ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

Η αντίκρουση του χειμώνα
Συχνά πηγαίνοντας με τα πόδια, κουβαλώντας μονάχα
το μισογεμισμένο σάκκο μου, στα τόσο δροσερά
κι απόμακρα λαγούμια
λίγο πιο κείθε απ’ τη φαντασία σ’ εκείνη τη δεύτερη
μεγάλη και καθάρια πραγματικότητα
που γιορτάζουν έρημοι σαν όλα τ’ απόκοσμα ζούδια
οι ουρανόπληχτοι με τ’ άδικο σκοτωμένο
σαν όρνιο στην άφωνη ρεματιά την απροσδόκητη –
χάνομαι σ’ αναρίθμητα μόρια ζωής που δεν τα βλέπω.

Κάθε φορά και πιο πολλές είν’ εκεί πέρα οι γιορτάδες
κάθε φορά και πιότερα σα ν’ ακούγονται τραγούδια.
Κρατώντας την εσθήτα της Παναγίας
ο Έσχατος τ’ Ουρανού με χιλιάδες έντομα στην όραση
μ’ αξεθύμαστα γιασεμιά στο νυμφώνα
μ’ άλλα θεάματα της αγάπης από μέσα
και μ’ άλλα γεγονότα σπιθοβολώντας
αγγίζει τους ραχιτικούς και θεραπεύει την αρθρίτιδα
μαλάζει τους πρησμένους αστραγάλους
αφήνει τρυφερά την αλήθεια πάνω σ’ όλες τις αρρώστιες
και κείνες χάνονται καθώς τα ευδιάλυτα νέφη.

Σιγά-σιγά ρυθμίζεται κι ο θάνατος
αρχίζει το νταούλι μεσ’ στα πανηγύρια
κι ολούθε πια σηκώνεται στο στήθος η ρωμιοσύνη
και μας αρωματίζει μ’ ανείπωτο μοσχολίβανο.
Καίγονται τότε τα φωτερά κοντάκια μεσ’ στους ύμνους
κι ανασαίνουμε πέλαγα σε μικρή κολυμβήθρα
κι αποσπούμε τα καρφιά της Σταυρώσεως.

Εκεί μια τέτοιαν ώρα σαν ωραιότατος
εγέρθηκε καπνός ο Γελάσιος και είπε:
«Το μέλλον είναι μάτι
το παρελθόν αυτί
για τον απλό χωριάτη
και για τον ποιητή!
Το μέλλον είναι κάτι,
μα όχι κάτι που νομίζουμε…»

Γεννιέσαι και μπαίνεις μεσ’ στο αίνιγμα
πεθαίνεις και τ’ αφήνεις ανέπαφο.
Τι άλλο να προσθέσω πια στη δύναμη του έαρος;
Πλήρης από έλλειψη νοήματος
υπερέχω.
Τίποτ’ άλλο δεν έχω να εκπροσωπήσω
τη χαρά μου μονάχα και μονάχα τη θλίψη μου
σ’ αυτό τον κόσμο που τον παγιδεύει θανάσιμα
όχι το σκοτάδι κ’ η μαυρίλα
μα το βαθύ χαντάκι της προοπτικής…
Ο χρόνος είχε μόλις ανατείλει.

Από τη συλλογή «Χορταριασμένα χάσματα», (1974), που περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική έκδοση «Νίκος Καρούζος – Τα ποιήματα Α΄ (1961-1978)», εκδ. Ίκαρος (ε΄ έκδοση 2013).  Το βράδυ, πριν από τα μεσάνυχτα, ένα ποίημα σαν καληνύχτα.

Ο ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ

Ο Νίκος Καρούζος διαβάζει ποιήματά του σε εκπομπή του Τρίτου Προγράμματος

Ο Καρούζος απαγγέλει Καρούζο

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ: ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ο Νίκος Καρούζος (1926-1990) του Δημήτρη και της Κωνσταντίνας, το γένος Πιτσάκη, γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος στρατευμένος στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, διώχτηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και εξορίστηκε μετά τη συνθηκολόγηση της Βάρκιζας. Η μητέρα του ήταν κόρη ιερωμένου και δασκάλου.

