ΔΗΜΟΣ ΜΟΥΤΣΗΣ
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ
Στίχοι: Δήμος Μούτσης
Μουσική: Δήμος Μούτσης
Ερμηνεία: Δήμος Μούτσης
Vinyl, LP, Album “Να!…” 1987
ΕΡΜΗΝΕΙΑ: ΔΗΜΟΣ ΜΟΥΤΣΗΣ
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ
Βρέθηκα σε κύκλο σκοτεινό στ’ όνειρο που είδα χθες το βράδυ
κι ήμουνα απ’ τη μια του κύκλου εγώ κι εγώ από την άλλη
κι ήμουνα απ’ τη μια του κύκλου εγώ ήμουνα εγώ κι από την άλλη
έτοιμος να μου αποκριθώ και να ρωτήσω πάλι
κι ύστερα χάθηκα μακριά, χάθηκα σε ολάνθιστα περιβόλια,
παρέα με τους δερβίσηδες γύρω από τη φωτιά, χορεύοντας και τραγουδώντας
έιβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας, έιβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας.
Κι είδα ένα παιδί, μικρό παιδί που έπαιζε και μου `ριχνε στα ζάρια
το ύστερο του πόθου μου φιλί, τα πρώτα παιδικά μου χάδια
κι εκεί εκείνη τη στιγμή άκουγα να τραγουδάνε εντός μου,
ο ύπνος με το θάνατο μαζί, τραγούδια του ερωτός μου
κι ύστερα πάλι ξαφνικά, χάθηκα σε ολάνθιστα περιβόλια,
παρέα με τους δερβίσηδες γύρω από τη φωτιά, χορεύοντας και τραγουδώντας
έιβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας.
Κι είδα τις ελπίδες μας σκιές, βάδιζαν αμίλητα εμπρός μου,
σύμβολα, σημεία και μυστικές μορφές αυτού του μάταιου κόσμου
και είκοσι αιώνες σκοτεινοί έφταναν στο τέλος τους πια τώρα
κι από `ναν κόσμο σ’ άλλονε τελικά, εμείς, περνάμε, λέει, ώρα την ώρα
κι ύστερα πάλι ξαφνικά, χάθηκα σε ολάνθιστα περιβόλια,
παρέα με τους δερβίσηδες γύρω από τη φωτιά, χορεύοντας και τραγουδώντας
έιβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας, έιβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας.
Βρέθηκα σε κύκλο σκοτεινό στ’ όνειρο που είδα χθες το βράδυ
κι ήμουνα απ’ τη μια του κύκλου εγώ κι εγώ από την άλλη
πες μου τι είν’ αυτά που βλέπω εδώ, πρόφτασα να πω στον εαυτό μου,
μη μιλάς μον’ κοίτα και πέρνα λέει αυτός και βγήκα από τ’ όνειρό μου.
Vinyl, LP, Album “Να!…” 1987
Να!… 1987: Ο ΔΙΣΚΟΣ
To Να!… αποτελεί πιθανότατα την κορυφαία στιγμή στην πορεία του Δήμου Μούτση ως τραγουδοποιού. Εκφράζει όμως και κάτι παραπάνω απ’ αυτό: τη δύναμη ενός ανήσυχου καλλιτέχνη που δε διστάζει να ρισκάρει και ν’ αμφισβητήσει τα όσα έχει με την αξία του κατακτήσει, προκειμένου να αποτυπώσει με τον καλύτερο τρόπο αυτά που τον απασχολούν βαθιά.
Χωρίς τραγουδιστές-σταρ, χωρίς «εύπεπτα» νοήματα (κάθε άλλο) και χωρίς τη σιγουριά της συνθετικής του αίγλης, ο Μούτσης κατάφερε να δημιουργήσει ένα σπουδαίο album, που έστω κι αν καθορίζεται από μία σχεδόν απόλυτη αίσθηση ματαιότητας δε παύει να αποτελεί μέχρι σήμερα ένα σημείο αναφοράς στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι. Ένας δίσκος με μπαλάντες και με χαρακτηριστικό τον ήχο του τρίπτυχου κιθάρα, βιολί, φυσαρμόνικα.
