ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΦΙΝΙΩΤΗΣ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΟΥΝΤΑΣ
ΗΡΘΕ Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ (ΜΠΗΚΕ Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ)
Αρχικός τίτλος: ΜΠΗΚΕ Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ
Στίχοι: Κώστας Κοφινιώτης
Μουσική: Παναγιώτης Τούντας.
Πρώτη εκτέλεση : Στράτος Παγιουμτζής
Μπουζούκι: Δημήτρης Γκόγκος (Μπαγιαντέρας)
78ρης στην COLUMBIA DG 6590 “Μπήκ’ ο χειμώνας / Το μαναβάκι” 1940
Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας
2 x Vinyl, LP, Album ” 50 Χρόνια Ρεμπέτικο Τραγούδι ” 1975
ΕΡΜΗΝΕΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ 1975
ΠΡΩΤΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ: ΣΤΡΑΤΟΣ (ΠΑΓΙΟΥΜΤΖΗΣ) 1940
ΣΤΙΧΟΙ: ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΦΙΝΙΩΤΗΣ
Ένας από τους κορυφαίους στιχουργούς, ο οποίος έγραψε για όλα τα είδη του ελληνικού τραγουδιού. Με τα ψευδώνυμα Κώστας Ανατολίτης και Κώστας Ραψωδός υπέγραφε κυρίως ρεμπέτικα. Υπολογίζονται γύρω στα 600 τα τραγούδια του που έχουν περάσει στη δισκογραφία, η πλειονότητα των οποίων είναι ερωτικού περιεχομένου.
Από τις μεγάλες επιτυχίες στο ρεμπέτικο είναι το “Πού να βρω γυναίκα να σου μοιάζει”, σε μουσική Αντώνη Διαμαντίδη ή Νταλγκά (δίσκος Odeon GA 7223, Αθήνα 1939), με ερμηνευτή τον ίδιο τον συνθέτη και το “Μπήκε ο χειμώνας” σε μουσική του Παναγιώτη Τούντα, με ερμηνευτή το Στράτο (Παγιουμτζή) (δίσκος COLUMBIA DG 6590, Αθήνα 1940).
ΗΡΘΕ Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ (ΜΠΗΚΕ Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ)
Μπήκε ο χειμώνας κι ο κοσμάκης τα `χει χάσει
και παλτουδιά καινούργια πρέπει ν’ αγοράσει
μα το δικό μου κι αν επάλιωσε παλτό
φράγκο δε δίνω κι ούτε νοιάζομαι γι’ αυτό
Κι αν ο καθένας τουρτουρίζει από το κρύο
θα την περνώ στην αγκαλιά σου μεγαλείο
κι όταν το τζάκι μένει σπίτι μας σβηστό
θα με θερμαίνει το φιλί σου το ζεστό
Κι αν δεν ανάβουμε κουκλίτσα μου μαγκάλι
θα `μαι ζεστός μες στη δική σου την αγκάλη
το πιο θερμό καλοριφέρ ειν’ τα φιλιά
σαν θα κοιμόμαστε κουκλίτσα μου αγκαλιά
Κι έτσι δε θα `χουμε ανάγκη από φώτα
θα την περνάμε μια χαρά ζωή και κότα
και θα κοιμόμαστε κι οι δυο απ’ τις εννιά
να μη μας πιάνει ξεροβόρι ή παγωνιά
78ρης στην COLUMBIA DG 6590 “Μπήκ’ ο χειμώνας / Το μαναβάκι” 1940
Το τραγούδι ηχογραφήθηκε τον Οκτώβριο του 1940. Λόγω της έναρξης του Ελληνοϊταλικού πολέμου, δεν κυκλοφόρησε την περίοδο εκείνη. Κρατήθηκε και διασώθηκε από τους Γερμανούς και κυκλοφόρησε το 1946, Στην άλλη όψη “Το Μαναβάκι”, λίγο πριν ηχογραφηθούν και κυκλοφορήσουν τα νέα μεταπολεμικά τραγούδια. Ο Παναγιώτης Τούντας δεν άκουσε το τραγούδι του σε δίσκους 78 στροφών. Έφυγε από τη ζωή το 1942.