Κατά τη διάρκεια των γυμνασιακών του χρόνων ο Καρούζος έδρασε στην ΕΠΟΝ και εξορίστηκε στην Ικαρία (1947) και στη Μακρόνησο (1951), από όπου έφυγε τελικά το 1953 μετά από νευρικό κλονισμό. Παντρεύτηκε δύο φορές, το 1955 τη Μαρία Δαράκη, με την οποία έζησε λίγους μόλις μήνες και το 1963 τη Μαίρη Μεϊμαράκη, από την οποία χώρισε το 1980. Από το 1981 και ως το τέλος της ζωής του τον συντρόφεψε η Εύα Μπέη.

Γράμμα στη δεύτερη σύζυγό του Μαίρη Μεϊμαράκη

Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα, δεν ολοκλήρωσε όμως τις σπουδές του, καθώς ήδη από το 1941 είχε στραφεί στην ποίηση. Το 1949 πραγματοποίησε την πρώτη επίσημη εμφάνισή του στο χώρο των γραμμάτων με τη δημοσίευση του ποιήματός του “Σίμων ο Κυρηναίος” στο περιοδικό “Ο Αιώνας μας”.

Η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο “Η επιστροφή του Χριστού” εκδόθηκε το 1954. Στους λογοτεχνικούς κύκλους έγινε πιο γνωστός στη δεκαετία του ’60 με τις συλλογές “Η έλαφος των άστρων”, “Ο υπνόσακος” και “Πενθήματα”. Ακολούθησαν πολλές ακόμη συλλογές και συγκεντρωτικές εκδόσεις των ποιημάτων του ως τη συγγραφή του τελευταίου του ποιητικού έργου “Αιώρηση”, γραμμένου στις 29 Αυγούστου 1990 στο νοσοκομείο Υγεία, όπου ο ποιητής νοσηλευόταν τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του, άρρωστος από καρκίνο.

Συνεργάστηκε με τα περιοδικά όπως “Νέα Εστία”, “Αθηναϊκά Γράμματα”, “Ευθύνη”, “Σπείρα”, “Τομές”, “Η Λέξη”. Τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1963), το Βραβείο της Ομάδας των Δώδεκα (1963), το Α΄ Εθνικό Βραβείο Ποίησης, από κοινού με τους Τάκη Βαρβιτσιώτη και Μίλτο Σαχτούρη (1972) και το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1988).

Η ποίηση του Καρούζου έχει χαρακτηριστεί ως φιλοσοφική, θρησκευτική, μυστική, μα δεν είναι τόσο η μεταφυσική διάσταση που τη διακρίνει, αλλά «μια υπαρξιακή πλησμονή, που τον ωθεί πέρα από τα όρια του εγώ, προς τη συγχώνευση με το αισθητό σύμπαν». Η ποίησή του μπήκε ξαφνικά σαν το πουλί εκείνο που περιέγραφε στις πρώτες του συλλογές και πότε-πότε έρχεται και μας χτυπά ξανά με το ράμφος του το τζάμι για να μας υπενθυμίσει την παρουσία του.

Σαν το πουλί μπήκε στο δωμάτιο των ελληνικών γραμμάτων και ο ίδιος, μας σιγοψιθύρισε τα μυστικά του με τα «τεράστια ελληνικά» του, άφησε χωρίς φειδώ τις αλήθειες του, είπε όσα μυστικά για το «είναι» και το «μηδέν» ήξερε, απελπισμένο που δεν ήξερε κι άλλα να μας μαρτυρήσει και έμεινε, μέσα στο θάμβος του, να μας κοιτάζει έκπληκτο και να αναρωτιέται τι είναι αυτό που δεν βλέπουμε. «Κυάλια θέλουν οι αναγνώστες;» θα αναρωτηθεί κοντά στο τέλος της ζωής του.