Format: Vinyl, LP, Album, CD
Στίχοι, Μουσική, Τραγούδι: ΔΗΜΟΣ ΜΟΥΤΣΗΣ
ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΔΙΣΚΟΥ:
1. ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ
2. ΠΑΙΞΕ ΜΑΡΚΟ ΤΟ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ ΣΟΥ ΓΙΑ ΜΕΝΑ
3. ΜΙΑ ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ ΠΟΥ ΚΛΑΙΕΙ
4. ΝΑ!…
5. ΜΗΝ ΤΟ ΨΑΧΝΕΙΣ ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΕΙ
6. ΠΑΕΙ, ΜΑΣ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΠΙΑ!…
7. κ. ΠΡΟΕΔΡΕ
8. Ο ΕΡΩΤΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟΣ (στη Δήμητρα)
Ενορχήστρωση & Διεύθυνση ορχήστρας: Δήμος Μούτσης

Στο Να..! λοιπόν, ο Μούτσης πάνω απ’ όλα θέλει να μιλήσει για τη δική του «προσωπική αγωνία» και το κάνει με τρόπο ευθύ, εύστοχο αλλά και πολλές φορές βαθιά απελπισμένο. “Το Όνειρο” με το οποίο ξεκινάει ο δίσκος, πέρα απ’ την υποβλητική περιγραφή, μοιάζει να φανερώνει με πλάγιο τρόπο την ακατανίκητη τάση φυγής του δημιουργού από έναν κόσμο και μία εποχή που φανερά τον απωθεί.
Στη συνέχεια έχουμε το ομώνυμο, συγκλονιστικό, τραγούδι που θα μπορούσε άνετα να είναι επίκαιρο σε οποιαδήποτε φάση της ιστορίας του νεοελληνικού κράτους. Άλλωστε οι συνθήκες που έχει ν’ αντιμετωπίσει ένας σκεπτόμενος άνθρωπος σ’ αυτό το περιβάλλον δεν έχουν βελτιωθεί και τόσο μέσα στα χρόνια. Η μάλλον ανάλαφρη μουσική και ο ειρωνικός τόνος της φωνής του συνθέτη δημιουργούν ίσως την εντύπωση μιας σατιρικής διάθεσης.
Στην πραγματικότητα όμως πίσω απ’ αυτά κρύβεται το δίχως άλλο η τραγικότητα της διαπίστωσης ότι οι δυνάμεις αδράνειας σ’ αυτό τον τόπο είναι πάντοτε πιο ισχυρές από οποιαδήποτε δράση: «Είναι τα οράματα που λείπουν/ “διότι”, “δεν” και τα λοιπά/ είναι ο φόβος, όχι τίποτα σπουδαίο φυσικά/ που μας κάνει ξαφνικά/ για ότι υπάρχει ένα γύρω να μη δίνουμε μια…».
Στο “Μια Φυσαρμόνικα Που Κλαίει” περνάει από την άλλη μεριά και τραγουδάει ένα ρέκβιεμ για όσους απέμειναν σ’ ένα δυσμενές για αυτούς περιβάλλον κι αναζητούν ακόμα, μάταια ίσως, τη δική τους αλήθεια: «Λίγοι καλοί κι αυτοί μοιραίοι/ παραιτημένοι κατά βάθος/ με πόση ένταση και πάθος/ γίνονται πρώτοι οι τελευταίοι» (Πόσο αταίριαστοι και ειρωνικοί ακούγονται οι παραπάνω στίχοι στο στόμα διάσημου τραγουδιστή που έσπευσε αναίτια και αλαζονικά να προσθέσει και τούτο το τραγούδι στο, έτσι κι αλλιώς, πλούσιο ρεπερτόριό του κάποια χρόνια αργότερα…).
