίτσα, ο Ελαφότοπος, οι Λιγκιάδες, το Γραμμένο, η Ζίτσα και φυσικά τα Ιωάννινα. Πλήθος ιστορικών στοιχείων από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, αλλά και μετέπειτα από το μεσοπόλεμο και την κατοχή, μας βοηθούν να καταλάβουμε την έννοια της αλληλεπίδρασης των ανθρώπων με τη μουσική, σε σχέση με όσα συνέβαιναν. Η φυγή στο εξωτερικό, οι καθημερινές εργασίες, ο κύκλος της ζωής ζωντανεύει μέσα από τα μουσικά όργανα.
Δεκαπενταύγουστος στο Συρράκο, 1930. Αρχείο Κώστα Μπίτσιου
ΟΛΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΗΠΕΙΡΩΤΕΣ
Ο Κρίστοφερ Κινγκ δεν παραμένει απαθής θεατής στα ηπειρωτικά δρώμενα. Συμμετέχει. Γίνεται Ηπειρώτης που θλίβεται με το μοιρολόι του Αλέξη Ζούμπα, χαίρεται στο πανηγύρι της Βίτσας Ζαγορίου με το κλαρίνο και τον ζαγορίσιο χορό, ενθουσιάζεται με ένα αργόσυρτο «στρωτό πωγωνίσιο» και τη «διπλή γκάιντα – ηπειρώτικο» του Χαρισιάδη, ανακαλύπτει το τσίπουρο στη Βίτσα, το οποίο –γράφει- «είχε ψυχοτρόπο δράση» θεωρώντας την απόσταξή του σχεδόν μυσταγωγία στην οποία συμμετέχει εκεί στη Βίτσα μελετώντας την όλη διαδικασία και θέλει να τελειώσει με ένα λεβέντικο χορό και το τραγούδι «Σιαμαντάκα».
Ο Κινγκ θυμάται πάντα τα λόγια ενός σημερινού λαϊκού οργανοπαίκτη, όπως ο Ζούμπας, όταν τον ρώτησε πώς μπορεί να εκφράζει τόσο βαθιά συναισθήματα μέσα από τη μουσική: «Μπορώ να το κάνω μόνο όταν το ζω. Παίζω καλά μόνον όταν φτάνω εκείνο το σημείο που ξεκινάει το κλάμα. Πρέπει να αφήσω τα συναισθήματά μου να με κυριεύσουν εκείνη την ώρα και μόνον τότε το νιώθει και το κοινό».
«Αν είναι να παίξω ένα στενάχωρο κομμάτι, πρέπει πρώτα να νιώσω στενοχώρια» εκμυστηρεύεται στον Κινγκ ο Ναπολέων Ζούμπας, τον οποίο έψαξε και βρήκε ο συγγραφέας στο Γραμμένο Ιωαννίνων στην έρευνά του για συγγενείς και στοιχεία για τη ζωή του Αλέξη Ζούμπα.
Φωτογραφία από το ένθετο του δίσκου
«Γεια σου, Κρίστοφερ, με το κλαρίνο σου», που το «μοιράζεσαι» με Ζούμπα, Χαρισιάδη και τόσους άλλους άξιους συνεχιστές της παράδοσης. Αυτός ο γνωστός στα ηπειρώτικα πανηγύρια και παραδοσιακούς γάμους χαιρετισμός προς τον κλαριντζή κυρίως, αλλά και το πρόσταγμα του μερακλή χορευτή προς όλο το τακίμι: «Βαρείτε μωρέ», για να τα δώσουν όλα οι οργανοπαίχτες στην αποκορύφωση του χορού με το αυτί του στο κλαρίνο, μπήκαν έτσι – χαιρετισμός και πρόσταγμα- τελετουργικά, ηπειρώτικα, λεβέντικα, από το στόμα του χορευτή στην πένα του Κινγκ. Όλοι είμαστε Ηπειρώτες τελικά.
ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ: Γ’ ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΜΕ CD 2022
Ηπειρώτικο Μοιρολόι, Γ’ έκδοση με CD κυκλοφόρησε το Σεπτέμβριο του 2022
Το 2019 ο Κρίστοφερ Κινγκ αποφάσισε να φτιάξει μια μουσική ανθολογία με τα τραγούδια του Ηπειρώτικου Μοιρολογιού, και όχι μόνο μια μουσική συνοδεία για την ανάγνωση του βιβλίου. Η επεξεργασία, η μίξη και η παραγωγή της ανθολογίας έγιναν στην Αμερική, από την προσωπική συλλογή δίσκων γραμμοφώνου του Κρίστοφερ Κινγκ.
Έτσι, το βιβλίο σελιδοποιήθηκε εκ νέου σε διαφορετική διάσταση, ώστε να μπορεί να φιλοξενήσει τη μουσική ανθολογία, γράφτηκε καινούργιος πρόλογος ειδικά για τη νέα έκδοση, και τα CD ―που περιλαμβάνουν 19 εξαιρετικά σπάνια μουσικά κομμάτια― τοποθετήθηκαν στα βιβλία με το χέρι, στα γραφεία του Δώματος, σε 1.500 αντίτυπα, αριθμημένα και μονογραφημένα από τον ίδιο τον συγγραφέα.
Περιεχόμενα της ανθολογίας
01 Ηπειρώτικο μοιρολόγι, Αλέξης Ζούμπας
02 Βλάχα πλένει στο ποτάμι, Οι πέντε Γλυνιώτες
03 Στρωτό Πωγωνίσιο, Κίτσος Χαρισιάδης
04 Σελφος, Δημήτρης Χαλκιάς
05 Παλαιό Ζαγορίσιο, Μιχάλης Χαρίσης
06 Μπιλ μπιλ Αλέξης Ζούμπας
07 Σκάρος Κίτσος Χαρισιάδης
08 Καλοκαιράκι Νίκος Τζάρας & Σίδερης Ανδριανός
09 Ποιός πλούσιος απέθανε Δημήτρης Χαλικιάς
10 Κλέφτες (τσάμικο) Αλέξης Ζούμπας
11 Σαμαντάκας Μάνθος Χαλκιάς
12 Εσείς παιδιά βλαχόπουλα Χρήστος Μανιάκας
13 Αρβανίτικο Κίτσος Χαρισιάδης
14 Ο Μενούσης Πέντε ανώνυμοι Αλβανοί τραγουδιστές
15 Γενοβέφα Μάνθος Χαλκιάς
16 Μοιρολόι Νίκος Χαλκιάς
17 Στης Δερόπολης τον κάμπο Πολυφωνικό Συγκρότημα από τη Βόρεια Ήπειρο
18 Φράσια Κίτσος Χαρισιάδης
19 Τζαμάρα Αρβανίτικο Αλέξης Ζούμπας
ΤΑ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ: Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ
Τα μοιρολόγια έχουν πανάρχαιη καταγωγή και συνεχίζονται αδιακόπως από την αρχαιότητα μέχρι τη σημερινή εποχή. Οι υποχρεώσεις των ζωντανών προς τους νεκρούς είναι ξεκάθαρες. Στην Αρχαία Ελλάδα κάνουν την εμφάνιση τους ήδη από την εποχή του Ομήρου.
Στην Ιλιάδα υπάρχουν τρία μοιρολόγια στις ραψωδίες Ψ και Ω, όπου στο πρώτο ο Αχιλλέας θρηνεί τον Πάτροκλο, ενώ στο δεύτερο και στο τρίτο θρηνούν η Ανδρομάχη και η Εκάβη τον Έκτορα αντίστοιχα. Το θυμίζει έντονα στον Οδυσσέα ο Ελπήνορας, ο σύντροφος του που τσακίστηκε μεθυσμένος στο παλάτι της Κίρκης. «Μη φύγεις και μ’ αφήσεις άκλαυτο κι άταφο», του λέει, όταν τον συναντάει στην είσοδο του Κάτω Κόσμου.
Ο Πρίαμος και η οικογένειά του θρηνούν τον θάνατο του Έκτορα.
Οι θρήνοι που αναφέρονται στα Ομηρικά έπη, παρουσιάζουν καταπληκτική ομοιότητα με τα μοιρολόγια των νεοτέρων εποχών τόσο στο τελετουργικό, όσο και στο περιεχόμενο. Στο θρήνο για τον νεκρό Έκτορα, ο Όμηρος αναφέρεται σε «αοιδούς» και «θρήνων εξέρχους» και οι γυναίκες που ακολουθούν τα θρηνητικά τραγούδια των αοιδών, αποτελούν τον προπομπό των σημερινών Μοιρολογίστρων, γεγονός που πιστοποιεί την ιστορική συνέχεια του τελετουργικού.