2 x Vinyl, LP, Album ” 50 Χρόνια Ρεμπέτικο Τραγούδι ” 1975
Ο ΔΙΣΚΟΣ: ” 50 ΧΡΟΝΙΑ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ” 1975
Τον Οκτώβρη του 1975 κυκλοφόρησε από τη Minos ο διπλός δίσκος του Γιώργου Νταλάρα «50 χρόνια ρεμπέτικο τραγούδι». Δίσκος «σταθμός» στην ελληνική δισκογραφία που παρουσιάζει το θεματικό εύρος του ρεμπέτικου τραγουδιού. Η έκδοση αυτή σημείωσε μεγάλη εμπορική επιτυχία και παράλληλα επανέφερε στην επικαιρότητα κλασσικά αλλά και λιγότερο γνωστά ρεμπέτικα της περιόδου 1920-1955. Κυρίως όμως βοήθησε ώστε οι νεότερες γενιές να έρθουν πιο κοντά στο ρεμπέτικο τραγούδι.
Οι ηχογραφήσεις του διπλού αυτού δίσκου ξεκίνησαν το 1972 και ολοκληρώθηκαν το 1975. Στο δίσκο θα μπουν τελικά τα 26 αφού ήταν αδύνατον να χωρέσουν στον διπλό δίσκο περισσότερα. Για τον δίσκο αυτό ηχογραφήθηκαν 3 ακόμα τραγούδια τα οποία όμως δεν συμπεριλήφθηκαν. Τα τραγούδια αυτά κυκλοφόρησαν στην επανέκδοση του δίσκου από το «Βήμα της Κυριακής» το 2011.
Μ’ αυτόν το δίσκο καθιερώνεται στην ελληνική δισκογραφία η απονομή του πλατινένιου δίσκου, για πωλήσεις 100 χιλιάδων αντιτύπων. Σήμερα έχει ξεπεράσει κατά πολύ τις 500.000 πωλήσεις, θεωρείται ένας από τους πιο εμπορικούς δίσκους της ελληνικής δισκογραφίας και έχει ενταχθεί στις “100 Μεγάλες Ηχογραφήσεις Του Αιώνα” της MINOS – EMI Platinum.
Το σημαντικότερο όμως, εκτός από τις πωλήσεις, ήταν πως ο δίσκος αυτός έδωσε την αφορμή σε ένα μεγάλο μέρος του κοινού και ιδιαίτερα στις νεότερες ηλικίες, να ψάξουν περισσότερο το παλαιότερο υλικό και τις πρώτες εκτελέσεις. Εκείνη την εποχή οι συλλογές με τα ρεμπέτικα ήταν ελάχιστες και οι δίσκοι των 78, αλλά και πολλοί από τους δίσκους 45 στροφών, εξαφανισμένοι και οικονομικά απλησίαστοι.
Αξίζει νομίζω να σημειώσουμε τα ονόματα των μουσικών, που έδωσαν «σάρκα και οστά» στις υποδειγματικές ενορχηστρώσεις, που έγιναν από τον Γιώργο Νταλάρα με τη συνεργασία των μουσικών. Ανάμεσά τους συνθέτες και μουσικοί, που είχαν παίξει και σε κάποιες από τις πρώτες εκτελέσεις:
Μπουζούκι: Χρήστος Νικολόπουλος, Θανάσης Πολυκανδριώτης, Στέλιος Βαμβακάρης, Δομένικος Βαμβακάρης, Γιάννης Μωραΐτης
Κιθάρα: Τίτος Καλλίρης, Μάριος Κώστογλου (12χορδη), Μπάμπης Μαλλίδης
Μπαγλαμάς: Θόδωρος Δερβενιώτης, Πάνος Ιατρού
Τζουράς: Θεόδωρος Πολυκανδριώτης, Πάνος Ιατρού
Μπάσο: Γιώργος Θεοφιλόπουλος, Άγγελος Μπότσης
Σαντούρι: Τάκης Σούκας
Ντραμς: Βαγγέλης Μεθυμάκης
Όργανο: Γιώργος Κουλαξίζης
Δεύτερες φωνές έκαναν η Χάρις Αλεξίου και ο Πάνος Λαμπρόπουλος. Η ηχογράφηση έγινε από τον Στέλιο Γιαννακόπουλο με βοηθούς των Δημήτρη Κανή και τον Γιώργο Τζάνε ενώ η διεύθυνση παραγωγής ήταν του Αχιλλέα Θεοφίλου.
Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ στο ένθετο του δίσκου αναφέρει: «Για να βρεθούν τα τραγούδια και να φτάσει ο δίσκος μέχρι το τελικό τύπωμά του, βοηθήσανε πολλοί φίλοι και συνεργάτες που θέλω να τους ευχαριστήσω με όλη μου την καρδιά. Ο κ.ΜΑΤΣΑΣ που στάθηκε δίπλα μου σαν πραγματικός φίλος. Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ που εκτός από φίλος μου αγάπησε τη δουλειά αυτή όσο και εγώ, το ΓΙΏΡΓΟ ΛΕΦΕΝΤΑΡΙΟ που επιμελήθηκε όλη τη δουλειά. Ο ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΔΟΥΛΗΣ, ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ που συνεργαστήκαμε για την επιλογή. Ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ και ο ΜΙΜΗΣ ΚΑΝΗΣ που ηχογραφησαν. Ο πατέρας ΠΟΛΥΚΑΝΔΡΙΩΤΗΣ, ο ΘΟΔΩΡΟΣ ΔΕΡΒΕΝΙΩΤΗΣ, ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ σαν άνθρωποι που δώσανε το παλιό χρώμα στα κομμάτια. Και οι φίλοι μου οι μουσικοί».
Η Μελίνα Μερκούρη με το Γιώργο Νταλάρα και τη σπουδαία Αγγλίδα ηθοποιό Βανέσα Ρέντγκρεϊβ
Το 1988 η αείμνηστη Μελίνα Μερκούρη είχε δηλώσει στον Guardian της Αγγλίας : «Ό,τι κάνει σήμερα ο Γιώργος Νταλάρας, το κάνει όλη η Ελλάδα αύριο», ήταν η κουβέντα που είχε πει η αξέχαστη Μελίνα Μερκούρη πριν από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες.
Και δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα, καθώς δεν είναι λίγες οι φορές που κάποιες επιλογές του ερμηνευτή-μουσικού καθόρισαν τις αντίστοιχες όχι μόνο του κοινού που τον ακολουθεί πιστά εδώ και περίπου μισό αιώνα, αλλά και των εταιρειών έκδοσης δίσκων. Για να το πούμε στην «αργκό» καθομιλουμένη, δημιούργησε «μόδα»…
ΟΤΑΝ ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΕΓΙΝΕ «ΜΟΔΑ»…
Μέσα στο κλίμα της μεταπολίτευσης και της κυριαρχίας του πολιτικού τραγουδιού, ο Γιώργος Νταλάρας τον Οκτώβριο του 1975 επιχειρεί να στρέψει την προσοχή του κοινού σ’ ένα είδος που για χρόνια βρισκόταν στην αφάνεια και είχε περιφρονηθεί από πολλούς για τη θεματολογία του.
Ο λόγος για το ρεμπέτικο, το οποίο έκτοτε έγινε «μόδα» και ακριβώς γι’ αυτό δεν επέτρεψε στον τραγουδιστή να συνεχίσει σε ανάλογους δρόμους και να ηχογραφήσει επιπλέον σχετικό υλικό, με εξαίρεση τα «Ρεμπέτικα της κατοχής» το 1980 που θα δούμε παρακάτω. Να θυμίσουμε, ότι το 1971 είχε προηγηθεί ο σπουδαίος δίσκος «Ο Γιώργος Νταλάρας τραγουδά Απόστολο Καλδάρα», ο οποίος ως ένα βαθμό αποτέλεσε τον προάγγελο της δουλειάς στην οποία αναφερόμαστε.
Έτσι, ο ερμηνευτής όλο το καλοκαίρι ηχογραφεί και το φθινόπωρο παρουσιάζει το διπλό άλμπουμ «50 χρόνια ρεμπέτικο τραγούδι». Η επιτυχία είναι πρωτοφανής για εκείνη την περίοδο, αφού οι πωλήσεις ξεπέρασαν τις 300.000 αντίτυπα (ο πρώτος πλατινένιος στην ιστορία της τότε MINOS), αποδεικνύοντας ότι ο κόσμος είχε κουραστεί από τα πομπώδη «εμβατήρια» που γράφονταν κατά κόρον τότε από τους περισσότερους συνθέτες και θέλησε να γυρίσει πίσω, για να ξαναθυμηθεί ή ν’ ανακαλύψει ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής παράδοσης.
Ο ίδιος ο Νταλάρας κατέβαλλε μεγάλες προσπάθειες ώστε να πείσει την εταιρεία να εκδώσει το δίσκο, μια και οι υπεύθυνοί της αντιμετώπιζαν με αδιαφορία αυτά τα τραγούδια και ίσως φοβούνταν ότι η «αλλαγή πλεύσης» του τραγουδιστή θα στοίχιζε στον εμπορικό τομέα.