Και η ποίηση του Καρούζου και σαν μία άλλη θέαση της ζωής αλλά και σαν βίωμα σπαρταρά να βρει το στόχο της και να πείσει επιτέλους πως το πουλί δεν έκανε άσκοπα το γύρο του δωματίου και βγήκε…

Στις ποιητικές συλλογές από το 1956 και μετά ο Καρούζος εγκατέλειψε τiς λακωνικές ποιητικές εκφράσεις και άνοιξε τον δρόμο στην αναλυτική έκφραση του πνεύματος με κύριους άξονες αναζητήσεων τον έρωτα, τον θάνατο και τον θεό. Ο Νίκος Καρούζος συγκαταλέγεται στους πιο αξιόλογους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς.

«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 23.10.1986, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Συνέντευξη: ΑΡΗΣ ΣΚΙΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ, ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΘΥΣΙΑΣΜΕΝΟΣ, σ. 152-158. Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Ταχυδρόμος 23 Οκτωβρίου 1986.
Οι ακόλουθες ερωταποκρίσεις προέρχονται από τη συνέντευξη αυτή:
– Μπορείτε ν’ αναφερθείτε σε κάποιους σταθμούς της διαδρομής σας, που σημάδεψαν το έργο σας;
Κατ’ αρχήν, εγώ είμαι άνθρωπος της Αριστεράς. Προέρχομαι απ’ αυτήν. Έχω τις εμπειρίες της Εθνικής Αντίστασης και του Εμφυλίου. Πήγα εξορίες. Ήμουνα διαφωτιστής της ΕΠΟΝ στην πατρίδα μου, το Ναύπλιο. Κουβαλάω λοιπόν όλες τις εμπειρίες της ήττας του λαϊκού κινήματος. Αυτό το αίσθημα της ήττας όμως δεν το μετέφερα στο έργο μου. Ίσως το μετέφερα με υπαινικτικούς τρόπους, αλλά ποτέ με την έννοια των (λεγομένων) «ποιητών της ήττας». Διότι υπάρχει ένας τέτοιος χαρακτηρισμός για μια ομάδα μεταπολεμικών ποιητών.

– Είστε απ’ αυτούς που πιστεύουν ότι χάθηκε η μάχη αλλά όχι ο πόλεμος;
Βέβαια, ηττήθηκε το λαϊκό κίνημα. Τώρα ξανανθίζει και αυτό είναι ευχάριστο. Τότε όμως ηττήθηκε ο λαός, αλλά αυτή η ομάδα των ποιητών της ήττας επεδόθη σ’ ένα κλαψούρισμα κι αυτό δεν ήταν ωραίο.

– Εννοείτε το μοιρολόι;
Όχι. Το μοιρολόι είναι πολύ μεγάλη υπόθεση. Άλλο είναι το κλαψούρισμα. Έπρεπε να βγει αλλιώς ο πόνος της συντριβής του λαϊκού κινήματος κι όχι σαν κλαψούρισμα. Εγώ πάντως δεν κλαψούρισα. Βυθίστηκα όμως πιο πολύ στις υπαρξιακές μου αγωνίες, χωρίς ούτε στιγμή να ξεχάσω την αναγκαιότητα της αλλαγής της κοινωνίας. Αυτό είναι το μεγάλο ζητούμενο. Θα πω τώρα κάτι βαρύ, αλλά θα το πω: αν το όραμα της αταξικής κοινωνίας είναι ουτοπία, τότε σκοτεινιάζουν απελπιστικά οι τύχες της ανθρωπότητας. Θα μου πεις: επιτρέπεται να ’χουμε ουτοπίες; Ναι, επειδή είμαστε τα όντα που διαθέτουμε τη σκέψη. Η σκέψη γεννά την ηθική και η ηθική δικαιούται το όραμα της αταξικής κοινωνίας, έστω κι ως ουτοπία.