Μνημειακός κρατήρας από το Δίπυλο του Κεραμεικου. Στην κύρια ζώνη εικονίζεται η εκφορά του νεκρού πάνω σε άμαξα, 740 π.Χ. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Οι Χριστιανοί θεωρούσαν άπρεπο τον υπερβολικό θρήνο. Δεν περιορίζονταν να κατακρίνουν τις βιαιότερες συνήθειες, όπως το ξέσκισμα του προσώπου, το ξερίζωμα των μαλλιών και το σκίσιμο των ρούχων. Η εικόνα των γυναικών με τα σκισμένα ρούχα και τα στηθοκοπήματα θεωρήθηκε άσεμνη. Έφτασαν να θεωρούν το θρήνο συνήθεια εγωιστική και εγωκεντρική. Αλλά δεν τους πέρασε…
Αναπόσπαστο κομμάτι της όλης μεταθανάτιας, ιεροτελεστίας-διαδικασίας, αποτελούν και τα μοιρολόγια, που είναι τραγούδια της Ελληνικής λαϊκής μουσικής παράδοσης, αναφέρονται και ως μοιρολόια, έχουν πένθιμο περιεχόμενο και τραγουδιούνται σε περίπτωση πένθους, κυρίως από γυναίκες συγγενείς ή συγχωριανές του νεκρού, καθώς επίσης από γυναίκες (μοιρολογίστρες ) που είναι εξειδικευμένες σ’ αυτό το είδος του τραγουδιού. Ήταν αδύνατο να ταφεί ο νεκρός χωρίς να μοιρολογηθεί.
Η Θέτιδα και οι Νηρηίδες θρηνούν τον νεκρό Αχιλλέα. Κορινθιακή υδρία, 570 π.Χ. περίπου.
Στα νεώτερα χρόνια τα μοιρολόγια βρίσκονται στο απόγειο της καλλιέργειας τους, αλλά και στη σημερινή τους μορφή, κυρίως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όπου αποκτούν και χαρακτηριστικά κλέφτικων τραγουδιών. Έχουν υμνητικό και επαινετικό χαρακτήρα, εγκωμιαζοντας το νεκρό και εκφράζοντας το πόνο της απώλειας.
Στην ουσία, αποτελούν ένα είδος μαγικής και εξορκιστικής τελετουργίας, που βασίζεται στη βαθιά ριζωμένη πίστη ότι ο νεκρός μπορεί να γυρίσει πίσω, να ανακληθεί. Άλλωστε κατά τη βυζαντινή περίοδο τα μοιρολόγια ήταν γνωστά με την ονομασία «ανακλήματα» η «ανακλήσεις». Η δυνατότητα επιστροφής του νεκρού, εκφράζεται τόσο στους Πέρσες του Αισχύλου, όπου η σκιά του Δαρείου εμφανίζεται, ύστερα από έκκληση του χορού των γερόντων, όσο και στη νεότερη λαϊκή παράδοση με το τραγούδι του νεκρού αδελφού κ.α.
Τα μοιρολόγια εκφέρονται πάντα από γυναίκες. Ήδη, από τη βυζαντινή εποχή, οι γυναίκες κάθονταν γύρω από τον νεκρό και έλεγαν τα θρηνητικά τραγούδια (εξόδια, καταλόγια, ανακλήματα), ενώ συγχρόνως εκδήλωναν την οδύνη τους με τράβηγμα των μαλλιών, χτυπήματα στο στήθος, γρατζουνίσματα κ.α. Το τελετουργικό αυτό, παραμένει σχεδόν αναλλοίωτο μέχρι σήμερα και μαζί με την ολονυχτία αποτελούσε το κύριο στοιχείο του τελευταίου αποχαιρετισμού, του ξοδιάσματος του νεκρού.
Το “Ψαριανό Μοιρολόι” πίνακας ζωγραφικής του Νικηφόρου Λύτρα, του 1880.
Τα μοιρολόγια μπορεί να είναι παραδοσιακά τραγούδια ή αυτοσχεδιασμοί. Το περιεχόμενο τους εξαρτάται από το φύλο η την ηλικία του νεκρού καθώς και από τη θέση της μοιρολογίστρας μέσα στην οικογένεια (κόρη, σύζυγος, μητέρα κ.α.). Υπάρχουν αρκετές παραλλαγές.
Οι εκκλήσεις για την επιστροφή του νεκρού, οι έπαινοι για τα χαρίσματα του, οι ζοφερές περιγραφές του χάρου και του Κάτω Κόσμου, η απελπισία και η έλλειψη προστασίας της χήρας η των ορφανών ή η οδύνη των συγγενών και φίλων, αποτελούν μερικά απ’ τα πιο συχνά θέματά τους.
Άλλες φορές, ο νεκρός φέρεται να χαιρετάει τον κόσμο και να καλοτυχίζει τα άψυχα φυσικά στοιχεία (βουνά, κάμποι) που δεν πεθαίνουν, ή να αφήνει παραγγελίες στους ζωντανούς οι οποίες, ορισμένες φορές, περιλαμβάνουν και το αίτημα της εκδίκησης, αν ο νεκρός έχει δολοφονηθεί.
Σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος, τα μοιρολόγια έχουν τα δικά τους τοπικά χαρακτηριστικά, ωστόσο, αυτά που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι και τα μοιρολόγια της Μάνης, τα οποία είναι και τα πλουσιότερα από άποψη θεματολογίας.
Μοιρολόγια ονομάζονται τα λυρικά τραγούδια με θρηνητικό, επαινετικό και εγκωμιαστικό χαρακτήρα, τα οποία εκφράζουν θλίψη και πόνο για το θάνατο ενός προσφιλούς προσώπου, και τραγουδιούνται κατά την πρόθεση ή την κηδεία του. Περιγράφεται η ανθρώπινη μοίρα, ο αποχωρισμός από την οικογένεια και οι αρετές του νεκρού. Το μοιρολόι αποτελεί στην Ελλάδα μία από τις σημαντικότερες κατηγορίες δημοτικού τραγουδιού.
Ειδικότερα, η λέξη «μοιρολόι» βγαίνει από τις λέξεις «μοιρώ» και «λέγω» και σημαίνει ότι ζωή και θάνατος, πένθος και χαρά, γηρατειά και νιάτα, είναι αλληλένδετες έννοιες, αφού η μια περιέχεται μέσα στην άλλη. Τα μοιρολόγια, αν κι πένθιμα, όσο και να φαίνεται παράξενο σε αρκετούς, σημάνουν την έναρξη κάθε εκδήλωσης, παρά το γλέντι που ακολουθεί μετέπειτα.
Τα μοιρολόγια μπορεί να αφορούν την ξενιτιά, η οποία αποτελούσε συχνό φαινόμενο παλιότερα. Επίσης, ευρέως διαδεδομένα είναι τα μοιρολόγια για τον θάνατο και τον αποχωρισμό… Το μοιρολόι ξεκινά με την οργανική εμβληματικότητα του κλαρίνου.

ΤΟ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ: Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον των μοιρολογιών στην Ήπειρο
Το μοιρολόι αποτελεί τρόπο εκδήλωσης του πόνου και του θρήνου των ανθρώπων από την απώλεια αγαπημένων προσώπων. Εις μνήμην όσων χάθηκαν, όσων χάνονται και όσων θα χαθούν. Δυστυχώς ο θάνατος είναι ένα εκ φύσεως υφιστάμενο συμβάν, που είτε επέρχεται φυσικά είτε πρόωρα από τυχαία ή όχι αίτια.
Όταν βιώνουμε μια ανθρώπινη απώλεια, δύσκολα μπορεί να εξηγήσει κανείς την ατέρμονη θλίψη που αισθανόμαστε για το άτομο που έφυγε και ποτέ δεν θα ξαναγυρίσει, όσο κι αν θα το θέλαμε. Ένας από τους λίγους τρόπους εκδήλωσης αυτού του πόνου και του θρήνου είναι το μοιρολόι.
Στην Ήπειρο στεγάζεται κατεξοχήν η παράδοση και ο πολιτισμός των μοιρολογιών, στοιχεία που ατόφια ταξιδεύουν στο πέρας του χρόνου. Είναι αδήριτη ανάγκη εν γένει για την ελληνική παράδοση να μεταλαμπαδεύεται από γενιά σε γενιά. Ο γνώριμος ήχος του κλαρίνου για εμάς τους Ηπειρώτες κι όχι μόνο, απαραίτητα ηχεί μες στις καρδιές μας, μας αγγίζει την ψυχή και το βήμα.