Ας μη ξεχνάμε ότι τότε εκείνος είχε συνδεθεί σχεδόν αποκλειστικά με το Σταύρο Κουγιουμτζή και κατά δεύτερο λόγο με το Μάνο Λοϊζο και τον Απόστολο Καλδάρα που είχε περάσει στο «έντεχνο», οπότε ήταν ρίσκο η επιλογή να τραγουδήσει ένα είδος που θεωρούταν ξεχασμένο και «περιθωριακό». Εν τέλει, τίποτα από όλα αυτά δεν ίσχυσε…
Λίγο πριν την κυκλοφορία του δίσκου, βγήκαν στην αγορά αντίστοιχοι με τα ίδια τραγούδια, ερμηνευμένα από τους «πρώτους διδάξαντες» σε αυθεντικές εκτελέσεις. Βλέπετε, στο στούντιο της Columbia όπου έγιναν οι ηχογραφήσεις του διπλού άλμπουμ, όλο και κάποιος «μαρτυριάρης» υπήρχε κι έδινε τις πληροφορίες του στις άλλες εταιρείες…
Κάπως έτσι κόντεψε ν αναβληθεί η κυκλοφορία του δίσκου που σήμερα αποτελεί κόσμημα για κάθε δισκοθήκη. Ήταν η εποχή που οι δισκογραφικές εταιρείες έβαζαν «κατασκόπους» μέχρι και στις τουαλέτες του στούντιο. Κι ενώ ο δίσκος ετοιμάστηκε, λίγο πριν κυκλοφορήσει η ανταγωνιστική Κολούμπια κυκλοφορεί δίσκο με συγκεντρωμένα 45άρια με τη φωνή του Μπιθικώτση ρεμπέτικων τραγουδιών.
Αυτό λίγο έλειψε να τινάξει τα πάντα στον αέρα, αφού ο Νταλάρας απογοητεύτηκε και προς στιγμή σκέφτηκε ν’ αναβάλλει την έκδοση για είκοσι χρόνια, όπως είχε πει τότε στον ερευνητή και μελετητή του ρεμπέτικου τραγουδιού (και καθοριστικό συνεργάτη που βοήθησε στην επιλογή των τραγουδιών), Κώστα Χατζηδουλή: «Γιατί τα τραγουδάω από μικρό παιδί ρε! Γιατί με νανουρίσανε, με μεγαλώσανε! Και τώρα που αξιώθηκα να κάνω αυτόν τον δίσκο, βλέπεις τι γίνεται!» ο οποίος του απάντησε με το αμιμητο: «Άσε μας ρε Σάχη!».
Τούτο βεβαίως δεν έγινε ποτέ και ο συγκεκριμένος δίσκος έχει πλέον τη δική του ξεχωριστή θέση στο πάνθεον της ελληνικής δισκογραφίας.Η συνέχεια είναι γνωστή. Ο δίσκος εκδόθηκε κι άρχισε να γίνεται χαμός με τις πωλήσεις… χρυσός, πλατινένιος και δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσε να γίνει, χωρίς να υπολογίζεται η πειρατεία τότε της κασέτας. Απ άκρη σ άκρη σ όλη την Ελλάδα ακούγονται τα τραγούδια του δίσκου.
Οι υπόλοιπες δισκογραφικές εταιρείες ξεθάβουν απ τα συρτάρια τους ότι υλικό μπορούν να βρουν με ρεμπέτικα και τα επανακυκλοφορούν. Τίποτα όμως δεν μπορεί να σταματήσει την αποδοχή του κόσμου για κείνο το εικοσιπεντάχρονο παλικάρι που μόνο του έχει επιλέξει τα τραγούδια του δίσκου, μόνος του επιλέγει τον τρόπο που θα παιχτούν και τα όργανα που θα χρησιμοποιηθούν.
Η ερμηνεία του είναι εξαιρετική και στα 26 «διαμάντια» της μουσικής μας, την ενορχηστρωτική επιμέλεια των οποίων είχε ο ίδιος, συμβάλλοντας τα μέγιστα στο ν’ αποκτήσουν μια νέα ταυτότητα και ν’ ακούγονται ως σύγχρονα. Σε καμία περίπτωση δε θυμίζουν ούτε στο ελάχιστο τις πρώτες εκτελέσεις κι αυτό είναι το μεγάλο πλεονέκτημα του δίσκου.