– Οι σημερινές αγωνίες του ποιητή ποιες είναι;
Μα όλη η Τέχνη δεν είναι παρά έκφραση της αγωνίας. Πρώτα πρώτα, το πώς θα ολοκληρώσεις το ποίημα είναι μια αγωνία. Πέρα όμως απ’ αυτή τη δημιουργική αγωνία είναι ένα σωρό άλλες, που σε συναρτούν με τον περίγυρο και την ιστορική πραγματικότητα. Ο Μπωντλαίρ έχει ένα θαυμάσιο ποίημα σχετικό με τον ποιητή: το «Αλμπατρός». Εκεί αναφέρεται στα μεγάλα πουλιά των θαλασσών, τα άλμπατρος, που οι ναυτικοί τα πιάνουν για να διασκεδάσουν. Αυτά τα πουλιά έχουν μεγάλα φτερά, που σέρνονται χάμω και δυσκολεύουν με κωμικό τρόπο το περπάτημά τους. Λέει λοιπόν ο Μπωντλαίρ ότι ο ποιητής είναι κάτι σαν αυτά τα άλμπατρος: «Εξόριστος μέσα στη γη, εν μέσω γιουχαϊσμάτων, τα γιγάντια φτερά του τον εμποδίζουν να περπατήσει».

 – Ο ποιητής σήμερα έχει πέραση;
Έχω την ιδέα ότι σήμερα υπολογίζεται περισσότερο από άλλοτε. Όχι ότι παίζει μεγάλους ρόλους, τουλάχιστον στην καπιταλιστική κοινωνία. Υπολογίζεται πάντως περισσότερο απ’ όσο πριν από πενήντα ή εκατό χρόνια. Η σημερινή εποχή είναι περισσότερο ευλαβική προς τον ποιητή. Είναι όμως μέσα στη μοίρα του ποιητή να υποφέρει. Ο ποιητής μοιραία υποφέρει την ύπαρξη.

– Εσείς πρέπει να πλησιάζετε περισσότερο στον ορισμό του Μπωντλαίρ, μια και είστε εξόριστος σ’ αυτή τη μεγαλούπολη.
Εγώ δεν προγραμμάτισα να είμαι ποιητής. Έτσι ήμουνα κι έτσι είμαι. Γεννήθηκα θυσιασμένος. Αυτό ήμουνα, αυτό είμαι, κι αυτό το λένε «ποιητής». Από κει και πέρα δεν έχω απομακρυνθεί από τη ζωή. Απλώς μέσα σ’ αυτό το καπιταλιστικό σύστημα δεν υπάρχει περίπτωση να κερδίσω οικονομικά τη ζωή μου από την ποίηση.

– Τελευταία, φίλος σας σάς χαρακτήρισε από στήλη εφημερίδας «κοσμοκαλόγερο». Αν έτσι είναι, δεν νομίζετε ότι πέρασαν οι καιροί που οι ποιητές δημιουργούσαν ερήμην της ζωής;
Τη μερίδα του λέοντος από τη ζωή ενός ποιητή την έχει η μοναξιά. Δεν γίνεται αλλιώς δημιουργία. Πιστεύω όμως ότι οι αληθινοί ποιητές έχουν πολύ μεγάλη επίγνωση όλων των προβλημάτων της ζωής. Και, δίχως να ’ναι πολιτικοί, έχουν μεγάλη επίγνωση των πολιτικών προβλημάτων. Η πολιτική βγαίνει από το έργο τους. Ο πραγματικός ποιητής είναι και πραγματικός εκφραστής του λαϊκού πνεύματος.