Όταν χορεύουμε, στεκόμαστε με βαρύ βηματισμό, ακολουθώντας το κάθε γύρισμα του κλαρίνου σαν να έστριβε ένας οδηγός το τιμόνι στα κάτω άκρα μας. Κλαρίνο, παράδοση και Ηπειρώτης είναι ένα τρίπτυχο, που δίνει νόημα στην Ηπειρώτικη ζωή και στην κάθε εκδήλωσή της
Το Ηπειρώτικο Μοιρολόι, αναπόσπαστο κομμάτι της δημοτικής μουσικής και της λαϊκής παράδοσης διακρίνεται σε δύο κατηγορίες: στα μοιρολόγια που φέρουν τη μορφή των πολυφωνικών τραγουδιών και στα μοιρολόγια που αποτελούν μουσικά ορχηστρικά τραγούδια. Η μουσική τους επιβεβαιώνει την πρωτοκαθεδρία της γυναικείας φωνής στα νότια Βαλκάνια, ενώ παράλληλα αναζωογονεί την ίδια αυτή τέχνη.
Τα πολυφωνικά τραγούδια της Ηπείρου αποτελούν μέρος μιας αρχαίας προφορικής παράδοσης, μιας κοινωνικής μουσικής που έχει από καιρό καλλιεργηθεί στους κόλπους των φτωχών, περιθωριοποιημένων και απαξιωμένων κοινοτήτων της περιοχής.
Το παίξιμο των οργάνων, με κυρίαρχο τον ήχο του κλαρίνου μπορεί εύκολα να συγκινήσει όποιον το ακούει. Το κλαρίνο, ένα περήφανο όργανο που παίζει με τη συνοδεία του βιολιού, το οποίο με τη σειρά του γλυκαίνει αυτόν τον βαρύ ήχο. Παράλληλα, το ντέφι δίνει έναν ήχο πιο ευθύ και απότομο, στοιχείο που προσδίδει ακόμα περισσότερη δραματικότητα στο όλο αποτέλεσμα.
Γενικότερα, θα έλεγε κανείς ότι τα πολυφωνικά μοιρολόγια, πόσο μάλλον σε τέτοια πένθιμα ακούσματα, καθιστούν πιο βαρύ και συγκινητικό το κλίμα, για παράδειγμα ενόψει κάποιου θανάτου. Τα συγχρονισμένα γυρίσματα και οι ομαδικοί λυγμοί στη φωνή αδιαμφισβήτητα επιφορτίζουν πιο συγκινησιακά το μοιρολόι.
Ο Γιάννης Χαλδούπης, δεξιά, και το συγκρότημά του παίζει στον Γεροπλάτανο 03/02/2019. Ο Γιάννης Χαλδούπης με το κλαρίνο του. «Τό κλαρίνο». Που αιχμαλωτίζει τις αισθήσεις. Που σε πάει σε… κόσμους άλλους. Τον έχουν χαρακτηρίσει «Ο βιρτουόζος του κλαρίνου», ο τζαζίστας που συνδυάζει τον ήχο της Ηπειρώτικης παράδοσης με Jazz και Blues μουσική.
Το Ηπειρώτικο Μοιρολόι έχει ως σκοπό να θρηνήσει τους νεκρούς αλλά και να επεξεργαστεί τα συναισθήματα που προκύπτουν από την απώλεια ή τον αποχωρισμό λόγω θανάτου, γάμου, ή ξενιτιάς. Η εικόνα των μακρινών τόπων και η μοναξιά της «εξορίας» είναι δυνατή πραγματικότητα για τους Ηπειρώτες.
Στα ηπειρώτικα πολυφωνικά μοιρολόγια οι γυναίκες παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Η χαρακτηριστική ρυθμική απαγγελία του βασικού μοτίβου και η τυποποίηση της κραυγής στο σπαρακτικό «ανιόν γκλισάντο» στην οκτάβα, καθιστούν το Ηπειρώτικο Μοιρολόι μοναδικό. Εξίσου χαρακτηριστική είναι και η ανάμειξη των στίχων μοιρολογιών από διαφορετική θεματική ενότητα π.χ. να ανακατεύουνε μοτίβα θανάτου με μοτίβα ξενιτιάς, αφού για τους Ηπειρώτες ο «ζωντανός» χωρισμός είναι πιο επώδυνος από τον θάνατο.
ΙΣΟΚΡΑΤΙΣΣΕΣ 1: Άρτεμις Ίσου, Χρυσούλα Κονόμη, Ένι Νουρεντινη, Ιρις Νουρεντινη, Λιλιάνα Κάτση, Μαρία Γκίκα, Παναγιώτα Τσελίκη, Σοφία Ίσου. Το 2019 συνεργάστηκαν με τον Christopher King στο πλαίσιο της εμφάνισής τους στο μουσικό φεστιβάλ Le Guess Who? στην Ουτρέχτη της Ολλανδίας – στην πρώτη τους κοινή εμφάνιση εκτός των ελληνικών συνόρων. Το 2022 η Third Man Records κυκλοφόρησε το πρώτο τους άλμπουμ με πολυφωνικά τραγούδια, σε παραγωγή του Christopher King, ενώ επίσης έκαναν περιοδεία στις ΗΠΑ, δίνοντας συναυλίες σε χώρους όπως το Kennedy Center και το Richmond Folk Festival. Μετά από αυτό εμφανίστηκαν στο Voci dal mondo reale, στο πλαίσιο της Τριενάλε του Μιλάνου, τον Νοέμβριο του 2022.
Όλες οι ηπειρώτικες εκδηλώσεις χαρούμενες ή πένθιμες ξεκινούν με οργανικά μοιρολόγια, όπου το κλαρίνο με την ιδιαίτερη τεχνική του παίρνει τη θέση του γόου των γυναικών στα αντίστοιχα πολυφωνικά μοιρολόγια. Τα ορχηστρικά ηπειρώτικα μοιρολόγια είναι η μνεία σε αυτούς που για διάφορους λόγους δεν βρίσκονται πλέον εκεί. Το Ηπειρώτικο μοιρολόι διακρίνεται για το αρμονικό και μελωδικό χρώμα που κατέχει: οι σύντομες μελωδικές γραμμές και ο λυπητερός ήχος τα κάνει να ηχούν «βαριά».
Ο ήχος των ορχηστρικών Ηπειρώτικων μοιρολογιών είναι αποτέλεσμα αλληλο διαπλοκής ποικίλων πραγμάτων. Η ηπειρώτικη μουσική κουβαλάει την αλήθεια του Ηπειρώτη. Αντικατοπτρίζει όλα αυτά που έχουν κάνει τον Ηπειρώτη αυτό που είναι, αντικατοπτρίζουν με λίγα λόγια την ταυτότητά του.
Τα νερά των δίδυμων καταρρακτών στα Τζουμέρκα.
Η Ήπειρος, σαν άπειρος χώρα, έχει σαν κύριο χαρακτηριστικό της την απεραντοσύνη του τοπίου της. Οι ακραίες αντιθέσεις που συνυπάρχουν σε αυτό έκαναν τη ζωή των κατοίκων δύσκολη. Το άγριο ορεινό τοπίο και οι αντίξοες συνθήκες ζωής μετέτρεπαν την καθημερινότητα σε μία συνεχή πάλη για την επιβίωση. Υπάρχει μία αδιάρρηκτη σύνδεση μεταξύ των Ηπειρωτών, των μοιρολογιών και του περιβάλλοντος της Ηπείρου. Υπάρχει μία διαρκής ένταση μεταξύ αυτών των τριών.
ΗΠΕΙΡΟΣ – Νόμισμα με το Δία από τη μία πλευρά και με τη λέξη ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ (Ηπειρος – άπειρος χώρα) από την άλλη.
Μοναδικό μέσο απομάκρυνσης από τη σκληρή πραγματικότητα, η μουσική. Το αβέβαιο της καθημερινότητας δημιουργούσε την ανάγκη εύρεσης ενός εργαλείου επιβίωσης. Η μουσική στην Ήπειρο είχε ένα και μοναδικό σκοπό: την επούλωση των πληγών της κοινότητας.