Το “Κύριε Πρόεδρε” είναι ένα κάπως σουρεαλιστικά δοσμένο πολιτικό τραγούδι με αρκετά συγκαλυμμένα επικαιρικά στοιχεία, ενώ με το “Πάει, Μας Τέλειωσε Πια” ο συνθέτης φροντίζει να κλείσει τους όποιους του λογαριασμούς και με τις μεταφυσικές αγωνίες. Έτσι εξαιρεί τον εαυτό του απ’ το τελευταίο καταφύγιο ελπίδας του ανθρώπου, τη μεταθανάτια ζωή, και ταυτόχρονα χλευάζει όσους περιμένουν τη δικαίωση από κει… Αντίθετα, τη μόνη ελπίδα που φαίνεται διατεθειμένος να συντηρήσει μέχρι τέλους είναι εκείνη του Έρωτα, όπως δηλώνεται τουλάχιστον στο “Ο Έρωτας Είναι Πάντα Μελαγχολικός”.
Δεν είναι τυχαίο ότι πρέπει να φτάσουμε στο τελευταίο κομμάτι του album για να συναντήσουμε το μοναδικό ερωτικό τραγούδι. Αλλά τι τραγούδι βέβαια… Κανένα τραγούδι και από το «Να!» δεν στερείται σημασίας, πράγμα που δείχνει πως ο Δήμος Μούτσης λίγο πριν από τα 50 του, βρισκόταν ακόμη στο πρώτο σκαλί, με τραγούδια που έκαναν γκελ σε πολύ κόσμο, διαθέτοντας γερά δημιουργικά αποθέματα.
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ
«Το όνειρο», ένα από τα πιο όμορφα ελληνικά τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ! Μες στο «Ονειρο» ο Μούτσης κατάφερε να συμπτύξει τη φιλοσοφία του Ηράκλειτου με την ψυχανάλυση, καταθέτοντας μια μπαλάντα που θα ζήλευε ακόμη και ο Τζιμ Μόρισον των Doors.
Το «Ονειρο» τραγουδήθηκε και από τη Νάνα Μούσχουρη σε βʹ εκτέλεση στο άλμπουμ «Ταξιδιώτης» (1990) με εννέα τραγούδια γραμμένα ειδικά γι’ αυτήν σε μουσική και στίχους του Μούτση. Ηταν η περίοδος που η Μούσχουρη επαναπροσδιόριζε τη σχέση της με τους Έλληνες συνθέτες ύστερα από την τεράστια διεθνή καριέρα της, ωστόσο ακόμη θυμάμαι τον Μούτση να κατακεραυνώνει πολλά χρόνια αργότερα την απόδοσή της στο «Ονειρο», αφού –σύμφωνα με τον ίδιο– δεν έφτασε ποτέ την αισθητική πληρότητα της δικής του ερμηνείας.
ΔΗΜΟΣ ΜΟΥΤΣΗΣ: Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΜΕ “ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ”
«Θα σου πω κάτι που είναι σημαντικό. Είχα τελειώσει το Να! και στο «Όνειρο” μου είχε μείνει ένα σημείο που με έκανε για 6 μήνες να πηγαίνω στο στούντιο και να λέω στους μουσικούς: «παιδιά δεν θα γράψουμε ούτε σήμερα». Είχα φτάσει στο τελευταίο πεντάστιχο που έλεγε: «είκοσι αιώνες σκοτεινοί έφταναν στο τέλος τους πια τώρα κι από έναν κόσμο σ’ άλλονε τελικά εμείς περνάμε ώρα την ώρα».
Και μου είχε κολλήσει στο μυαλό το εξής: κάτσε ρε μεγάλε, ποιος είσαι εσύ τώρα; Τι κάνεις; Μανιφέστο; Τι φιλοσοφίες είναι αυτές; Δεν μπορούσα να κοιμηθώ τα βράδια; Τι να κάνω; Πώς να το φτιάξω; Να με πιέζουν οι μουσικοί να γράψουμε, αλλά εγώ ανένδοτος. Ποιος είμαι εγώ να κάνω τέτοιον στίχο; Ώσπου, ένα πρωί σηκώνομαι, μόνο που δεν πήδησα από το κρεβάτι ή από το παράθυρο: «είκοσι αιώνες σκοτεινοί έφταναν στο τέλος τους πια τώρα κι από έναν κόσμο σ’ άλλονε τελικά εμείς περνάμε –ΛΕΕΙ– ώρα την ώρα». ΛEEI! Όχι εγώ.