– Το πολιτιστικό μας παρόν είναι κάτι που σας αφορά. Σας απασχολεί κιόλας;
Σήμερα επικρατεί μεγάλος λαϊκισμός. Λόγου χάρη: λαϊκισμός είναι να λες «ο αγώνας τώρα δικαιώθηκε» ή ότι «φεύγουν οι βάσεις», ενώ ξέρεις ότι δεν πρόκειται να γίνει αυτό. Ή όταν κάνεις δέκα παροχές στο λαό και του φορτώνεις εκατό φορολογικά βάρη. Όπως λαϊκισμός στην κουλτούρα είναι να φιλολογείς υπέρ του λαού. Το κιτς της κάθε Τέχνης είναι ο λαϊκισμός στην κουλτούρα. Η εκτεταμένη εισβολή της αργκό στη γλώσσα είναι λαϊκισμός.

Εγώ, λυπάμαι να πω, αλλά έχω ακούσει φιλόλογους να λένε «τη βρίσκω», «μου άναψαν τα λαμπάκια». Δηλαδή, είναι γλώσσα αυτό; Ας βγουν έξω στα χωριά για ν’ ακούσουν τι λαμπικαρισμένη γλώσσα μιλούν οι αγρότες. Ας βγουν στις λαϊκές συνοικίες ν’ ακούσουν πώς μιλάνε οι εργάτες, αυτοί οι ευλαβικοί αγωνιστές του επιούσιου. Η Ελλάδα έχει πολύ καλούς ποιητές, αλλά έχει και λαϊκίστικους τύπους της κουλτούρας που κοροϊδεύουν τον κοσμάκη.

Δηλαδή, τι πάει να πει «κυκλοφορώ κι οπλοφορώ»; Αυτό τι είναι; Λαϊκισμός. Κοροϊδεύει τον κοσμάκη και —κατά την έκφραση της αργκώ— τα κονομάει. Όταν όμως ο Τσιτσάνης έγραφε «συννεφιασμένη Κυριακή, μοιάζεις με την καρδιά μου», εξέφραζε το πραγματικό λαϊκό πνεύμα.

– Είστε αριστερός…
Είμαι αναρχοκομμουνιστής. Άλλωστε, η αταξική κοινωνία στην οποία πιστεύω είναι ακρατική κοινωνία.
– Ωστόσο, φίλοι σας παρατηρούν ότι κουβαλάτε μέσα σας το Θεό.
Με επαινείς και δεν ξέρω αν το αξίζω. Η αλήθεια πάντως είναι ότι μας κουβαλάει όλους ένας Θεός. Τι είναι ο Θεός; Είναι το αγαπητικό στοιχείο, που επιβάλλει την αγαπητική κοινωνία. Το ίδιο το Σύμπαν έχει αγαπητικές σχέσεις. Η παγκόσμια έλξη, οι τροχιές των άστρων δεν είναι αγαπητικά ενεργήματα; Το παν είναι αγαπητικό. Με τους ανθρώπους όμως έχει στραβώσει η δουλειά και τώρα πρέπει να την ξεστραβώσουμε. Θα μου πεις, γιατί στράβωσε η δουλειά; Γιατί ο άνθρωπος από ένα σημείο της προϊστορίας και πέρα είχε την τάση να γίνει ιδιοκτήτης. Έτσι περάσαμε στην εκμεταλλευτική νοοτροπία, την οποία πρέπει ν’ ανατρέψουμε.
ΠΗΓΕΣ: https://bookpress.gr, https://ppirinas.blogspot.com, https://www.in.gr, https://popaganda.gr,
https://poiimata.com, www.lifo.gr, https://giorgosbalurdos.blogspot.com,

Η απεικόνιση του στον τοίχο του 1ου Λυκείου Ναυπλίου από την UrbanAct, και συγκεκριμένα από τον street artist KEZ

Την καλησπέρα μου στα Ιδανικά σας.
(από το ποίημα «Αλλόφρονας Ιούλιος»)

ΚΑΛΗ ΑΚΡΟΑΣΗ «Θα βρεθούμε ξανά όταν όλα θα έχουν περάσει…»