Από αριστερά: Λάμπρος Τζόκας, Βασίλης Παπαγεωργίου, Σάββας Σιάτρας, Γιάννης Διαμάντης, Κώστας Σιάτρας
Στα ηπειρώτικα μοιρολόγια ο ήχος του οργάνου βγαίνει από αυτό, διαπερνά τους χορευτές/ακροατές και τους βοηθά να βιώσουν μία συναισθηματική μεταμόρφωση, μία εκσταση που θα οδηγήσει στην κάθαρση. Είναι λες και το κλαρίνο ξέρει καλύτερα αυτό που νιώθεις, όταν χάνεις ένα οικείο σου πρόσωπο.
Εκεί που όλα είναι βουβά, το μοιρολόι έρχεται και δίνει φωνή σε όσα νιώθει η ψυχή σου. Πονάς, ξεσπάς, πενθείς για εκείνα που χάθηκαν και δυστυχώς δεν θα ξαναγυρίζουν. Εκφράζει έναν ταπεινό τρόπο συμπαράστασης απέναντι στη δυστυχία και σε όλα εκείνα που κακώς φέρνει η ζωή, είτε έχουν κάποιον σκοπό (με δυνατότητα αποφυγής) είτε εντελώς τυχαία.
Ξημέρωμα στη Βίτσα O Διονύσης Παπαστέργιος οδηγεί τους κατοίκους παίζοντας λαούτο – foto Andrea Frazzetta – Amanda Petrusich The New York Times
Το Μοιρολόι, όντας ο πυρήνας της Ηπειρώτικης μουσικής, περικλείει μέσα του δύο αντιφατικές έννοιες: από τη μία την έκφραση της απώλειας και από την άλλη την έκφραση της χαράς της ζωής. Για αυτό και άλλωστε αποτελεί σημαντικό μέρος και μιας κηδείας και ενός πανηγυριού. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση σχετικά με το τί νιώθει όταν ακούει ένα ηπειρώτικο μοιρολόι: «νιώθω ένα είδος νοσταλγίας για πράγματα που δεν αισθάνθηκα ποτέ»
ΙΣΟΚΡΑΤΙΣΣΕΣ 2: Είναι ένα φωνητικό σύνολο οκτώ Ελληνοαλβανίδων, οι οποίες συνεχίζουν την αρχαία παράδοση των πολυφωνικών τραγουδιών από την Ήπειρο. Γεννημένες και μεγαλωμένες στα ελληνόφωνα χωριά γύρω από τη Δερόπολη και την Πολύτσανη της Αλβανίας, οι Ισοκράτισσες γαλουχήθηκαν με αυτά τα τραγούδια από την παιδική τους ηλικία. Οι γυναίκες της ομάδας είναι ηλικίας 21-58 ετών, κάποιες από αυτές είναι αδερφές, ενώ επίσης υπάρχει ανάμεσά τους και μια θεία.
Το μοιρολόι εκφράζει τον κύκλο της ζωής του ανθρώπου, που είναι κύκλος πτώσης και ανάτασης, αμαρτίας και σωτηρίας, υποδούλωσης στα πάθη και απελευθέρωσης. Πολλά μοιρολόγια διαθέτουν μελωδικές διακυμάνσεις που σε ταξιδεύουν σε αυτόν τον ρυθμό και στον κύκλο της αρχικής πτώσης, σε πολλές όμως περιπτώσεις το τέλος ενός μοιρολογιού συμπίπτει χρονικά με την αρχή ενός χαρμόσυνου λεβέντικου πωγωνίσιου. Εκεί η χαρά είναι διπλή. Σε αυτό το σημείο έχεις βιώσει τον θάνατο και νιώθεις την ανάσταση να αρχίσει να αχνοφέγγει μέσα σου. Πώς να μην δακρύσεις με ένα τέτοιο βίωμα;
Δύο σημαντικές προσωπικότητες της παραδοσιακής μας μουσικής, ο ζωντανός θρύλος του κλαρίνου Πετρολούκας Χαλκιάς και ο βιρτουόζος λαουτίστας Βασίλης Κώστας, συναντιούνται στην πολυαναμενόμενη δισκογραφική δουλειά «The Soul of Epirus»
Ενθυμούμενοι όλες αυτές τις πολιτισμικές συνήθειες των τόπων μας, κρατάμε ζωντανή την ελληνική παράδοση και τη μνήμη αυτής. Η μουσική, είτε για ευχάριστους λόγους είτε όχι, είναι μια μορφή συμπαράστασης. Κάποιος δύναται να πενθήσει και να κλάψει για τον χαμό αγαπημένων του, απλά και μόνο στο άκουσμα των ηπειρώτικων μοιρολογιών.
«Ω, όχι, εννοώ δεν υπάρχει ένα βιβλίο για τη μουσική που να με ενέπνευσε. Αυτό όμως το έκανε ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας που ονομάζεται “Roadside Picnic”».
CHRISTOPHER C. KING (αυτοβιογραφικα στοιχεία) (αποσπάσματα συνέντευξης: M. Hulot 16.10.2022) Christopher King: «Στην Αμερική ακολουθούσα τη συνήθεια, στην Ελλάδα ερωτεύτηκα τη ζωή»Ο βραβευμένος με Grammy Αμερικανός εθνομουσικολόγος και συγγραφέας του βιβλίου «Ηπειρώτικο Μοιρολόι» μοιράζεται με τη LiFO τους μεγάλους σταθμούς του ταξιδιού του: από ένα μικρό χωριό της Βιρτζίνια μέχρι την Κόνιτσα και από τη Νέα Υόρκη μέχρι την Αθήνα.
….Γεννήθηκα το 1971 σε ένα μικρό χωριό που ονομάζεται Hot Springs, στην αγροτική περιοχή Bath της Πολιτείας της Βιρτζίνια, ένα εντελώς απομονωμένο και ερημικό μέρος. Η οικογένειά μου ήταν πολύ φτωχή: ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος μουσικής και έβγαζε ελάχιστα, η μητέρα μου δεν δούλευε και επειδή μεγάλωσε σε αγρόκτημα με πολλά αδέρφια, φερόταν σε μένα και τα αδέλφια μου σαν να ήμασταν άγρια ζώα, σαν αγελάδες ή κοτόπουλα. Μεγάλωσα κυρίως εξερευνώντας δάση και σπηλιές, ψάχνοντας για αιχμές από βέλη σε καταυλισμούς Ινδιάνων.
Ήμασταν τυπική οικογένεια των Απαλαχίων, δηλαδή ανεξάρτητοι ‒ οι άνθρωποι εκεί επιβιώνουν μόνοι τους, δεν βασίζονται σε άλλους ανθρώπους. Ο παππούς και η γιαγιά μου από την πλευρά του πατέρα μου δεν έβγαλαν ποτέ λεφτά, δεν πλήρωσαν ποτέ φόρους, γιατί τα έκαναν όλα στο αγρόκτημά τους. Καλλιεργούσαν το φαγητό τους, είχαν το δικό τους γάλα, τα δικά τους λαχανικά, τα πάντα. Έτσι, κάθε πρωί με ξύπναγε ο παππούς μου, τσεκάραμε τις παγίδες για να δούμε αν είχαν πιαστεί ζώα και τα φέρναμε στο σπίτι για να τα μαγειρέψουν. Συχνά τρώγαμε ρακούν.
Ο πατέρας μου ήταν πολύ καλύτερος συλλέκτης από μένα. Συνέλεγε τα πάντα, φιλμ 16mm, μουσικά κουτιά, φωνόγραφους, δίσκους, αντίκες, γλυπτά, κομμάτια από σύρμα. Όλες οι αναμνήσεις που έχω από τον μπαμπά μου είναι να βγαίνουμε με το αυτοκίνητο και να ψάχνουμε στα σκουπίδια μήπως κάποιος πέταξε κάτι πολύτιμο και να το φέρνουμε στο σπίτι. Από αυτόν μού κόλλησε η ιδέα να σώζω πράγματα.
Μουσική άρχισα να συλλέγω όταν ήμουν δεκαπέντε χρονών. Βοηθούσα τον παππού μου να αδειάσει μια καλύβα που είχαμε στο αγρόκτημα γιατί ήθελε να την κάψει και να μεγαλώσει τον κήπο και μέσα εκεί βρήκα ένα παλιό πικάπ Victrola και ένα κουτί με δίσκους, όλοι γραμμοφώνου, ηχογραφημένους πριν από το 1930. Ο πατέρας μου με βοήθησε να τους καθαρίσω και, όταν τους έπαιξα, άκουσα για πρώτη φορά στη ζωή μου πρώιμη κάντρι, μπλουζ, πρώιμη γκόσπελ, hillbilly μουσική και κέιτζουν.