Και έτσι ηρέμησα. Πάω στο στούντιο, το γράφουμε. Οι μουσικοί ούτε που καταλάβανε διαφορά. Όταν κυκλοφόρησε το τραγούδι, με πήρε τηλέφωνο πρώτος ο Γκάτσος και ο Σαχτούρης: Δήμο «την έκανες», αυτό το «ΛΕΕΙ» εκεί στον στίχο είναι όλο το τραγούδι».
Είχατε πει σε μια από τις λίγες συνεντεύξεις σας ότι «τα πράγματα είναι μεν τυχαία αλλά και κάτι τα ρυθμίζει».«Μέσα στο Να! υπάρχει μια φρασούλα, στο «Όνειρο», που λέει «κι είδα ένα παιδί μικρό παιδί, που έπαιζε και μου ΄ριχνε στα ζάρια /το ύστερο του πόθου μου φιλί, τα πρώτα παιδικά μου χάδια». Αυτό είναι από ένα απόσπασμα του Ηράκλειτου που λέει ότι ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει ζάρια. Και σ΄αυτό ανήκει το μέλλον, το γίγνεσθαι.
Δηλαδή με αυτό φαίνεται ότι ενώ τα πράγματα είναι τυχαία, τυχαία γίνανε, που λέει και ο φίλος μου ο Νανόπουλος, θα μπορούσαν να μην είχαν γίνει, όμως υπάρχει το παιδί. Δεν λέει ότι το σύμπαν είναι μια ζαριά, λέει ένα παιδί που παίζει ζάρια. Είναι ένα τυχαίο γεγονός αλλά κάτι το ρυθμίζει. Βέβαια ο Ηράκλειτος βάζει πάντα και το ρυθμό, ούτε Θεός τον έκανε τον κόσμο ούτε τίποτα, αλλά είναι και θα είναι μια παντοδύναμη φωτιά που ανάβει με ρυθμό και σβήνει με ρυθμό».
ΔΗΜΟΣ ΜΟΥΤΣΗΣ: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΜΟΥΤΣΗ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥΣ.
Η πορεία ενός συνθέτη που σφράγισε το ελληνικό τραγούδι. Τα αθάνατα τραγούδια του από τα ’60s, τα μεγάλα «έντεχνα» LP των ’70s, η ηλεκτρική στροφή του στα ’80s. Η πορεία του Δήμου Μούτση στα μουσικά μας πράγματα θα μπορούσε να χωριστεί σε τρεις μεγάλες περιόδους.
Η πρώτη αφορά στο δεύτερο μισό των σίξτις, όταν οι επιτυχίες του κυκλοφορούσαν βασικά σε δίσκους 45 στροφών, η δεύτερη έχει να κάνει με τη δεκαετία του ’70 (δικτατορία και μεταπολίτευση), όταν ηχογραφεί τους ιστορικούς «έντεχνους» long-play δίσκους του, ενώ η τρίτη ξεκινά από το 1981, φθάνοντας έως το 1994, καλύπτοντας την προσωπική εξομολογητική του φάση, όταν πλέον ο Δήμος Μούτσης θα εμφανιζόταν σχεδόν αποκλειστικά ως singer-songwriter.
ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ’80 ΚΑΙ Η ΜΟΝΑΧΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ: 1983 «Ενέχυρο»,1987 «Να!…», 1990 «Για Πούλημα Λοιπόν!».
Ποιες ακριβώς συνθήκες και ποιες εσωτερικές διαδικασίες οδήγησαν τον Δήμο Μούτση να «απεκδυθεί» κάπου εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ’80 τον, σαφώς με μεγαλύτερη αίγλη, ρόλο του πετυχημένου συνθέτη και να αρχίσει ουσιαστικά μια νέα καριέρα, αυτή τη φορά ως τραγουδοποιός.