Η Ελλάδα της μεταπολίτευσης που μέχρι εκείνη τη στιγμή διψασμένη για ότι απαγορευμένο πολιτικό τραγούδι υπήρχε τραγουδούσε Θεοδωράκη και άλλους συνθέτες του ίδιου κλίματος, ξαφνικά καταλαμβάνεται από ρεμπετομανία. Ρεμπέτικες κομπανίες, ρεμπέτικα στέκια δημιουργούνται και φυσικά οι «ρεμπετολόγοι» που δεν αρέσκονται στον φρέσκο τρόπο που ο Νταλάρας προσέγγισε τα τραγούδια.
Οι ίδιοι όμως οι δημιουργοί των τραγουδιών αναγνωρίζουν στον Νταλάρα τη μαγκιά να αποκαταστήσει το παραπεταμένο και παρεξηγημένο ρεμπέτικο τραγούδι και να το βάλει στο στόμα των νέων παιδιών. Τα τραγούδια του δίσκου δεν ήταν γνωστά όταν κυκλοφόρησε ο δίσκος. Δυο τρία ήταν αυτά που θα μπορούσε να ξέρει ο μέσος ακροατής.
Σήμερα κανείς ίσως ακόμη και μυημένος στο ρεμπέτικο, δεν θυμαται τις πρώτες εκτελέσεις. Ο Νταλάρας δεν «πείραξε» μελωδίες. Έκανε όμως τομή στον τρόπο που παίχτηκαν και στον τρόπο που ερμηνεύτηκαν.
Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ
“Από τις πολυάριθμες κριτικές και τα πάμπολλα επίθετα για το ρεμπέτικο τραγούδι, με τα οποία με πολλή αγάπη έχουν εκφραστεί οι θαυμαστές του -άνθρωποι διαφορετικών κοινωνικών τάξεων, εποχών και ιδιοτήτων- αν μου ζητούσαν να κρατήσω μια δυο λέξεις μόνο, θα διάλεγα αυτό: το ρεμπέτικο είναι το πιο επαναστατικό και το πιο ζωντανό είδος της μουσικής μας.
Θεωρώ ότι ποτέ δεν ήταν και ποτέ δε θα γίνει μουσειακό ή γραφικό. Θα συγκινεί και θα εμπνέει πάντα τους πιο αξιόλογους, ταλαντούχους κι ευαίσθητους ανθρώπους κάθε γενιάς. Τους μουσικούς, συνθέτες και τραγουδιστές, που στην ουσία θα είναι η μεγάλη ελπίδα του ελληνικού τραγουδιού.
Κάθε φορά που καταπιάνομαι με αυτό το τραγούδι, όσο βαθιά κι αν είναι ριζωμένο μέσα μου μουσικά, ανακαλύπτω ακόμη άγνωστα πράγματα, στους μουσικούς δρόμους, στις ερμηνείες, στο δυναμισμό και στην ιδιαιτερότητα με την οποία οι στίχοι αποτυπώνουν συναισθήματα και γεγονότα, συμβάλλοντας αποφασιστικά σε αυτή την τοιχογραφία της συλλογικής κοινωνικής συνείδησης και του ήθους του αυθεντικού λαϊκού τραγουδιού.”
“Συνεχίζει να μας συγκινεί, να μας κατευθύνει και να μας εμπνέει μουσικά με τη σπουδαιότητά του, αφού μερικά από τα πιο ωραία σημερινά τραγούδια ανήκουν σαφέστατα στην οικογένεια του ρεμπέτικου. Αυτή είναι με δυο λόγια η σχέση μου με το ρεμπέτικο, ως μουσικού κι ερμηνευτή. Η σχέση μου όμως η συναισθηματική είναι ακόμη πιο ισχυρή. Είναι μοιραία.
Έτυχε έτσι στη ζωή μου, που το τραγούδι αυτό δεν λειτούργησε μόνο σαν ψυχαγωγία ή σαν παρηγοριά. Οι ήχοι των μουσικών, των οργάνων και των φωνών, φωνών βγαλμένων από τα φυσικά πρόσωπα που με περιέβαλαν στο στενό οικογενειακό περιβάλλον μου, όταν ήμουν πολύ μικρό παιδί, με ταλανίζουν.