Όταν άκουσα Ουάσινγκτον Φίλιπς, τις θλιμμένες κέιτζουν μπαλάντες των Τζο και Κλεόπα Φάλκον και το «Dark was the night» του Μπλάιντ Γουίλι Τζόνσον, συνειδητοποίησα ότι για μένα δεν υπήρχε πλέον τίποτα άλλο στον κόσμο, το μόνο που ήθελα ήταν να ακούω αυτήν τη μουσική και να τη συλλέγω. Ήξερα από τότε ενστικτωδώς ότι η μουσική είναι ιερή και κάθε μέρα ανακαλύπτω κάτι νέο και μαζεύω τεκμήρια για να αποδείξω ότι η μουσική μπορεί να είναι πιο ιερή από το εσωτερικό μιας εκκλησίας, πιο ιερή απ’ την αγάπη, αν και ακόμα δεν γνωρίζω τι ακριβώς είναι και πώς λειτουργεί.
Epirus Antiquus Tabula: Η αρχαία ελληνική περιοχή της Ηπείρου, οι τοποθεσίες βασίζονται στον χάρτη του Γερμανού γεωγράφου Heinrich Kiepert 1878
….Δεν είχα καν εφηβική ηλικία, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι φόραγα γυαλιά, είχα μια τσιριχτή φωνή και έψαχνα παλιούς δίσκους κάτω από τις σκάλες σε διάφορα σπίτια. Πάντα κάτι έβρισκα και αυτός είναι ο λόγος που αγάπησα από την πρώτη στιγμή την Ελλάδα, γιατί οι άνθρωποι εδώ έχουν πολλούς παλιούς δίσκους από πατεράδες και παππούδες. Συλλέγω μουσική που γυρνάει την πλάτη της στην πόλη, μουσική της εξοχής, κάντρι μουσική, όχι μόνο αμερικανική αλλά μουσική και από τα νότια Βαλκάνια, από παντού.
…Όταν ήμουν παιδί ήθελα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο να γίνω αρχαιολόγος, επειδή μου άρεσε η ιδέα να ανακαλύπτω πράγματα, να καταλαβαίνω το γενικό πλαίσιο και έπειτα να μοιράζομαι όλα αυτά με άλλους ανθρώπους. Αυτό κάνει ένας αρχαιολόγος. Ο αρχαιολόγος και ο συγγραφέας πάντα πάλευαν μέσα μου.
….Μετά, επειδή η οικογένειά μου ήταν πολύ θρήσκα κι εγώ ακόμα πολύ νέος, ήθελα να γίνω ιεροκήρυκας. Όλα άλλαξαν όταν πήγα στο πανεπιστήμιο και ανακάλυψα τα κορίτσια. Επέλεξα να σπουδάσω το πιο προκλητικό αντικείμενο σε εκείνη την ηλικία, που ήταν η φιλοσοφία. Πάντα ήταν η αγάπη της ζωής μου, και είναι ακόμα: το να μη σκέφτομαι το ποιος, το τι, το πότε, το πού, αλλά το γιατί και το πώς. Αυτές για μένα είναι οι πιο ενδιαφέρουσες ερωτήσεις. Έτσι προσεγγίζω και τη μουσική. Γιατί φτιάχνουμε μουσική; Πώς φτιάχνουμε μουσική; Πώς σχετίζεται μαζί της οτιδήποτε άλλο;
«Η μουσική είναι τόσο φυσική όσο φυσική είναι και η αναπνοή για την ανθρωπότητα. Αλλά οι περισσότεροι από εμάς δεν ξέρουμε πώς να αναπνέουμε σωστά ή δεν εκτιμούμε το γεγονός ότι αναπνέουμε. Όταν αναπνέεις κάθε μέρα, δεν σκέφτεσαι πραγματικά πόσο ξεχωριστό είναι. Το ίδιο συμβαίνει και με τη μουσική».
…Η πρώτη φορά που είχα την εμπειρία της ελληνικής μουσικής ήταν πριν από περίπου έντεκα χρόνια, όταν πήγα στην Κωνσταντινούπολη. Ίσως είχα ακούσει τη μουσική που ξέρουν οι τουρίστες, αλλά δεν είχα ακούσει ποτέ αληθινή ελληνική μουσική, μέχρι που έπεσα πάνω σε μια στοίβα με δίσκους στην Πόλη. Αποφάσισα να πάω στην Κωνσταντινούπολη, επειδή η γυναίκα μου ήθελε να δει τον Λέοναρντ Κόεν που τραγουδούσε εκεί. Δεν τον είχα ακούσει ποτέ, αλλά δούλευα στη μουσική βιομηχανία και είχα κάποιους φίλους που κανόνισαν να βρω εισιτήρια, έτσι κλείσαμε το ταξίδι.
…Ο δικός μου σκοπός ήταν, μόλις βρεθώ εκεί, να ψάξω για δίσκους. Διασχίσαμε οικογενειακώς τον Βόσπορο για να πάμε σε ένα μέρος που ονομάζουν «ο δρόμος με τα γραμμόφωνα», ένα παζάρι μόνο με γραμμόφωνα και δίσκους γραμμοφώνου. Οτιδήποτε έβρισκα ήταν για μένα σκουπίδια, κυρίως ποπ μουσική του ’40 και του ’50, αλλά υπήρχε κι ένα μαγαζάκι που ήταν κλειστό γιατί ο ιδιοκτήτης του είχε πάει για προσευχή. Περίμενα υπομονετικά να επιστρέψει και όταν ήρθε ο Μουσταφά μου έδειξε μια μικρή παρτίδα δίσκων που είχε λάβει την προηγούμενη μέρα. Ήταν αλβανικοί και ελληνικοί δίσκοι, ανάμεικτοι.
Είχα κάνει κάποια μαθήματα αρχαίων ελληνικών και ήξερα λίγο γραμματική και μερικές λέξεις, αλλά δεν αρκούσαν για να καταλάβω τι εννοούσαν οι τίτλοι, δεν ήξερα τι είναι το μοιρολόι ή ο σκάρος. Το πρώτο πράγμα που έκανα μόλις επιστρέψαμε στο σπίτι μας στην Αμερική ήταν να πλύνω τους δίσκους και να τους ακούσω. Η επιφάνειά τους ήταν γρατζουνισμένη και έπαιζαν με πολύ θόρυβο, αλλά αυτό που άκουσα με συγκλόνισε.
Ξημέρωμα στη Βίτσα. O Διονύσης Παπαστέργιος οδηγεί τους κατοίκους παίζοντας λαούτο – foto Andrea Frazzetta – Amanda Petrusich The New York Times
Ήταν η μουσική που πάντα αγαπούσα, ωμή και αλουστράριστη, από τα δάση, ωστόσο δεν καταλάβαινα ποια ήταν η χρησιμότητά της, τον σκοπό της. Με τις περισσότερες μουσικές χορεύεις ή ακούς τους στίχους τους, αλλά αυτή η μουσική ήταν διαφορετική, είχε μια ξεχωριστή τελεολογία που δεν ήξερα τι είναι. Έτσι έπρεπε να το ανακαλύψω, και αυτό κάνω τα τελευταία έντεκα χρόνια της ζωής μου.
….Πρώτη φορά ήρθα στην Ελλάδα αφού ανακάλυψα αυτούς τους επτά δίσκους και άρχισα να τους ερευνώ. Είμαι συλλέκτης και ψυχαναγκαστικός, θέλω να τα έχω όλα, έτσι από επτά δίσκους σήμερα έχω φτάσει να έχω δυόμισι χιλιάδες, επειδή θέλω να καταλάβω ολόκληρο το γενικό πλαίσιο για όλους αυτούς. Έτσι, όταν ανακάλυψα ότι είναι από την Ήπειρο, στα βορειοδυτικά σύνορα της Ελλάδας με τη νότια πλευρά της Αλβανίας, αποφάσισα να έρθω εδώ και να ψάξω σε αυτά τα μέρη.
…Η πρώτη συλλογή με ελληνική μουσική που επιμελήθηκα λεγόταν χιουμοριστικά «Five days married & other laments: Song & dance from Northern Greece, 1928-1958» («Πέντε μέρες παντρεμένος & άλλα μοιρολόγια»). Ήταν με μουσική απ’ την Ήπειρο, ήθελα να δείξω όλο το φάσμα της, το τεκτονικό τραγούδι, τον σκάρο, το μοιρολόι, τη χορευτική μουσική, σαν στιγμιότυπα που συμπληρώνουν τη μεγαλύτερη εικόνα.