Ο Μούτσης ως συνθέτης είχε συνεργαστεί μέχρι τότε με κορυφαίους στιχουργούς (Γκάτσος, Λ. Παπαδόπουλος, Ελευθερίου, Λογοθέτης, Τριπολίτης κ.α) και ερμηνευτές (Μπιθικώτσης, Μητσιάς, Μητροπάνος, Μοσχολιού κ.α.), γράφοντας τραγούδια που γνώρισαν επιτυχία και αγαπήθηκαν από πολύ κόσμο. Η απόφαση του να εκδώσει δίσκους που να γράφει και να τραγουδάει ο ίδιος τα τραγούδια του έμοιαζε εξωφρενική από εμπορικής άποψης και οπωσδήποτε όχι συνηθισμένη.
Το, επιτυχημένο, Φράγμα με τους στίχους του Κώστα Τριπολίτη και τη δική του -για πρώτη φορά- φωνή έγινε το ιδανικό εφαλτήριο για τους τρεις επόμενους (“Ενέχυρο” 1981, “Να!..” 1987 και “Για πούλημα λοιπόν” 1994, αφήνω απ’ έξω τον, μετέωρο, “Ταξιδιώτη” 1990) απόλυτα προσωπικούς του δίσκους. Οι τρεις αυτοί δίσκοι, αν και απλώνονται σ’ ένα χρονικό διάστημα έντεκα χρόνων, αποτελούν στην πραγματικότητα ένα σώμα.
Επιλέγουμε όμως να θυμηθούμε το “Να!…” ως τον μεσαίο και ίσως πιο αντιπροσωπευτικό αυτής της περιόδου που καταλήγει το 1994 με το “Για Πούλημα Λοιπόν” όπου πλέον ο Μούτσης μοιάζει να έχει επιλέξει οριστικά ως στάση αυτό το «σοφά παραιτημένος».

Για πολλούς αυτή η περίοδος θα μπορούσε αφοριστικά να συνοψισθεί με τη φράση: «ο Μούτσης ανακαλύπτει τον Bob Dylan με κάποια καθυστέρηση» και φυσικά καμιά εικοσαριά χρόνια μετά τον Σαββόπουλο… Φυσικά αυτό είναι μια καταφανής, άνευ ουσίας, απλοποίηση.
Ο Dylan λειτούργησε βέβαια (και) στη περίπτωση του Μούτση σαν ένας κόμβος, βοηθώντας τον ν’ αλλάξει κατεύθυνση και ν’ ανακαλύψει τη δυναμική της rock μπαλάντας, με τον ίδιο τρόπο που η μουσική του Μάρκου Βαμβακάρη τον είχε βοηθήσει -χρόνια πριν- να ξεφύγει απ’ την, όποια, αρτηριοσκλήρωση των κλασικών του σπουδών και να εκτιμήσει σε βάθος το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι.
Ο Μούτσης στο Να!… δε ξεχνά να τιμήσει και τους δύο αυτούς κολοσσούς, τον μεν Dylan με τη -στιχουργική- αναφορά στο πολυακουσμένο και πικρόχολο “Μην Το Ψάχνεις… Δεν Πειράζει”, τον δε Βαμβακάρη με το επικλητικό “Παίξε Μάρκο Τα Τραγούδια Σου Για Μένα”, όπου βρίσκεται και ο υπέροχος στίχος-κλειδί «κάθε σου λόγος ζωγραφιά/ της προσωπικής σου αγωνίας».
Η πορεία του αυτή ωστόσο μοιάζει να κλείνει για τα καλά το 1994 στο επόμενο album, το τελευταίο του με καινούργιο υλικό, “Για Πούλημα Λοιπόν”. . Στο οπισθόφυλλο του δίσκου υπάρχει το εξής σημείωμα:
«Έχω κάτι σκέψεις μυστήριες που λες!… Στα τόσα χρόνια που κάνω αυτή τη δουλειά δεν φανταζόμουνα ποτέ ότι θα υπήρχαν μέσα στον χώρο παράγοντες τόσο ανίκανοι και αναιδείς συγχρόνως, που θα μπορούσαν να αλλοιώσουν το αποτέλεσμα μιας δουλειάς που με τόση αγάπη, συνέπεια και σοβαρότητα υπηρετεί κάποιος.