Η εικόνα και η φωνή του Μπιθικώτση και, ακόμη πιο πριν, του Στράτου Παγιουμτζή, της Μπέλλου, του Μοσχονά, του Λουκά, της Γκρέυ, του Άκη Πάνου, λειτούργησαν καταλυτικά και με έκαναν να ”προσχωρήσω” με μια πίστη και αφοσίωση σχεδόν θρησκευτική σε αυτό το είδος, έτσι ώστε, στη μετέπειτα ζωή μου, κάθε άλλο είδος μουσικής που πολύ αγάπησα και υπηρέτησα, όταν ερχόταν αντιμέτωπο με αυτές τις ”ιερές” μουσικές του ρεμπέτικου, να υφίσταται μέσα μου συντριπτική ήττα.”
(Γιώργος Νταλάρας, από το ένθετο του “Σαν τραγούδι μαγεμένο” / 2008)
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΟΥΝΤΑΣ 1886 – 1942: ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Παναγιώτης Τούντας. Ο διασημότερος συνθέτης της Σμύρνης, και πιθανώς ο μεγάλος συνθέτης μιας πονεμένης εποχής, πριν την εμφάνιση του Βασίλη Τσιτσάνη, ο οποίος και ανήκει στην ομάδα των μουσικών, που μετά την καταστροφή του 1922, διαμόρφωσαν το νεότερο λαϊκό τραγούδι στην Ελλάδα.
Γεννημένος το 1886 από ευκατάστατη οικογένεια της Σμύρνης, ο Παναγιώτης Τούντας σπουδάζει μαντολίνο και μέχρι να ολοκληρώσει τη βασική μόρφωση, γίνετε δεξιοτέχνης του οργάνου. Τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα σε εφηβική ηλικία εντάσσεται σε μία από τις περίφημες Εστουδιαντίνες. Η Εστουδιαντίνα που εντάχθηκε ο Τούντας, ήταν η ξακουστή, μέχρι την Ευρώπη, του Βασίλειου Σιδερή.
Μέλη της ήταν ακόμη οι γνωστοί Ευάγγελος Παπάζογλου, Σπύρος Περιστέρης, Γιάννης Δραγάτσης – Ογδοντάκης. Είναι άγνωστες οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες ο Τούντας διέφυγε της μικρασιατικής καταστροφής. Υπάρχουν ωστόσο στοιχεία πως μέχρι τον καταραμένο Σεπτέμβρη του ΄22, ως νέος μουσικός περιόδευσε σε πολλά μέρη εκτός της τότε οθωμανικής αυτοκρατορίας, ακόμη και στην Αφρική.
Λίγους μήνες μετά την τραγωδία, στις αρχές του 1923, ακολουθεί το κύμα της προσφυγιάς στην Αθήνα, διαμένοντας στη Νέα Σμύρνη. Είναι από εκείνους τους καλλιτέχνες που η φωτιά και το μαχαίρι δεν τους πτοούν, αλλά αντιθέτως τους οδηγούν σε έναν δημιουργικό οίστρο.
Μέσα σε ένα χρόνο, ο μάλλον τυχερός Τούντας γίνεται καλλιτεχνικός διευθυντής της γερμανικής Odeon στην Αθήνα. Τα επόμενα χρόνια δίνει τραγούδια του, συνεργαζόμενος με όλες τις εταιρείες της εποχής, ενώ από το 1931 και μετά τη λειτουργία του περίφημου εργοστασίου στη Ριζούπολη, γίνεται καλλιτεχνικός διευθυντής της Columbia και της His Master’s Voice.
Ευέλικτος μουσικός ο Τούντας, αρχίζει να συνθέτει τραγούδια με μπουζούκι και μπαγλαμά, αμέσως μετά την εμφάνιση της ”τετράδος της ξακουστής του Πειραιώς” (Μάρκος Βαμβακάρης, Ανέστος Δελιάς, Γιώργος Μπάτης, Στράτος Παγιουμτζής), που ήταν η πρώτη ”επίσημη” ρεμπέτικη ορχήστρα.
Μέχρι τη γερμανική εισβολή στην Αθήνα, όπου σταματούν οι ηχογραφήσεις του εργοστασίου της Columbia, εκτός από κάποια προπαγανδιστικά ναζιστικά εμβατήρια, ο Τούντας γίνεται ο στυλοβάτης του ρεμπέτικου τραγουδιού με ένα έργο τεράστιο και βασικά με την εμπειρία του στη δισκογραφία των 78 στροφών.