….Αποκαλείς τον εαυτό σου Έλληνα και μπορείς να πεις ότι αυτή η μουσική είναι «ελληνική μουσική», αλλά τι σημαίνει αυτό; Όχι απαραίτητα ότι τραγουδιέται από Έλληνες ή παίζεται από Έλληνες ή ορθόδοξους στο θρήσκευμα ανθρώπους. Κανείς δεν μπόρεσε να εκφράσει την ανθρώπινη απόγνωση καλύτερα από τον Αλέξη Ζούμπα, τόσο βαθυστόχαστα, αλλά πώς το έκανε αυτό μόνο με τον ήχο κάποιος που δεν είχε επίσημη εκπαίδευση;
Σύνδεσμος Συρρακιωτών Ιωαννίνων
…Πήρα την απόφαση να έρθω να ζήσω εδώ, στην Ήπειρο, το 2019, επειδή είχα ανακαλύψει ότι μπορούσα να βγάλω τα προς το ζην μιλώντας για τη μουσική, ερευνώντας και συλλέγοντας μουσική, αλλά, πάνω απ’ όλα, επειδή ερωτεύτηκα τη ζωή στην Ελλάδα. Στην Αμερική ακολουθούσα τη συνήθεια, κάθε μέρα τα ίδια, ξύπναγα, δούλευα και κοιμόμουν, εδώ κάθε μέρα ήταν μια απόλυτη πρόκληση. Τα πάντα είναι δύσκολα εδώ, στ’ αλήθεια τα πάντα είναι σχεδόν αδύνατα, αλλά μου αρέσει αυτό, η ιδέα ότι κάθε μέρα είναι ένας αγώνας με το αδύνατο που πρέπει να αντιμετωπίσω. Κάπως έτσι αποφάσισα να μετακομίσω στην Ήπειρο.
Τότε, όμως, συνέβησαν δύο τρομερά πράγματα, ο κορωνοϊός και ο Τραμπ. Αυτός ο συνδυασμός δημιούργησε μια θύελλα, η οποία είχε ως αποτέλεσμα πολιτικές κινήσεις και αντιδράσεις, καμιά φορά βίαιες, από το ΜeΤoo μέχρι τον υποβιβασμό της ελεύθερης έκφρασης. Όλα αυτά καλλιεργήθηκαν από τον Τραμπ και τον κορωνοϊό, δύο διαφορετικές «ασθένειες» που είχαν την ίδια συνέπεια.
Σούλι κάστρο της Κιάφας σε χαλκογραφία του H.Holland
….Αγαπάω την Αμερική, είμαι Αμερικανός και αντιλαμβάνομαι ότι το να είσαι Αμερικανός σημαίνει ότι έχεις μια ηθική, την ιδέα που σου έχει καλλιεργηθεί ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα –μπορώ να νικήσω τον Χίτλερ, μπορώ να νικήσω τον Μουσολίνι, μπορώ πάντα να νικάω‒, έχουμε αυτή την νοοτροπία. Και ξαφνικά σου λένε ότι, συν τοις άλλοις, δεν έχεις πλέον την ελευθερία έκφρασης που είχες κάποτε.
Κάπως έτσι καταρρέει ένας ολόκληρος κόσμος γύρω σου ‒ κι αυτό με λύπησε πάρα πολύ. Η Αμερική δεν έχει πλέον δημοκρατία, δεν έχει σχέση με τη δημοκρατία αυτό που επικρατεί εκεί, είναι μια χώρα που δεν αναγνωρίζω, γι’ αυτό και αποφάσισα να φύγω. Στην Ελλάδα αισθάνομαι μεγαλύτερη ασφάλεια.
«Η μουσική δεν έχει καμία σχέση με το να είσαι πάνω σε μια σκηνή. Πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στους ανθρώπους».
Η ΜΟΥΣΙΚΗ
…Η μουσική είναι όπως το νερό που τρέχει: περνάει πρώτα από μια μαύρη πέτρα, μετά από μια λευκή ή μια γκρίζα, αλλά η σειρά δεν έχει στ’ αλήθεια σημασία. Έτσι και στην Αμερική, αυτό που ονομάζουμε μπλουζ μουσική, δεν είναι εφεύρεση ενός αλλά πολλών ανθρώπων. Είναι όπως τα έργα του Ομήρου, που αποδίδονται μόνο σ’ αυτόν, αλλά οι πιο πολλοί μελετητές τώρα λένε ότι δεν υπάρχει ένα μόνο ιστορικό πρόσωπο που ονομάζεται Όμηρος αλλά ομηρική παράδοση, ολόκληρες γενιές ανώνυμων βάρδων που αυτοσχεδίαζαν με την ομηρική ποίηση και με τα χρόνια οι αφηγήσεις παγιώθηκαν σε μία.
”. Η μουσική όμως δεν ανήκει σε κάποιον άνθρωπο ή σε έναν λαό. Είναι ένα παγκόσμιο πράγμα. Καμία ομάδα ανθρώπων δεν υπήρξε ποτέ σε καμία στιγμή, σε κανένα μέρος, που να μην είχε μουσική. Είναι ενδιαφέρον να σκεφτούμε ότι δεν σχηματίζουμε μόνο κτητικά όρια στη μουσική, “αυτό είναι δικό μου, δεν είναι δικό σου”… Νομίζουμε ότι την ξέρουμε. Αλλά όχι, δεν ξέρουμε τίποτα
ΤΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ: ΤΟ ΒΙΟΛΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΛΑΡΙΝΟ
….Τώρα παίζουν τα ηπειρώτικα με το κλαρίνο. Πριν έρθει το κλαρίνο στην Ελλάδα, τα έπαιζαν με το βιολί. Πριν έρθει το βιολί, με φλογέρα. Το κλαρινέτο δεν εισήχθη στην Ελλάδα μέχρι το 1830, αλλά δεν έγινε πραγματικά μεγάλο παρά πολύ αργότερα. Πριν από αυτό για 200 χρόνια κυρίαρχο ήταν το βιολί. Πριν παρουσιαστεί το βιολί θα έπρεπε να το παίξουν σε ένα πιο απλό όργανο, οπότε σε αυτήν την περίπτωση θα είχαμε τη φλογέρα, και νωρίτερα θα ήταν φωνητικά. Θα ήταν με ό,τι υπήρχε τριγύρω.
Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΚΟΝΙΤΣΑ
…H ζωή μου στην Κόνιτσα είναι όμορφη, αγαπάω τους γείτονές μου και όλοι νοιάζονται για μένα. Δεν με αποκαλούν «Κρις» αλλά «Κρις μου», λένε «ο Κρις μας» κι αυτό σημαίνει πολλά για μένα, γιατί δεν είμαι ξένος, είμαι πλέον μέρος του χωριού. Κι έχω ένα περίπλοκο πρόγραμμα που προσαρμόστηκε στις ντόπιες συνήθειες: ξυπνάω νωρίς, φτιάχνω τον καφέ μου, κάνω τις ασκήσεις μου, έπειτα κάνω έναν μεγάλο κύκλο στο χωριό για να επισκεφτώ το σπίτι της Χάμκως και στη συνέχεια ασχολούμαι με τις καθημερινές αγγαρείες μου: γράφω για δυο-τρεις ώρες, φροντίζω τον κήπο μου.
Πλέον κάνω ό,τι και οι υπόλοιποι Έλληνες, δουλεύω μέχρι να κουραστώ και μετά κάνω σιέστα. Όταν ξυπνάω από τη σιέστα φτιάχνω καφέ και συνεχίζω να δουλεύω. Είναι σαν να ζω δύο μέρες, όχι μία. Είναι τέλεια.
«Μπορείς να έχεις μια κουλτούρα που έχει πολιτικά σύνορα αλλά η κουλτούρα είναι η ίδια παρά τα σύνορα».
ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΕΛΛΗΝΑΣ
…Έχω ελληνικό διαβατήριο, αλλά η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω πόσο Έλληνας είμαι. Έχω έναν φίλο στην Αμερική που είναι Έλληνας, με καταγωγή από την Άρτα, από τους πιο διακεκριμένους χειρουργούς εγκεφάλου στην Αμερική. Βασίλης Καρυώτης είναι το όνομά του, διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Τζονς Χόπκινς κι αυτός μου έδωσε τον καλύτερο ορισμό για το τι σημαίνει να είσαι Έλληνας: «Η ελληνικότητα δεν έχει καμία σχέση με τη γλώσσα σου, με το δέρμα σου ή με το πού γεννήθηκες, έχει να κάνει μόνο με τον τρόπο που σκέφτεσαι».