Και όμως!… Τέλος πάντων, όλα αυτά τώρα πια αποτελούν ένα “γραφικό” παρελθόν, που δεν αξίζει τον κόπο να το θυμάται κανείς, μια και τελικά κανένα ρόλο δεν έπαιξαν στην ποιότητα, στη μορφή και γενικά στο αποτέλεσμα αυτής της ίσως, μέχρι σήμερα, καλύτερης προσωπικής μου δουλειάς».
Από το 1994 και μετά ο Δήμος Μούτσης σιώπησε. Δεν ξανακυκλοφόρησε δίσκο με καινούρια τραγούδια του (υπάρχει βεβαίως το άλμπουμ του από το 1999 με την ηχογράφηση μιας συναυλίας του στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του τότε Φεστιβάλ Αθηνών) και γενικώς αποτραβήχτηκε από τα μίντια.
Κάποιες φορές μιλούσε βεβαίως, ενώ «ανέβαζε» συνεχώς μουσικές και τραγούδια, δικά του και άλλων, «κλασικά» κομμάτια και άλλα τινά στο facebook, μέχρι τον προηγούμενο Δεκέμβριο, από το οποίο facebook σχολίαζε, επίσης, την πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα, ερχόμενος σε μιαν επαφή με τον κόσμο, που τον ακολουθούσε.
Πίστευε στο έργο του και στα τραγούδια του, μέσω των οποίων καυτηρίαζε τα καθέκαστα, έχοντας συνειδητοποιήσει, όμως, πως ό,τι είχε να πει με την τέχνη του το είχε πει. Ήταν σίγουρος για τον εαυτό του, δείχνοντας και γεμάτος και πλήρης, δίχως να υπερτιμά και δίχως να υποτιμά τίποτα.(όπως προφητικά λέει στους παρακάτω στίχους του).
“Οι προφήτες του κόσμου
σε μαντείο κλειστό! Κύριε ελέησον!
Οι καλύτεροι σωπαίνουν
εγώ τι να πω, δεν έχω μέσον!”!
Δήμος Μούτσης: “Δεν έχω μέσον” Δίσκος: Για πούλημα λοιπόν 1994
ΔΗΜΟΣ ΜΟΥΤΣΗΣ: Ο αντισυμβατικός συνθέτης που σφράγισε το ελληνικό τραγούδι
Συνθέτης και τραγουδοποιός, ένας από τους σπουδαιότερους επιγόνους του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Χατζιδάκι στο χώρο του έντεχνου ελληνικού τραγουδιού.
Ο Δήμος Μούτσης γεννήθηκε στις 2 Αυγούστου 1938 στον Πειραιά και άρχισε να σπουδάζει βιολί στο Ωδείο Αθηνών από την ηλικία των 7 ετών. Σε ηλικία 20 – 21 ετών τελείωσε τις μουσικές του σπουδές, κερδίζοντας και το πρώτο βραβείο ως σολίστ στο βιολί.
” Ξεκίνησα με ένα βιολάκι μισό. Άμα δεις μισό βιολί, νομίζεις ότι είναι παιχνίδι στο ψιλικατζίδικο. Δεν έκανα θεωρητικά στον Πειραιά. Στον Πειραϊκό Σύνδεσμο ξεκίνησα με την Ιουλία Ιατρίδη, η οποία είναι και μεταφράστρια του Λόρκα και άλλων Ισπανών. Θεωρητικά άρχισα αργότερα, στο Ωδείο Αθηνών “.

Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’60 γνώρισε τον Νίκο Γκάτσο και τον Μάνο Χατζιδάκι. Το 1967 ο Νίκος Γκάτσος άρχισε να του δίνει στίχους του κι έτσι έγραψε τα πρώτα του τραγούδια, με πρώτο το «Βρέχει ο Θεός», σε ερμηνεία Σταμάτη Κόκοτα.