Από το 1924 ως το 1941 θα ηχογραφήσει σχεδόν 400 τραγούδια, ενώ φτιάχνει πολύ συχνά τις παρτιτούρες για τραγούδια άλλων λαϊκών τραγουδοποιών που δεν γνώριζαν να γράφουν νότες. Το πρώτο του τραγούδι, «Η ζωντοχήρα», εντοπίζεται το 1919 στη δισκογραφία των Ελλήνων της Αμερικής.
Από τα τραγούδια του ξεχωρίζουν: «Η γκαρσόνα», «Νέα Σμυρνιωτοπούλα», «Μπαρμπαγιαννακάκης», «Το κουκλί της Κοκκινιάς», «Κουβέντα με τον Χάρο» («Τον Χάρο τον αντάμωσαν»), «Εγώ θέλω πριγκιπέσα», «Είν’ ευτυχής ο άνθρωπος», «Περσεφόνη μου γλυκιά», «Aμάν, Κατερίνα μου», «Δημητρούλα μου», «Χαρικλάκι», «Εργάτης τιμημένος», «Αερόπλανο θα πάρω», «Στου Λινάρδου την ταβέρνα», «Ήρθε ο χειμώνας», «Τα τσόκαρα»,
«Μαρινάκι», «Βαρβάρα», «Μπήκεο χειμώνας», «Άμαν Κατερίνα μου», «Γιατί φουμάρω κοκαΐνη ( Μ’ έμπλεξε ένας μόρτης )», «Η Λιλή η σκανταλιάρα», «Μοντέρνα χήρα», «Να πάμε για τη Βούλα ( Το φιλί δεν είναι κρίμα )», «Πειραιώτισσα γλυκιά», «Τηλεγράφημα στην Κάρμεν», «Το κουκλί της Κοκκινιάς» κ.άΜε τους μεγαλύτερους τραγουδιστές των χρόνων εκείνων να ερμηνεύουν τα τραγούδια του σε πρώτες, δεύτερες και τρίτες εκτελέσεις,
όπως ο Κώστας Ρούκουνας, ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Κώστας Νούρος, η Ρόζα Εσκενάζυ, η Ρίτα Αμπατζή, ο Αντώνης Νταλγκάς, ο Ευάγγελος Σωφρονίου, ο Ζαχαρίας Κασιμάτης, ο Γιώργος Βιδάλης, ο Στράτος Παγιουμτζής κ.ά. Τα τραγούδια του καλύπτουν ολόκληρο το φάσμα της μουσικής της εποχής εκείνης: από επιθεωρησιακά μέχρι δημοτικοφανή, από «ελαφρά ευρωπαϊκά» μέχρι «βαριά» ρεμπέτικα.
Η θεματολογία των τραγουδιών αυτών είναι πολύ πλούσια. Μοιάζουν σαν μεγάλοι κατάλογοι που περιγράφουν τη ζωή διαφόρων ανθρώπων από κάθε κοινωνική τάξη, τις συνήθειές τους, τα πάθη τους, τα ελαττώματά τους ή διάφορα επαγγέλματα, με τρόπο ηθογραφικό και συχνά χιουμοριστικό.
Κάθε τραγούδι είναι σαν ένα μικρό θεατρικό έργο που παρουσιάζει τη ζωή, με τα συναισθήματα, τις διακυμάνσεις, την ατμόσφαιρά της, ακόμα και το σκηνικό που βιώνεται. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι πολλές φορές υποβόσκει και ένα καταγγελτικό ύφος, με σχεδόν πολιτική και ιστορική απόχρωση.
“Βαρβάρα” στίχοι, μουσική: Παναγιώτη Τούντα, ερμηνεία: Στελλάκης Περπινιάδης 1936
Ένα μουσικό δικτατορικό …σίριαλ (κάργα για τρε ζολί διδακτορικό), απείρου βλακείας και γέλωτος. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1939 ο Τούντας γνώρισε για τα καλά τη λογοκρισία της μεταξικής δικτατορίας με ένα τραγούδι του, ενορχηστρωμένο από τον Γιοβάν Τσαούς και ερμηνευμένο από τον Στελλάκη Περπινιάδη. Επρόκειτο για τη θρυλική «Βαρβάρα», τραγούδι που προκάλεσε σκάνδαλο (και κάτι παραπάνω) την εποχή που κυκλοφόρησε.