Οι Έλληνες συνδυάζουν ιδέες με τρόπους που δεν κάνουν άλλοι άνθρωποι. Δεν έχω συναντήσει ποτέ ανθρώπους με πιο ανοιχτή καρδιά, είναι πρόθυμοι να σου φερθούν σαν να είσαι οικογένειά τους, αυτή είναι η μεγαλύτερη αρετή σας. Οι Έλληνες ξέρουν πώς να διαχειρίζονται τα συναισθήματα με έναν πολύ υγιή τρόπο, ξέρουν πώς να θρηνούν, μέσα από τα μοιρολόγια, που είναι ένας ιδιοφυής τρόπος, και την ίδια στιγμή ξέρουν πώς να αγαπούν, πώς να μετανιώνουν, έχουν μια βαθιά συναισθηματική ωριμότητα.
..Το επόμενο βιβλίο που δουλεύω για τις εκδόσεις Δώμα είναι για τα πανηγύρια γενικά, όχι μόνο στην Ήπειρο. Έχω αυτή την περίεργη αντίληψη ότι δεν μπορείς να κατανοήσεις την κουλτούρα ενός τόπου αν δεν καταλάβεις οτιδήποτε συνδέεται με αυτή. Δεν μπορείς να καταλάβεις τη μουσική που παίζεται σε ένα πανηγύρι εάν δεν καταλάβεις τη διαδικασία του να φτιάχνεις τσίπουρο, τον τρόπο που φτιάχνουν το σουβλάκι, την αρχιτεκτονική του χωριού, το πώς οι άνθρωποι γιορτάζουν άλλα γεγονότα. Έτσι, δεν μπορείς να καταλάβεις τη μουσική της Ηπείρου εάν δεν καταλάβεις τη μουσική όλων των περιοχών που την περιτριγυρίζουν.
…Μαγειρεύω επειδή είμαι εργένης και μου αρέσει το καλό φαγητό. Συνήθως φτιάχνω νοτιοαμερικάνικα πιάτα με λαχανικά, μπάμιες κλπ., τηγανητό κοτόπουλο, αλλά φτιάχνω και πολλά ελληνικά παραδοσιακά πιάτα, κοτόπουλο με μπάμιες, κοντοσούβλι. Στον μικρό μου κήπο καλλιεργώ λαχανικά, έτσι έχω τα πάντα φρέσκα.
Οι συντοπίτες μου είναι κυρίως ηλικιωμένοι άνθρωποι και μαθαίνω πολλά φαγητά απ’ αυτούς. Μια ηλικιωμένη γυναίκα μού έδειξε πώς να φτιάχνω αγριογούρουνο, που είναι το κύριο πιάτο της Ηπείρου. Μου έκαναν μεγάλη εντύπωση αυτά που έχω δει να κάνουν τα αγριογούρουνα.
….Η ζωή με έμαθε ότι δεν υπάρχει τύχη, δεν υπάρχει σύμπτωση, δεν υπάρχει τυχαιότητα, μόνο ένα διακριτικό μοτίβο που το χτίζεις μόνος σου και έχεις την ευθύνη της ολοκλήρωσής του….τέλος
«Η μουσική όμως δεν ανήκει σε κάποιον άνθρωπο ή σε έναν λαό. Είναι ένα παγκόσμιο πράγμα. Καμία ομάδα ανθρώπων δεν υπήρξε ποτέ σε καμία στιγμή, σε κανένα μέρος, που να μην είχε μουσική. Είναι ενδιαφέρον να σκεφτούμε ότι δεν σχηματίζουμε μόνο κτητικά όρια στη μουσική – “αυτό είναι δικό μου, δεν είναι δικό σου” ».
ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ
Ο Christopher C. King είναι εθνομουσικολόγος, συγγραφέας, παραγωγός και πρεσβευτής της παραδοσιακής μουσικής. Μέσα σε 25 έτη έχει κυκλοφορήσει 353 συλλογές CD με ιστορική λαϊκή μουσική από όλο τον κόσμο. Το 2002 κέρδισε Grammy στην κατηγορία της ιστορικής παραγωγής και έχει προταθεί άλλες επτά φορές.
Το 2018 έγραψε ένα βιβλίο για την παραδοσιακή λαϊκή μουσική της βορειοδυτικής Ελλάδας, το “Lament from Epirus” (εκδόσεις W. W. Norton), και την ίδια χρονιά μεταφράστηκε και δημοσιεύτηκε στα ελληνικά από τις εκδόσεις ΔΩΜΑ (ως «Ηπειρώτικο μοιρολόι»).
Το βιβλίο του King και οι συναφείς συλλογές παραδοσιακής μουσικής των νοτίων Βαλκανίων χαίρουν ευρείας κριτικής αποδοχής. Τα τελευταία 12 χρόνια έχει συστήσει στο διεθνές κοινό τα μοιρολόγια της Ηπείρου, τα τραγούδια και τους χορούς της Ελλάδας και τις βαθιά ριζωμένες κουλτούρες που εξακολουθούν να ευδοκιμούν στα νότια Βαλκάνια.
Φέρνοντας τους New York Times στην Ήπειρο το 2014, συντονίζοντας ένα μεγάλο ντοκιμαντέρ το «While you live, shine» στην περιοχή το 2017 και παρουσιάζοντας τη μουσική της Ελλάδας σε όλη την Ευρώπη και την Αμερική από το 2018-2024, ο King είναι ένας ακούραστος και αφοσιωμένος υποστηρικτής της μουσικής των νοτίων Βαλκανίων.
Έχει εργαστεί ως ειδικός σε θέματα ψηφιακής διατήρησης για τη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου και το Mayrent Institute of Yiddish Culture. Επιπλέον, έχει διατελέσει σύμβουλος μουσείων στις Ηνωμένες Πολιτείες και έχει παρουσιάσει το έργο του σε διάφορες δημοσιεύσεις και χώρους, όπως το TEDx, η Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης, η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, η Μουσική Βιβλιοθήκη του Μεγάρου Μουσικής (μαζί με τον Λάμπρο Λιάβα), η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου και το Paris Review of Books.

Είναι εκδότης (πρόεδρος) του επιφανούς Association for Recorded Sound Collections Journal. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 10 ετών έχτισε τη μεγαλύτερη και πληρέστερη συλλογή νότιας βαλκανικής μουσικής σε μορφή δίσκου 78 στροφών. Για την άνοιξη του 2022 ο King έλαβε υποτροφία δημόσιας διπλωματίας από το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ με σκοπό να πραγματοποιήσει διαλέξεις στην Ελλάδα σχετικά με τη συμβολή των Ελληνοεβραίων γυναικών στην ελληνική παραδοσιακή μουσική.
Το καλοκαίρι του 2022 του απονεμήθηκε η επίτιμη ελληνική ιθαγένεια για το έργο του στην προώθηση της ελληνικής μουσικής. Το φθινόπωρο του 2022 διαχειρίστηκε την περιοδεία στις ΗΠΑ των Ισοκρατισσών, ενός αμιγώς γυναικείου συνόλου Ελληνοαλβανίδων ερμηνευτριών πολυφωνικού τραγουδιού. Από το 2023 επιμελείται το διεθνώς καταξιωμένο τριήμερο φεστιβάλ της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση, «Γιατί ’ναι μαύρα τα βουνά» στην Κόνιτσα.
«Νομίζω ότι είναι καλύτερα να πω πως δεν είμαι εδώ για να διδάξω, δεν είμαι εδώ για να δείξω, δεν είμαι εδώ για να εξηγήσω γιατί όσο σκληρά και να προσπαθήσω πάντα θα είμαι λίγο στην απ’ έξω. Αυτό που είμαι είναι απλώς ένας καταλύτης. Είμαι εδώ για να κεντρίσω το ενδιαφέρον ή για να κάνω κάποιους να πουν “το κάνει αυτό εδώ, οπότε ίσως μπορούμε να κάνουμε κι εμείς αυτό εκεί”. Αυτό κάνει ένας καταλύτης. Ναι, είναι λίγο καλύτερο να σκέφτομαι τον εαυτό μου έτσι, αλλά όχι, δεν είμαι δάσκαλος. Δεν είμαι ειδικός. Δεν είμαι τίποτα από αυτά».