” Τότε γνώρισα ένα βράδυ στο Μαγεμένο Αυλό τον Γκάτσο. Του μίλησα για τον Βαμβακάρη και για το πόσο μεγάλη εντύπωση μου είχε κάνει η σκληρότητα της μουσικής του, η απλότητα, και το πόσο περίεργη ήταν στα αυτιά μου μια μουσική χωρίς πολλά πολλά, χωρίς φιοριτούρες, μόνο ένα παρά παμ παμ στεγνό. Εκείνος μου έδωσε να καταλάβω πώς μπορεί δύο συνθέτες να γράφουν μουσική άλλης αξίας, αλλά ίδιας μεγάλης ποιότητας.
Με τον Γκάτσο δέθηκα πολύ, πιο πολύ απ’ ό,τι με τον Χατζιδάκι. Ήταν σαν να ήταν ο πατέρας μου, σαν να έβλεπα την ίδια μου τη μούρη απέναντί μου. Ο Μάνος, εντάξει, ήταν χαριτωμένος, αλλά δεν τον ενδιέφεραν και πολλά πράγματα πέρα από τον εαυτό του. Κι έτσι σιγά-σιγά-σιγά τους έβαλα ν’ ακούσουν τις μελωδίες που είχα γράψει σε ένα παλιό κασετόφωνο Philips, τους άρεσαν, βάλανε στίχους, ο Γκάτσος με γνώρισε στον Λαμπρόπουλο, πήγα στη Lyra, στην Columbia κι άρχισαν να γίνονται δίσκοι “.

Μεταξύ των τραγουδιστών με τους οποίους συνεργαστήκατε, ποιος ήταν εκείνος που σας έχει μείνει περισσότερο στο μυαλό; “Ο Μπιθικώτσης, βέβαια. Δεν τον πρόλαβα στις μεγάλες του δόξες. Στη δύση του τον πρόλαβα, αλλά θυμάμαι ότι, όταν είπε το “Αύριο Πάλι”, ήμουνα δίπλα του στο μικρόφωνο. Και το τραγούδησε με «ψεύτικη» φωνή. Όχι με την κανονική που έβγαζε. Και τρόμαξα που τον άκουγα έτσι.
Μάλιστα, πήγα να τον σταματήσω, αλλά μου χτύπησε έτσι το χέρι, σα να ήθελε να μου πει να σταματήσω για να μην του χαλάσω την ηχογράφηση. Και μετά πήγαμε μέσα στην κονσόλα για να ακούσουμε και άκουσα εκείνη τη φωνή του και τρελάθηκα. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Αυτόν θυμάμαι αυτή τη στιγμή. Οι άλλοι με τους οποίους συνεργάστηκα, ο Μητσιάς ας πούμε, πολύ καλός τραγουδιστής, πρωτοτραγούδησε μαζί μου.
Κι η Δήμητρα η Γαλάνη κι η Άλκηστις Πρωτοψάλτη, εγώ τις έβγαλα. Και την Πέτρη τη Σαλπέα στον Άγιο Φεβρουάριο με τον Δημήτρη Μητροπάνο αργότερα. Και τον Γιώργο Νταλάρα, παρόλο που δεν έχω συνεργαστεί μαζί του, τον θεωρώ σπουδαίο και τελείως διαφορετικό σαν εκτελεστή.
Αυτό νομίζω οφείλεται στην πολύ καλή μουσική του κατάρτιση και στο ότι παίζει εκπληκτικά και μπουζούκι και κιθάρα, δύο όργανα που τον βοηθάνε να τραγουδάει αρμονικά τα τραγούδια του. Όμως τι τα θες! Ο Μπιθικώτσης ήταν το φαινόμενο. Ήταν το κάτι άλλο. Ήταν ανατριχίλα!”
ΠΗΓΕΣ: www.discogs.com, https://stixoi.info, www.lifo.gr, www.hereandnow.gr, www.avopolis.gr, www.documentonews.gr, https://metronomos.blogspot.com, https://www.sansimera.gr
ΚΑΛΗ ΑΚΡΟΑΣΗ Τα ωραία τραγούδια δεν τελειώνουν ποτέ, και πάντα… ”Όλα αρχίζουν ξανά”.