Σατιρικό, με έξυπνα σεξουαλικά υπονοούμενα, θεωρήθηκε από το φασιστικό καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά άκρως προσβλητικό για τη δημόσια αιδώ – και επιπλέον, φήμες ανέφεραν πως το τραγούδι αναφερόταν στην κόρη του Μεταξά, η οποία λέγεται -και γράφεται, μέχρι σήμερα- ότι ήταν νυμφομανής και ότι αυτό συνιστούσε μεγάλη ντροπή για τον πατέρα της.
Πάντως η Λουκία ή Λουλού Μεταξά -και αργότερα Ματζούφα- ήταν αρχηγός του γυναικείου τμήματος της ΕΟΝ και αργότερα το πρώτο από τα ιδρυτικά μέλη της ΣΠΊΘΑΣ! Το τραγούδι γνώρισε τεράστια επιτυχία: λέγεται πως σε μια Ελλάδα με 10.000 γραμμόφωνα, πούλησε γύρω στους 90.000 δίσκους. Το τραγούδι απαγορεύτηκε. Στα τέλη Δεκεμβρίου του 1936, μάλιστα, παραπέμφθηκαν σε δίκη οι Λαμπροπουλαίοι (εκδότες του δίσκου, Κολούμπια), ο Τούντας (συνθέτης), ο Στελλάκης (τραγουδιστής) και 90 καταστηματάρχες που πουλούσαν την …αμαρτωλή “Βαρβάρα”.
Οι εκδότες Λαμπροπουλαίοι απαλλάχτηκαν, γιατί είπαν ότι υπεύθυνος των δισκογραφικών εκδόσεων ήταν ο Τούντας. Ο ίδιος ο Τούντας πλήρωσε ένα βαρύτατο πρόστιμο, ενώ ο Στελλάκης πλήρωσε μεν μικρό πρόστιμο, αλλά δέχτηκε αυστηρή επίπληξη επειδή αν και ιεροψάλτης, ερμήνευσε ένα τέτοιο ανήθικο άσμα. Η αστυνομία έψαξε, μάζεψε και έσπασε όσα αντίτυπα της «Βαρβάρας» βρήκε. Ανάρπαστο, το τραγούδι τόσο εδώ όσο και στο Αμέρικα, όπου την ίδια χρονιά, 1936, το δισκογράφησε ο εκεί μεγάλος και τρανός στις γραμμοφωνήσεις, Τέτος Δημητριάδης.
Ο Παναγιώτης Τούντας έφυγε από τη ζωή στις 23 Μαΐου του 1942 από ρευματισμούς. Με το θάνατό του έκλεισε ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο της λαϊκής ελληνικής μουσικής. Το έργο του πολύ συχνά έχει καταπατηθεί από νεότερους τραγουδοποιούς και πραγματικά δεν έχει αξιολογηθεί όπως του αξίζει. Σε αντίθεση με τις μέρες μας, το τραγούδι τότε διένυε ιδιαίτερα γόνιμη εποχή.
Ο Τούντας στάθηκε πραγματικά μια κορυφή για το ελληνικό τραγούδι του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα, και το έργο του ύψιστη λαογραφική και πολιτιστική κληρονομιά μας. Ως συνθέτης, κατάφερε να κάνει κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή καταγραφή. Εκφράζει όλες τις κοινωνικές τάξεις της εποχής του, περιγράφοντας όχι μόνο την καθημερινότητά τους αλλά και τον συναισθηματικό τους κόσμο.
Ο τρόπος που ασχολείται με τα προβλήματα του καιρού του αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για όλους τους νεότερους δημιουργούς στη δική μας άγονη από πολλές απόψεις εποχή, που το τραγούδι έχει περάσει σε καθαρά εμπορικά χέρια, αποσκοπώντας στο γρήγορο και εύκολο κέρδος εις βάρος οποιασδήποτε πνευματικής και καλλιτεχνικής αξίας. ΠΗΓΕΣ: https://stixoi.info, www.discogs.com, https://videosmusicview.blogspot.com, www.georgedalaras.com, www.panossavopoulos.gr, www.lifo.gr, https://videosmusicview.blogspot.com, www.tar.gr, www.myspace.com/gerasimostriantafyllou
ΚΑΛΗ ΑΚΡΟΑΣΗ «τα τραγούδια ανήκουν σε όποιον τα έχει ανάγκη»