Η ΤΑΙΝΙΑ: ΟΣΟΝ ΖΗΣ, ΦΑΙΝΟΥ / WHILE YOU LIVE, SHINE
ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ, ΕΝΑΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΙΡΛΑΝΔΟΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ
Η αυθεντικότητα της Ηπειρωτικής μουσικής παράδοσης, και ιδιαίτερα αυτής του Ζαγορίου με τα παραδοσιακά πανηγύρια, που αντιστέκεται και μένει αναλλοίωτη στο χρόνο και στις ξένες επιρροές θα προβληθεί σε όλο τον κόσμο μέσα από τη νέα ταινία «While you Live, Shine» («Όσο ζεις, λάμπε») του Ιρλανδού σκηνοθέτη Paul Duane και την δουλειά του Αμερικανού μουσικού ερευνητή Christopher King που ήταν και ο εμπνευστής της.
Η επιλογή του τίτλου της ταινίας δεν έγινε τυχαία, αφού το «While you live, shine» που σημαίνει «Όσο ζεις, λάμψε» (στην αρχαία ελληνική «Όσον ζης, φαίνου»), δανείζεται τον τίτλο του από το αρχαιότερο γραμμένο τραγούδι του κόσμου – ένα μοιρολόι χαραγμένο σε επιτύμβια στήλη του Σείκιλου στη Μικρά Ασία, θέλει να δείξει ότι αφορά κάτι το αυθεντικό – και ανοίγει ένα παράθυρο στο μεγαλείο της Ηπειρωτικής τέχνης και της συλλογικής της εμπειρίας.
Πρόκειται για λέξεις από στίχο που αποτελεί την πρώτη σωζόμενη γνωστή ολοκληρωμένη μουσική σύνθεση στον κόσμο και είχε γραφτεί από τον Σείκιλο (γύρω στο 200 π.Χ.): «Όσο ζεις λάμψε, καθόλου μη λυπάσαι. Γιατί λίγο διαρκεί η ζωή, και ο χρόνος απαιτεί την πληρωμή του», ένα τραγούδι μεταγραμμένο σε αρχαία ελληνική μουσική σημειογραφία.
WHILE YOU LIVE, SHINE 2016
Ο πολύπειρος Ιρλανδός σκηνοθέτης ταξίδεψε με την κάμερά του και ένα μικρό συνεργείο στα Ζαγοροχώρια, όπου τον περίμενε ο Κρίστοφερ Κινγκ, ο άνθρωπος που παράτησε την ζωή του στις ΗΠΑ για να βρεθεί στον τόπο όπου γεννήθηκε η ηπειρώτικη μουσική.
Η ταινία γυρίστηκε τον Αύγουστο του 2016 σε διάφορα μέρη του Ζαγορίου και των Ιωαννίνων, κυρίως όμως στη Βίτσα, εκεί που το πανηγύρι τις ημέρες του Δεκαπενταύγουστου, αν και διαφορετικό από ό,τι παλιότερα, συνεχίζει να σέβεται την παράδοση. «Παρακολουθεί» τον King στη Βιρτζίνια των ΗΠΑ και τον King στο Ζαγόρι.
Σκηνοθεσία/Direction: Paul Duane
Χώρα Παραγωγής/Country: Ιρλανδία, Ελλάδα, Η.Π.Α. / Ireland, Greece, U.S.A
Διάρκεια/Duration: 80′ Έτος Παραγωγής/Year: 2018 Γλώσσα/Language: Αγγλικά / English Υπότιτλοι/Subtitles: Ελληνικά / Greek
Ένα συγκινητικό, δυνατό ταξίδι βαθιά μέσα στην παλαιότερη μουσική του δυτικού κόσμου, με οδηγό τον εκκεντρικό μουσικολόγο που έχει αφιερώσει τη ζωή του στην κατανόηση και τη διατήρησή της. Μια καθηλωτική ηχητική και οπτική πανδαισία που αφήνει τον θεατή με την αίσθηση ότι έχει εξερευνήσει έναν τρόπο ζωής που ο 21ος αιώνας έχει αφήσει πίσω του. Ένα κάλεσμα για έναν διαφορετικό τρόπο ακρόασης μουσικής, να κατανοούμε την ανθρώπινη φύση και να ζούμε ως κοινότητα.
Η ταινία που παρουσιάζει την ομορφιά του Ζαγορίου, της μουσικής και των ανθρώπων της περιοχής, γυρίστηκε το καλοκαίρι του 2016 στη Βίτσα με πολλές σκηνές από το παραδοσιακό πανηγύρι και, σχεδόν ολοκληρωμένη, προβλήθηκε την Κυριακή 13 Αυγούστου στο κοινό του Ζαγορίου και όχι μόνο, στο υπαίθριο θέατρο «Άγγελος Κίτσος» του Μονοδενδρίου, παρόντων των κ.κ Duane και King.
Ήταν, άλλωστε, δέσμευση τους προς τους κατοίκους της Βίτσας, και όσους συνέβαλαν για το γύρισμα της, πριν γίνει η επίσημη πρώτη προβολή διεθνώς τον ερχόμενο χειμώνα, στην εκδήλωση την οποία διοργάνωσαν το Ριζάρειο Ίδρυμα, ο Δήμος Ζαγορίου και το Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ιωαννιτών.
Πριν την προβολή της ταινίας η κομπανία του Κώστα Βέρδη έπαιξε για το κοινό τραγούδια του από το Ζαγόρι, αλλά και πολυφωνικά.
Η ταινία, εκτός από τις εικόνες από το πανηγύρι της Βίτσας, προβάλλει τοπία του Ζαγορίου, τον πολιτισμό και τους ανθρώπους της αρκετοί από τους οποίους εξηγούν τι σημαίνει για αυτούς το πανηγύρι και πως επιδρά στη ζωή και συμπεριφορά τους η μουσική και το τραγούδι και βέβαια ορισμένους από τους καλύτερους σημερινούς μουσικούς, όπως τον μεγάλο Γρηγόρη Καψάλη, τον Κώστα Βέρδη και τους Χαλκιάδες.
Αναμφίβολα σε μια ταινία δεν είναι δυνατόν να παρουσιαστεί όλη η ιστορία της ηπειρώτικης μουσικής, ούτε συνολικά η ιστορία του τόπου και των ανθρώπων του, αλλά αυτό που επιχειρείται είναι να αναδειχθεί και τονιστεί η αγάπη που αισθάνεται ένας ξένος, για τον πολιτισμό του Ζαγορίου και της Ηπείρου. Αυτό που ένιωσε ο Christopher King.
Ο σκηνοθέτης Paul Duane ανέφερε ότι έχει μάθει μια ελληνική λέξη, «ευχαριστώ» και ευχαρίστησε όσους σ.υνέδραμαν στην προσπάθεια να γυριστεί και παρουσιαστεί η δουλειά του. «Θα πω, πρόσθεσε, μόνο ένα πράγμα για την ταινία μου, είναι η ταινία ενός ξένου για την Ήπειρο, είναι για να τη δουν άνθρωποι σε όλο τον κόσμο, στην Ευρώπη, την Αυστραλία και στην Αμερική για να δείξουμε την ομορφιά της παραδοσιακή μουσικής της Ηπείρου και για να το πετύχουμε αυτό το δείξαμε μέσα από τα μάτια ενός αμερικανού του Christopher King»
ΠΗΓΕΣ: www.offlinepost.gr, www.tovima.gr, https://a8inea.com, bookpress.gr, https://en.wikipedia.org, https://dropolinews.gr, https://avalonofthearts.gr, https://press.ert.gr, https://elculture.gr, www.offlinepost.gr, https://daskalemata.weebly.com, https://old.greekcommunity.com, https://vmrebetiko.gr, www.domabooks.gr, www.protagon.gr, https://typos-i.gr, www.onassis.org.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
«Η μουσική είναι τόσο φυσική όσο φυσική είναι και η αναπνοή για την ανθρωπότητα. Αλλά οι περισσότεροι από εμάς δεν ξέρουμε πώς να αναπνέουμε σωστά ή δεν εκτιμούμε το γεγονός ότι αναπνέουμε. Όταν αναπνέεις κάθε μέρα, δεν σκέφτεσαι πραγματικά πόσο ξεχωριστό είναι. Το ίδιο συμβαίνει και με τη μουσική». Christopher King
































